A+ A A-

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣσυνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Με φόντο την Ελλάδα, μια γυναίκα παλεύει για να επιβιώσει. Ο αγώνας και η διαδρομή της μέσα από την ιστορική εξέλιξη της χώρας μας γοητεύει, γιατί μαθαίνουμε τη σύγχρονη ιστορία από τις προσωπικές στιγμές της οικογένειάς της. Ο Γιώργος Μανιώτης, μάστορας της τέχνης της γραφής, με απλή γλώσσα και με το γνώριμο ύφος του, μας δίνει ακόμα ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, το Αχ, και να ’ξερα γράμματα!

Με φόντο την Ελλάδα, μια γυναίκα παλεύει για να επιβιώσει. Τι κοινά έχει ο καθημερινός αγώνας της με τη σημερινή κοινωνία μας;

Πάντα, σε όλες τις κοινωνίες, ο απλός άνθρωπος προσπαθεί να επιβιώσει. Η κεντρική ηρωίδα που παλεύει ψυχή τε και σώματι να υπάρξει ακριβώς μετά τη λήξη του τελευταίου μεγάλου πολέμου έχει όραμα και ελπίδα ότι όλα, με τη βοήθεια της τεχνοκρατίας και της δημοκρατίας, επιτέλους θα πάνε κατ’ ευχήν. Από εκεί αντλεί τη δύναμη και το κουράγιο της. Σήμερα όλα αυτά τα όνειρα και οι ελπίδες έχουν διαγραφεί και ο απλός άνθρωπος έχει μείνει ορφανός να προσπαθεί εις μάτην να επιβιώσει μέσα σε έναν άγριο και ανάλγητο κόσμο. Και είναι πολλοί αυτοί που θεωρούν τον πρόωρο θάνατό τους αδιαμφισβήτητο γεγονός και προσπαθούν να τον οριστικοποιήσουν παντοιοτρόπως.

Πολλές φορές η γυναίκα επαναλαμβάνει τη φράση «Αχ, και να ’ξερα γράμματα». Φτάνουν όμως τα γράμματα για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες της ζωής;

Η κεντρική ηρωίδα με το ισχυρό ένστικτο ζωής που διαθέτει δεν έχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό που ζει. Επειδή όμως δεν ξέρει γράμματα, δεν μπορεί να κάνει λόγο και να διατρανώσει στους γύρω αυτό που καθημερινά διαπιστώνει. Θέλει να κοινοποιήσει το μαρτύριό της πάση θυσία, μήπως και τα παθήματά της γίνουν επιτέλους μαθήματα και τα πράγματα πάνε κάπως καλύτερα. Επιπλέον, έχει την εντύπωση ότι η μόρφωση θα της έδινε τη δυνατότητα να κατανοήσει πλήρως και εις βάθος τους μηχανισμούς που κατατυραννούν τις ζωές μας και δημιουργούν όλην αυτή την αιματοχυσία μέσα στον σύγχρονο βίο που μας περιβάλλει. Πιστεύει ακράδαντα ότι μια γνώση βαθιά και ξεκάθαρη γι’ αυτό που μας συμβαίνει πολύ πιθανόν θα μπορούσε να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη ανεκτή.

Ο αγώνας της ηρωίδας μοιάζει με ένα οδοιπορικό σε μια Ελλάδα που περνάει από χίλια μύρια κύματα. Αυτό όμως δεν έκανε αυτή τη γενιά να αντέχει σε όλες τις κοσμοϊστορικές αλλαγές;

Αυτό που έκανε αυτές τις γενιές, κατά τη γνώμη μου, να αντέχουν όλες τις διαψεύσεις και απογοητεύσεις που κάθε τόσο αποκάλυπτε μπροστά στα μάτια τους ο χρόνος, ήταν η μεγάλη φρίκη και η εμπειρία του τελευταίου μεγάλου πολέμου. Αυτή η φρίκη του πολέμου και του εμφύλιου πολέμου που μετά ακολούθησε, έκανε τη φρίκη της ειρήνης που είχε ξεκινήσει τροπαιοφόρος να φαντάζει απλή και ανώδυνη. Έτσι, πολύ λίγοι συνειδητοποίησαν ότι η ειρήνη που ακολούθησε δεν ήταν ένας μυστικός κήπος γεμάτος ζουμερά οπωροφόρα αλλά ένα ναρκοπέδιο γεμάτο ύπουλες νάρκες. Έτσι, πολλοί δεν πρόσεξαν πού πατούσαν και τινάχτηκαν στον αέρα στου δρόμου τα μισά.

Η αρχή του μυθιστορήματος δείχνει μια οικογένεια να ξεκληρίζεται και να οδηγείται στη μετανάστευση. Γιατί η πατρίδα έχει ματώσει από τη μάστιγα της ξενιτιάς;

Συνήθως ύστερα από έναν πόλεμο και έναν εμφύλιο αυτό που έχει μείνει πίσω είναι στάχτες και αποκαΐδια, και νέοι άνθρωποι που περίσσεψαν από τις δημογραφικές ουλές και ζητούν απεγνωσμένα να ζήσουν. Όταν λοιπόν όλη την ώρα κάθονται με τα πόδια τους και ανακατεύουν τις στάχτες και τα αποκαΐδια, φυσικό είναι να ζητήσουν την τύχη τους αλλού,

σε άλλους τόπους, γεμάτους γρασίδι και ευκαιρίες. Αλλά εκτός αυτού υπάρχει και η μεγάλη εχθρότητα και ο φθόνος των τακτοποιημένων ηλικιωμένων προς τη σφριγηλή νεότητα που ποθεί να ζήσει πάση θυσία. Τελευταίως αυτό έχει γίνει πολύ ορατό. Οι τακτοποιημένοι ηλικιωμένοι για λόγους οικονομίας δε διστάζουν να νομοθετήσουν όρους επαχθέστατους για τους νεότερους, με σκοπό να τους πετάξουν ένα ξεροκόμματο και να τους γεράσουν πρόωρα μέχρι τα σαράντα τους. Φυσικό δεν είναι οι νέοι να λακίσουν και να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους;

Το ζευγάρι της ιστορίας έχει ένα απλό όνειρο: να κάνει ένα σπίτι και να βάλει ένα κεραμίδι στο κεφάλι του. Και όταν το πετυχαίνει το όνειρο διαλύεται. Ποιες δυνάμεις δε μας αφήνουν να ησυχάσουμε;

Εδώ στον τόπο μας όλοι νομίζουμε ότι ένα δικό μας σπίτι θα είναι το δικό μας απαραβίαστο οχυρό που θα μας προστατέψει από την εχθρότητα του κόσμου και τις αναπάντεχες παλινδρομήσεις της τύχης. Ξεχνάμε ότι ο τόπος είναι σεισμογενής κι ότι εκτός από τους σεισμούς στη γωνιά υπάρχει πάντα το θηρίο της εφορίας που ξερογλείφεται έτοιμο να ορμήσει πάνω μας και να μας λιανίσει κόκαλα και σάρκες. Αυτοί «που κρατάνε το τιμόνι του κόσμου» δε θέλουν να προοδεύουμε. Δε θέλουν να χτίζουμε σπίτια. Δε θέλουν να έχουμε σιγουριά. Δε θέλουν να περισσεύουμε. Ρίχνουμε έξω τα προγράμματά τους και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Μας θέλουν μέχρι την τελευταία μας στιγμή με την ψυχή στο στόμα, έτσι μας κουμαντάρουν πιο εύκολα. Και μην ξεχνάμε αυτό που λέει ο Λάο Τσε: «Αιτία του λοιμού δεν είναι η γη αλλά η βαριά φορολογία!»

Ο γιος είναι ζωγράφος και έχει διαφορετικό τρόπο σκέψης. Γιατί παγιδεύτηκε στη σκέψη της αντιπαροχής;

Γιατί ο γιος ξέρει πολύ καλά ότι το να είναι κανείς καλλιτέχνης σε αυτό τον τόπο είναι σαν να κάνεις ένα πήδημα θανάτου στο τσίρκο χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Η αντιπαροχή νόμισε ότι θα ήταν μια ισόβια υποτυπώδης υποτροφία για να κάνει τη δουλειά του ελεύθερα και χωρίς εμπορικές υποχωρήσεις, αφού σε κάθε περίπτωση ένα κομμάτι ψωμί θα ήταν εξασφαλισμένο. Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο, το θηρίο της εφορίας δηλαδή, που το ξαμολήσανε μέσα στον κόσμο και τώρα ροκανίζει τους πάντες (εκτός από τους ημέτερους) με βουλιμία.

Υπάρχει μια υπόκωφη σύγκρουση πατέρα και γιου. Στο τέλος δείχνουν να τα βρίσκουν. Είναι αυτό που λέει ο λαός, ότι το αίμα νερό δε γίνεται;

Ο πατέρας, επειδή κρατά στο μυαλό του ανεξίτηλες τις εικόνες φρίκης των πολέμων, είναι κάθετος και απόλυτος στις απόψεις του. Πιστεύει ακράδαντα στον καινούργιο τεχνοκρατικό κόσμο που άρχισε όταν τέλειωσε ο πόλεμος και δηλώνει την απέχθειά του για τη ζωή κοντά στη γη, που την ταυτίζει με την αμάθεια, τη φτώχεια και τη μιζέρια. Ο τρόπος της ζωής του όμως δε συμφωνεί διόλου με τις απόψεις του. Με το ένα πόδι πατάει εδώ και με το άλλο εκεί. Αυτό μπερδεύει αφάνταστα το γιο και τον κάνει να αντιμετωπίζει τον πατέρα με εχθρική διάθεση… μέχρι τη στιγμή που ο χρόνος και η ζωή τού δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσει την τραγικότητα του πατέρα, οπότε αρχίζει να τον συμπαθεί, να τον συμπονά και να τον αγαπά.

Γράφετε ότι ήμασταν και θα είμαστε κόσμος ανόητος, που ό,τι και να πάθει το αξίζει πέρα ως πέρα. Μπορείτε να σχολιάσετε τα λεγόμενά σας;

Με ενοχλεί αφάνταστα να συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και ο πολύς κόσμος να μη λέει να ξεκολλήσει από τα ψέματα που προτίμησε και αποφάσισε με προσωπική εμπειρία του να τα θεωρεί σωτήρια και αναγκαία. Αυτό αποκλείει την πολύ γνωστή και αρχαία λειτουργία της ζωής να λειτουργήσει, το πάθος δηλαδή να γίνεται μάθος. Αν δεν αναγνωρίσουμε την αρρώστια σαν αρρώστια, πώς θα γιατρευτούμε από την αρρώστια; Από την άλλη πάλι, καταλαβαίνω έπειτα από όλες αυτές τις διαψεύσεις και απογοητεύσεις τη βαθιά απελπισία που έχει καταλάβει το υποσυνείδητο του κόσμου. Όπως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του για να σωθεί, έτσι και οι περισσότεροι από μας προτιμούν τα ίδια, τα συνηθισμένα, τα οικεία ψέματα που μας βοηθήσανε να αντέξουμε μια ολόκληρη ζωή. Έτσι αυτολογοκρινόμαστε και εναγκαλιζόμαστε μια υστερική αισιοδοξία που για ακόμα μια φορά μάς κάνει πανέτοιμα θύματα στα χέρια του εκάστοτε καλοθελητή σωτήρα. Χρειάζεται και λίγη γενναιότητα την ώρα που πέφτεις από το μπαλκόνι σου… να καταλάβεις επιτέλους τι φταίει. Μην τσαλαπατάμε τη μνήμη μας, βοηθάει στην αυτοσυνειδησία.

Ακόμα και η πεθαμένη ανησυχεί για την κατρακύλα μας. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία ελπίδα;

Η κεντρική ηρωίδα, ως φάντασμα πλέον, απελευθερωμένη από τους επίγειους εκβιασμούς, φτάνει στην κοίτη του κόσμου. Από κει κάτω διαπιστώνει ότι το έγκλημα που γίνεται πάνω στις όχθες είναι πρωτοφανές. Παλιότερα όλες οι συγκρούσεις, οι πόλεμοι, οι μάχες και τα θύματα είχαν το άλλοθι μιας ιδεολογίας που υποσχόταν ένα πιο εύκολο μέλλον και έναν πιο δίκαιο κόσμο που δικαιολογούσε την όποια θυσία. Σήμερα το μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο, όλα γίνονται απροκάλυπτα μόνο και μόνο για την εκμετάλλευση. Ούτε για ένα καλύτερο μέλλον, ούτε για έναν πιο δίκαιο κόσμο. Μόνο και μόνο για την εκμετάλλευση. Οι ειδήμονες και οι επαΐοντες ισχυρίζονται ότι όλα είναι θέματα οικονομίας. Τι θα φτάσει στο φως της αυριανής ημέρας ύστερα από αυτή την άηχη σφαγή που λαμβάνει χώρα με τόσο κυνισμό; Πρέπει να καταλάβουμε μια και καλή ότι η εκμετάλλευση είναι αυτή που κινεί τον κόσμο.

Γράφετε χρόνια μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Έχει αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στο χώρο του βιβλίου, από τότε που ξεκινήσατε να γράφετε;

Το θέατρο τα τελευταία χρόνια είχε πέσει σε ύπνωση. Οι ηθοποιοί είχαν καταντήσει από ζωντανές υπάρξεις σκηνικά αντικείμενα, αλαλάζοντα άνευ λόγου και αιτίας. Βιβλία βγαίνουν πολλά και σε καλές εκδόσεις. Αυτό που λείπει είναι άνθρωποι γνώστες που να μην επηρεάζονται από κάστες και ιδεολογίες και να τοποθετούν το κάθε βιβλίο στο χώρο που του πρέπει και του ανήκει. Να ξεχωρίζουν δηλαδή την ήρα από το στάρι.

Σας θυμάμαι χρόνια να βαδίζετε στους δρόμους της Αθήνας. Τι σας αρέσει από την Αθήνα και τι δε σας αρέσει και σας κάνει σκεπτικό και ανήσυχο;

Μου αρέσει να περπατάω στη σκιά και στους θορύβους των δρόμων της πόλης και να ζω το μαρτύριο του Ταντάλου με τις βιτρίνες. Μεγάλη θρησκεία οι βιτρίνες, ξεπατώσανε ολόκληρη κοσμοθεωρία. Όλοι λαχταρούν τα χρώματα και τις ποιότητες και το επικαιρικά καινούργιο. Κανείς όμως δεν εννοεί ότι ένα χοντρό απαγορευτικό τζάμι τον κρατάει μακριά από τα καταναλωτικά του όνειρα.

Μου αρέσει να παίρνω έναν καφέ με φίλους πριν από το μεσημέρι σε μια κεντρική καφετέρια και να βλέπω στα διπλανά τραπέζια συνταξιούχους στρατηγούς να πολιτικολογούν.

Αργά τα βράδια, όταν τα θεάματα τελειώνουν και οι πολυτελείς πεζόδρομοι γεμίζουν ικανοποιημένους θεατές που τρέχουν να φάνε, πιάνεται η καρδιά μου να βλέπω κάτω από τις βιτρίνες των ακριβών κοσμηματοπωλείων να κοιμόνται κακομοιριασμένοι, ταλαιπωρημένοι άνθρωποι τυλιγμένοι σε βρόμικες κουβέρτες και τσαλακωμένα χαρτόνια, αγκαλιά με έναν αδέσποτο σκύλο να τους ζεσταίνει τα πλευρά.

Ποια είναι η γνώμη σας για τα νέα ηλεκτρονικά περιοδικά;

Νομίζω ότι μόνον ηλεκτρονικά περιοδικά πρέπει να υπάρχουν. Έχω την εντύπωση ότι χρειάζονται πολύ λιγότερα χρήματα να στήσεις ένα ηλεκτρονικό περιοδικό από το να εκδώσεις ένα χάρτινο. Αυτό πιστεύω ότι περιορίζει τους διάφορους ελέγχους, βοηθάει τη διακίνηση ιδεών και κατά κύριο λόγο την ελευθερία του λόγου… αν οι εκδότες βέβαια είναι ξύπνιοι.

Πολλά βιβλία, πέρα από την έντυπη μορφή, εκδίδονται και σε e-book. Εσάς πώς σας φαίνεται αυτή η ραγδαία αλλαγή;

Δε με ενοχλεί! Αλλά δε νομίζω ότι θα πιάσει. Γιατί οι αναγνώστες θέλουν να πιάνουν το βιβλίο, να το μυρίζουν, να το ξεφυλλίζουν, να μένει σταθερό δίπλα στο προσκεφάλι τους και να τους συντροφεύει μια ζωή, αν βεβαίως τους αρέσει. Από την άλλη πάλι μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν τα tablet με τα e-book. Φτάνει μόνο μέσα από αυτές τις ηλεκτρονικές διαδικασίες να εξασφαλίζονται τα δικαιώματα των συγγραφέων και όλων των άλλων συντελεστών.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Το βασικό είναι να υπάρχει η υγεία!

Aχ, και να 'ξερα γράμματα! Γιώργος Μανιώτης ΨυχογιόςAχ, και να 'ξερα γράμματα!
Γιώργος Μανιώτης
Ψυχογιός
374 σελ.
Τιμή € 16,60

 

Διαβάστε επίσης
ΕΛΛΗΝΕΣ
ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ

συνέντευξη στην Ελένη Λιντζαροπούλου   Συζητώντας ή καλύτερα ερωτώντας μια πολυγραφότατη και ποικιλογραφότατη συγγραφέα όπως είναι η Ελένη Λαδιά, επέλεξα να μην αναφερθώ καθόλου σε ερωτήματα ήδη απαντημένα από την ίδια στα βιογραφικά της σημειώματα και στις συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει. Ο στόχος αυτής της επιλογής...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr