ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γράφεται από μια συγγραφέα που γνωρίζει τι σημαίνει ξενιτιά, αφού έχετε ζήσει στο εξωτερικό. Αυτό το στοιχείο σάς βοήθησε στη συγγραφή;

Η λέξη «ξενιτιά» που με τόση ευκολία χρησιμοποιούμε έχει ένα δικό της ειδικό βάρος που αξίζει να μη λησμονούμε. Δεν έχει καμία σχέση ο ξενιτεμένος για λόγους βιοτικής ανάγκης ή πολιτικής δίωξης με εκείνον ο οποίος μια περίοδο της ζωής του κατοικεί ή δουλεύει ή σπουδάζει μέσα από μια δική του ελεύθερη επιλογή μακριά από τη χώρα του. Όταν εγώ σπούδαζα ψυχολογία στην Ελβετία μετά το σχολείο δεν ήμουν ξενιτεμένη. Η οικογένειά μου, σε αντίθεση με πολλές άλλες ελληνικές οικογένειες, είχε τη δυνατότητα να στηρίξει οικονομικά τις σπουδές μου στο εξωτερικό. Κι έτσι βρέθηκα στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης για τις πτυχιακές και μεταπτυχιακές μου σπουδές στην ψυχολογία. Η ξενιτιά όλα τα χρόνια που έλειπα υπήρχε, τη βίωνα, με πονούσε, αλλά ήταν μόνο συναισθηματική. Κι αυτό, ας μη γελιόμαστε, κάνει όλη τη διαφορά. Η οικογένεια που περιγράφω στο βιβλίο μου δεν γνώρισε τέτοιες ευκολίες.

Η οικογένεια Αργυρίου επιβιβάζεται στο υπερωκεάνιο Νέα Ελλάς και μεταναστεύει στην Αμερική. Η σκηνή αυτή μου θυμίζει τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα. Πότε θα σταματήσει η μετανάστευση από την πατρίδα μας σε άλλες πλούσιες χώρες;

Όταν πάψουν οι λόγοι απελπισίας που σπρώχνουν τον κόσμο μακριά από τον τόπο του, όχι από επιλογή, όχι από επιθυμία, αλλά από ανάγκη επιβίωσης. Αναρωτιέμαι πότε και αν θα έλθει αυτή η στιγμή. Τα λόγια μιας φοιτήτριάς μου τα λένε όλα: «Δεν θέλω να φύγω, όμως δεν γίνεται αλλιώς, κι αυτό το "δεν γίνεται αλλιώς" με διαλύει, η χώρα μου με διώχνει, νιώθω διωγμένη. Όμως δεν φεύγω εγώ, η χώρα μου έχει φύγει».

Γιατί η ανάγκη τσακίζει τον άνθρωπο και τον κάνει να μην μπορεί να σηκώσει κεφάλι;

Μα όσο το αίτημα να μην πεινάσει, να μην πεινάσουν τα παιδιά του, να μη χάσει σπίτι, δουλειά, αξιοπρέπεια, να μη χαθεί δηλαδή αυτό που στα μάτια του, μέχρι πρότινος, τον έκανε να λογαριάζεται σαν άνθρωπος, όσο αυτό το αίτημα μέρα με τη μέρα τσαλακώνεται και κακοποιείται, πώς περιμένουμε να σηκώσει κεφάλι; Πόσο αδόκιμη και ενοχοποιητική είναι η προτροπή: «Ψηλά το κεφάλι, μην το βάζεις κάτω». Είναι σαν να σου ζητάνε να σηκώνεις το κεφάλι σου ακόμα κι αν είσαι αποκεφαλισμένος. Διαλύονται οι ζωές των ανθρώπων κι από πάνω τούς ζητάμε νηφαλιότητα, ευπρέπεια και αισιοδοξία. Το χαμηλωμένο κεφάλι δεν φανερώνει φυγοπονία, δεν είναι θέμα αδυναμίας, παθητικής αβουλίας, είναι απότοκο μιας αφύσικης συνθήκης που όταν πάει να πλασαριστεί σαν φυσική, γίνεται ακόμα πιο επιβαρυντική.

Ο Τζόναθαν και η Αμαλία είναι τα παιδιά της Φρόσως. Είναι αγνώστου πατρός. Στο μυθιστόρημα νιώθουν σαν να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια τους. Πόσο σημαντική είναι η παρουσία του πατέρα;

Η απουσία του πατέρα στο μυθιστόρημά μου ταιριάζει με την απουσία σταθερών συντεταγμένων ζωής, που ταλανίζει διαχρονικά και από τη μια γενιά στην άλλη την οικογένεια Αργυρίου. Τα δύο αδέλφια δεν γνωρίζουν τον πατέρα τους. Ο πατέρας λάμπει με την απουσία και την απροσδιοριστία του. Αγνοούν τον πατέρα τους, όπως αγνοούν και πολλά πράγματα από την ιστορία τους. Είναι μια οικογένεια σημαδεμένη από μυστικά.

Είναι αλήθεια ότι κάθε οικογένεια κρύβει κάποια μυστικά. Τι θα συμβεί όταν τα μέλη της τα ανακαλύψουν;

Το άρρητο, το μη δυνάμενο ποτέ να λεχθεί αφορά με διαφορετικό τρόπο κάθε οικογένεια. Μυστικά επιμελώς κρυμμένα από τα παιδιά. Κι όμως, τα παιδιά γνωρίζουν. Ακόμα και δίχως καλά καλά να καταλαβαίνουν, γνωρίζουν πολύ περισσότερα απ' ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Θα τρομάζαμε αν αντιλαμβανόμασταν όλα όσα «γνωρίζουν» τα παιδιά μας παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κάνουμε για να ενταφιάζουμε τα μυστικά στα σκοτεινά υπόγεια του οικογενειακού σπιτιού μας.

Η ιστορία ξεκινά από τη Μικρασιατική Καταστροφή και φτάνει μέχρι σήμερα. Τρεις γενιές, μα πολύ διαφορετικές. Είναι αυτό που λέμε πως υπάρχει χάσμα γενεών;

Ναι, θα μπορούσαμε να το πούμε κι έτσι. Αν και η Ερασμία και το Φροσάκι, οι δυο μικρές αδελφούλες που βρίσκονται ορφανές στην προκυμαία της Σμύρνης το '22, κάπου αναπάντεχα συναντιούνται το 2013. Επιζούν μέσα στο μυαλό των επιγόνων τους, του Τζόναθαν και της Αμαλίας. Απροσδόκητες συναντήσεις, ίχνη ενός ανοιχτού, καταδικασμένου συνεχώς να επιστρέφει, παρελθόντος κυκλοφορούν μέσα μας... Το σπίτι μας είναι στοιχειωμένο. Τα φαντάσματα όμως αυτά δεν είναι από μόνα τους κακόβουλα. Γίνονται εχθρικά όταν αγνοούμε ή και περιφρονούμε την ύπαρξή τους.

Ο ερχομός του Τζόναθαν και της Αμαλίας στην Ελλάδα είναι παράξενος. Ταξιδεύουν στον χώρο καταγωγής τους και νιώθουν παράξενα. Δεν υπάρχει κάτι που να τους γοητεύσει από την πατρίδα μας;

Οι ήρωες στο βιβλίο μου παλεύουν για ένα φως μέσα στο σκοτάδι. Ο μύθος των Αλκυονίδων ημερών... ένας ελληνικός μύθος με πολλαπλές σημασίες. Ο Τζόναθαν επισκέπτεται πρώτη φορά τον τόπο καταγωγής του. Μέσα στο αεροπλάνο σε 8 ώρες και 35 λεπτά, όσο διαρκεί η πτήση Ν.Υόρκη-Αθήνα, ανασυνθέτει την ιστορία μιας άγνωστης γνωστής χώρας, που είναι η χώρα του, και μιας άγνωστης γνωστής οικογένειας, που είναι η οικογένειά του. Είμαστε τα παιδιά μιας πατρίδας και μιας οικογένειας που γνωρίσαμε, είμαστε και τα παιδιά μιας άλλης πατρίδας και μιας άλλης οικογένειας που ονειρευτήκαμε.

Γράφετε πως «Μια φορά κι έναν καιρό... ήταν μια χώρα». Μήπως ζούμε τις τελευταίες ημέρες ενός προαναγγελθέντος πνευματικού θανάτου;

Κάπου καιροφυλακτεί μια Ανάσταση. Αλίμονό μας αν πετάξουμε στα σκουπίδια την προσδοκία της. Θα ήταν από τις πιο καταστροφικές μορφές μιας άγονης αθεΐας.

Τα μυθιστορήματα που γράφετε έχουν τη γοητεία να διαβάζονται με την αγάπη που έχει ο καλός αναγνώστης. Όταν γράφει ο συγγραφέας, έχει στο μυαλό του και σε ποιους αναγνώστες απευθύνεται;

Γράφοντας απευθύνεσαι στον έναν και μοναδικό αναγνώστη που θα αγαπήσει και θα πονέσει τους ήρωές σου, τις διάφορες δηλαδή εκδοχές του συγγραφικού εαυτού σου. Φαντάζει ενδοατομικό, όμως το εγώ γρήγορα φεύγει από τη μέση κι εκείνο που μένει είναι ένα μεγάλο γενναιόδωρο άνοιγμα στον άλλον. Γι' αυτό γράφεις. Είναι ένα ισχυρό αντίδοτο στον θάνατο. Προσωπικά, δεν γνωρίζω άλλο.

Πώς νιώθουν οι φοιτητές σας όταν μαθαίνουν ότι είσαστε και συγγραφέας μυθιστορημάτων;

Θέλω να πιστεύω ότι αυτό τους γεννά μια περιέργεια που είναι και η πρώτη ύλη για τη μάθηση.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξη;

Μία παιδική ευχή. Όσοι διαβάσουν το 8 ώρες και 35 λεπτά να μπορέσουν να αγαπήσουν τους ήρωες μέσα στα πάθη και τα σκοτάδια τους... να τους αγαπήσουν ακόμα και μέσα στα ανομήματά τους... μια άσκηση γενναιοδωρίας και αγάπης... ένα εφόδιο για το σήμερα.

8 ώρες και 35 λεπτά Μια ιστορία Φωτεινή Τσαλίκογλου Καστανιώτης8 ώρες και 35 λεπτά
Μια ιστορία
Φωτεινή Τσαλίκογλου
Καστανιώτης
111 σελ.
Τιμή € 9,59

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: