A+ A A-

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας Καλφόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Είναι από τους συγγραφείς που δουλεύουν ασταμάτητα και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα της πρωτεύουσας. Τον διαβάζω πολλά χρόνια είτε από τις εφημερίδες είτε από τα βιβλία του. Η νέα συλλογή με διηγήματα αποτέλεσε την αφορμή για να συζητήσω μαζί του για το βιβλίο του, αλλά και για τις σκέψεις του για τη λογοτεχνία.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή Καρρέ-Καρρέ και άλλα διηγήματα;

Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αφορμή, το βιβλίο δεν συνδέεται άμεσα με κάποιο γεγονός. Υπάρχει όμως, και αυτό μπορεί να εκληφθεί ως «αφορμή», μία χρονική περίοδος τριάντα ετών που μεσολάβησε από το πρώτο διήγημα («Θέμα πλάτης»), που γράφτηκε στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, το 1980, και τα υπόλοιπα, ανέκδοτα διηγήματα από τη δεκαετία του '80, που γεφυρώνουν το κενό μιας τριακονταετίας, μέχρι να προκύψουν τα πρόσφατα διηγήματα, στο διάστημα 2011-12. Με αυτή την έννοια, η συλλογή αυτή επιχειρεί αφενός να συνδέσει, να συνενώσει το «παλιό» με το «καινούργιο», αφετέρου να δείξει κάποιες λογοτεχνικές απαρχές και επιρροές, μαζί τους και τις μεταβολές στο ύφος και στα θέματα. Κρίναμε με τον Σταύρο Πετσόπουλο ότι αυτό το διάστημα της τριακονταετίας μπορούσε, με τον κατάλληλο σχεδιασμό, να αποτελέσει ένα αυτόνομο βιβλίο, και σ' αυτό βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ο Βασίλης Βασιλικός και ο Ακύλλας Καραζήσης, με τα κείμενά τους, και εικαστικά ο Γιάννης Αδαμάκος, τους οποίους ευχαριστώ και από αυτό το «βήμα».

Κάθε βιβλίο σας είναι διαφορετικό από το προηγούμενο. Πρέπει ο συγγραφέας να ανανεώνει το υλικό του και να προσανατολίζεται σε νέα θέματα;

Ο κάθε συγγραφέας έχει τα δικά του «πρέπει», τα «μπορώ» και τα «θέλω». Φυσικά, η ανανέωση στη γλώσσα, το ύφος, το θέμα, τις τεχνικές, όπως και οι νέοι προσανατολισμοί είναι μέσα στις γενικότερες αναζητήσεις του συγγραφέα, προκύπτει όμως ως εσωτερική ανάγκη, κι όχι ως «πρόγραμμα» ή υποχρέωση. Εξάλλου, ανανέωση είναι να επιστρέφεις στην παράδοση και να την εμπλουτίζεις.

Στη συλλογή διηγημάτων κυριαρχεί η Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι οι εμπειρίες στη ζωή μας ακολουθούν και μέσα από τη γραφή;

Επιτρέψτε μου μία διόρθωση: στη συλλογή κυριαρχεί η Ελλάδα και η Γερμανία, ο γενέθλιος τόπος, η μητρική γλώσσα, και η δεύτερη πατρίδα. Η Γερμανία υπήρξε κάτι παραπάνω από εμπειρία – για μένα και πολλούς άλλους που σπουδάσαμε και ζήσαμε χρόνια εκεί, είναι αυτό που λέμε «πολιτιστική πατρίδα» (Kulturheimat), αλλά η Ελλάδα, όσο αγνώριστη κι αν έχει γίνει σήμερα, είναι η «Ιθάκη» μας. Προφανώς, οι εμπειρίες και τα βιώματα μας ακολουθούν μέσα από τη γραφή, αλλά για να γίνουν λογοτεχνία χρειάζεται κάτι πολύ παραπάνω.

Στο ομώνυμο διήγημα, «Καρρέ-Καρρέ», αναφέρεστε σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου και το αφιερώνετε στην αλάνα της Γλυφάδας. Τότε οι νέοι γέμιζαν τις αλάνες και έπαιζαν ποδόσφαιρο. Πόσο απέχει αυτή η εποχή από τη δική μας; Υπάρχει καμία σχέση, άραγε, με τα ενδιαφέροντα των σημερινών νέων;

Η αλάνα της Γλυφάδας είναι υπαρκτή, ξεκίνησε σ' ένα άχτιστο οικόπεδο στην Άνω Γλυφάδα και κατέληξε σε μία έκταση δίπλα στη θάλασσα, στις μαρίνες. Το διήγημα είναι αφιερωμένο σ' αυτή και στο ποδόσφαιρο ως βίωμα και εμπειρία. Η αλάνα είναι το αυτοσχέδιο γήπεδο, αλλά και οι Κυριακές και τα πρόσωπα χειμώνα-καλοκαίρι. Η εποχή εκείνη δεν απέχει χρονικά πολύ από τη δική μας, απόδειξη, ότι η αναφορά στον Μαραντόνα είναι ακόμα επίκαιρη και κατανοητή στους νεότερους αναγνώστες που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Οι αλάνες βέβαια έχουν εκλείψει, τη θέση τους έχουν πάρει τα γνωστά γηπεδάκια 5x5, που είναι όμως κάτι πολύ διαφορετικό, και βέβαια το PlayStation. Τα ενδιαφέροντα των σημερινών νέων είναι λίγο-πολύ ίδια με των νέων του πρόσφατου παρελθόντος, αλλάζει όμως ριζικά, μέσω της τεχνολογίας, ο τρόπος με τον οποίον εκδηλώνονται. Το ποδόσφαιρο πάντως, όπως και το μπάσκετ, διατηρεί ακόμα την αίγλη του και την αμεσότητά του.

Σε μιαν άλλη ιστορία αναφέρεστε στον Γιάννη Μαρή. Θεωρείτε ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το έργο του σήμερα;

«Η μέρα που δεν επέστρεψε ο αστυνόμος Μπέκας» γράφτηκε με δύο κίνητρα: το πρώτο αφορούσε έμμεσα τη συνεπιμέλεια που είχαμε με την κ. Αθηνά Κακούρη στη συλλογή διηγημάτων Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, όπου, ακριβώς λόγω της επιμέλειας, δεν μπορούσαμε να συμμετέχουμε ως κριτές, πολύ σωστά, με δικά μας διηγήματα. Από την άλλη, ήθελα να αποτίσω με τη σειρά μου έναν «φόρο τιμής» σε εκείνον τον συγγραφέα που χάραξε τον δρόμο για την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία. Με τον Μαρή αγαπήσαμε ξανά το αστυνομικό, διαβάσαμε πολύ και μάθαμε πόσο δύσκολο, αλλά και σημαντικό είδος είναι, κυρίως για τα φτωχά ελληνικά δεδομένα.

Αλήθεια, οι αστυνομικοί είναι όπως τους βλέπουμε στον κινηματογράφο ή όπως τους περιγράφουν οι συγγραφείς στα αστυνομικά έργα;

Ο Μαρής το αρνείται κατηγορηματικά. Η λογοτεχνική και κινηματογραφική μεταφορά του αστυνομικού είναι προφανώς μια κατασκευή, του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη, σε αυτό που ονομάζει ο Ερνέστ Μαντέλ «Ο ωραίος φόνος», στην κοινωνική ιστορία του εγκλήματος, μία εξαιρετική κοινωνιολογική προσέγγιση του αστυνομικού είδους που έχει γράψει. Στην Ελλάδα, όπου όλα ισοπεδώνονται από την μπουλντόζα της ιδεολογίας, η τομή του Μαρή να παρουσιάσει στο αποκορύφωμα της αστυνομοκρατίας έναν αστυνομικό αντιήρωα, όπως ο Μπέκας, ήταν μεγάλη καινοτομία, κάτι που δεκαετίες μετά το επαναλαμβάνουν ο Πέτρος Μάρκαρης, ο Σέργιος Γκάκας με επιτυχία, και αρκετοί άλλοι. Συμπαθώ ιδιαίτερα τον αστυνόμο Κολόμπο, της παλιάς τηλεοπτικής σειράς, με τον Πίτερ Φολκ, και τον ντετέκτιβ Μαλόουν στα Κινέζικα κουτιά της Σώτης Τριανταφύλλου. Προσωπικά, προτιμώ τους Γάλλους «μπάτσους» στα polar της εποχής και τις ταινίες του Βερνέιγ ή του Μελβίλ, όπως τους ενσάρκωναν ο Λίνο Βεντούρα, ο Αλέν Ντελόν ή ο Μπουρβίλ. Είναι μοναχικοί λύκοι.

Ποια είναι η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στο βιβλίο σας; Είσαστε ευχαριστημένος;

Ευχαριστημένος ή απογοητευμένος πρέπει να είναι ο συγγραφέας πρώτα πρώτα από τον εαυτό του και την ίδια του τη δουλειά, από την προσπάθεια που καταβάλλει, κι αυτή είναι μία διαρκής αναζήτηση. Η ανταπόκριση δεν είναι πάντα συμβατή με αυτή την εργώδη και συνεχή προσπάθεια. Αυτό είναι μέσα στους κανόνες του παιγνιδιού. Οι σημαντικοί συγγραφείς ξέρουν πολλά περισσότερα γι' αυτό το θέμα.

Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός βιβλίου;

Για την εμπορική επιτυχία ή αποτυχία ενός βιβλίου μεσολαβούν πολλοί παράγοντες, άλλοι αρμόδιοι μπορούν ν' απαντήσουν. Προσωπικά, δεν μπορώ να το γνωρίζω κι ούτε πιστεύω πως υπάρχει δημιουργός που κατέχει αυτό το μυστικό. Θυμίζω μόνο ό,τι υποστήριζε ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Διακογιάννης, δηλαδή δουλειά, δουλειά, δουλειά. Σημασία έχει με τον χρόνο να γίνεσαι καλύτερος κι αυτό πιστεύω είναι το μεγάλο στοίχημα. Κάποτε το κερδίζεις, κάποτε το χάνεις.

Τη σημερινή εποχή, που οι νέοι βλέπουν τηλεόραση και ασχολούνται με το διαδίκτυο, έχουν ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουν ένα καλό βιβλίο;

Όσο κανακεύουμε τους νέους, άλλο τόσο τούς αδικούμε, το βασικό είναι να τους κατανοούμε. Κάθε γενιά και κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και πάντα θα υπάρχει το «χάσμα γενεών» ως κινητήριος δύναμη της κοινωνίας. Βέβαια, ο τρόπος κι ο ρυθμός ανάγνωσης ούτως ή άλλως έχουν αλλάξει ριζικά μέσα από την τεχνολογία, αλλά αυτό συμβαίνει στην εξελικτική ιστορία των μέσων. Σήμερα, χάρη στα κινητά και τα τάμπλετ, βρισκόμαστε στην εποχή των κινουμένων και φορητών εικόνων. Το βιβλίο όμως παραμένει ένα θεμελιώδες πολιτιστικό αγαθό. Δεν αφορά τον ελεύθερο χρόνο μας απλώς, αφορά την ίδια μας την ύπαρξη. Το πρόβλημα αρχίζει από το σπίτι και το σχολείο. Σημασία όμως δεν έχει μόνο να διαβάζεις, αλλά τι διαβάζεις και πώς. Εξάλλου, την ανάγνωση δεν μπορείς να την επιβάλλεις, είναι προσωπική υπόθεση.

Ποια είναι τα αγαπημένα βιβλία σας;

Η παράθεση τίτλων είναι, φυσικά, ενδεικτική. Ο Τρελλαντώνης της Πηνελόπης Δέλτα, τα Τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ του Ιούλιου Βερν, η Ζωή εν τάφω του Στρατή Μυριβήλη, ο Γλαύκος Θρασάκης του Βασίλη Βασιλικού, η Βιοτεχνία υαλικών του Μένη Κουμανταρέα, το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, η Υπόθεση Ντέλτσεφ του Έρικ Άμπλερ, ο Μίστερ Αρκάντιν του Όρσον Γουέλς, ο Τρίτος άνθρωπος (ταινία και βιβλίο) του Γκράχαμ Γκριν, το Τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ του Ούβε Γιόνζον, ο Μονόδρομος του Βάλτερ Μπένγιαμιν, το Minima Moralia του Τέοντορ Αντόρνο, το Νάντα του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, η Λολίτα του Βλάντιμιρ Ναμπόκοβ και πολλά άλλα. Αγαπημένα βιβλία είναι εκείνα στα οποία καταφεύγουμε ή επιστρέφουμε.

Ποιον συγγραφέα θα θέλατε να συναντήσετε και να συζητήσετε μαζί του για τα μυστικά της γραφής;

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποιον, από τους κλασικούς και τους σύγχρονους, τους ξένους και τους Έλληνες. Είχα την τύχη, χάρις στη δημοσιογραφία, να συνομιλήσω με αρκετούς σύγχρονους συγγραφείς, όπως τον Γκίντερ Γκρας, τον Ορχάν Παμούκ, την Ελφρίντε Γέλινεκ (και οι τρεις με Νόμπελ λογοτεχνίας), τον Βασίλη Βασιλικό, που κι εσείς γνωρίζετε, τον Μάρτιν Βάλζερ. Θα ήθελα, μια που με ρωτάτε, να μπορούσα να είχα γνωρίσει τον Ζορζ Σιμενόν και την Πατρίτσια Χάισμιθ, όχι όμως για τα μυστικά της γραφής τους, αλλά για ό,τι έχουν ζήσει μέσα κι έξω από τα βιβλία τους, αυτά που έγραψαν κι αυτά που διάβασαν, τα ταξίδια και τους έρωτές τους.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Ο Μπόρχες λέει πως ο υποψιασμένος αναγνώστης είναι ένα σπάνιο είδος, σαν τον μαύρο κύκνο. Εύχομαι ο ιστότοπός σας και οι συντελεστές του να συμβάλουν προοπτικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Καρρέ-καρρέ και άλλα διηγήματαΚαρρέ-καρρέ και άλλα διηγήματα
Κώστας Καλφόπουλος
Άγρα
168 σελ.
Τιμή € 10,00
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr