A+ A A-

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗσυνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίου με πολυετή πείρα, η Έλενα Χουζούρη ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα από τα εφηβικά της χρόνια. Υπήρξε στέλεχος εκδοτικών οίκων και διεύθυνε σειρές βιβλίων. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, δύο μελέτες, ένα βιογραφικό δοκίμιο, μια ανθολογία, ένα συγκεντρωτικό τόμο με κριτικά σημειώματα για την ποίηση, καθώς και ένα βιβλίο για παιδιά. Το 2004 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της Σκοτεινός Βαρδάρης που κατάφερε να κερδίσει κοινό και κριτικούς. Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε το τρίτο της μυθιστόρημα.

Κυρία Χουζούρη, στο οπισθόφυλλο του καινούργιου σας μυθιστορήματος, Δύο φορές αθώα, σημειώνετε ότι «μετά την Πατρίδα από βαμβάκι και αυτό το μυθιστόρημα συνεχίζει την ελληνική περιπέτεια στο μεταίχμιο της Ιστορίας, στο μεταίχμιο δύο κόσμων, μέσα από τις προσωπικές απώλειες και διαψεύσεις των ηρώων του». Μήπως εννοείτε ότι το Δύο φορές αθώα είναι κατά κάποιον τρόπο συνέχεια του Πατρίδα από βαμβάκι, κάτι σαν «διλογία» δηλαδή, αν και είναι αδόκιμος ο όρος;

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και έτσι –έστω αν όπως επισημαίνετε είναι κάπως αδόκιμος ο όρος–, με την έννοια ότι το Δύο φορές αθώα ολοκληρώνει την προβληματική που ξεκίνησε με το Πατρίδα από βαμβάκι και που σπέρματά της υπάρχουν σαφώς και στον Σκοτεινό Βαρδάρη. Και η προβληματική περιστρέφεται γύρω από το τι σημαίνει πατρίδα, τι είναι για τον καθένα η έννοια της πατρίδας, πώς τη βιώνει και πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν ξεριζώνονται από τον τόπο τους, όταν αναγκάζονται να αλλάξουν με βίαιο ή καταναγκαστικό τρόπο τη ζωή τους, πόσο τελικά η Ιστορία επιδρά καταλυτικά επάνω τους. Στην Πατρίδα από βαμβάκι και στο Δύο φορές αθώα το ιστορικό γεγονός-καταλύτης των ηρώων μου στο πρώτο, της ηρωίδας μου στο δεύτερο είναι αναμφισβήτητα ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος και οι παρενέργειές του, που δεν τελειώνουν δυστυχώς με την ήττα των αριστερών δυνάμεων τον Αύγουστο του 1949, αλλά κατατρέχουν και τις επόμενες γενιές. Ωστόσο, η πρώτη γενιά των ηττημένων που οδηγήθηκαν στην Τασκένδη για να σωθούν τον Οκτώβριο του 1949 είχε η ίδια την ευθύνη των επιλογών της. Η δεύτερη γενιά όμως, τα παιδιά τους δηλαδή, ήταν εντελώς αθώα. Δεν είχαν εκείνα αποφασίσει να είναι γενέτειρά τους η Τασκένδη. Κι εδώ αρχίζει το παράλογο. Οι γονείς τους, οι διωγμένοι από την Ελλάδα, δεν έκαναν τίποτε άλλο για δεκαετίες ολόκληρες παρά να μιλούν, να σκέφτονται και να εκθειάζουν στα παιδιά τους την Ελλάδα! Τόσο ώστε τα παιδιά τους να μεγαλώνουν έχοντας φτιάξει στο νου τους μια φανταστική και σχεδόν εξωπραγματική Ελλάδα, με μοναδικό σκοπό της ζωής τους εκείνον των γονιών τους: να έρθουν στην Ελλάδα. Η αλήθεια η δική τους όμως ήταν ότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Τασκένδη, ότι μπολιάστηκαν με τη ρώσικη κουλτούρα, ότι έμαθαν να ζουν σ’ ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα από αυτό της Ελλάδας, και όλα αυτά ήταν υποχρεωμένα να τα αρνηθούν για έτσι τους είχαν μάθει οι γονείς τους. Λες και η δική τους ζωή, τα δικά τους θέλω, οι δικές τους επιθυμίες, δε μετρούσαν μπροστά σε εκείνο που ήθελαν οι γονείς τους. Κι έτσι όταν έρχεται η ώρα –μετά τη μεταπολίτευση– ακολουθούν τους γονείς τους στον επαναπατρισμό τους, για να βιώσουν από κει και πέρα, στην Ελλάδα πια, μια σειρά μεταιχμιακά συναισθήματα και προπάντων το συναίσθημα της διπλής ξενότητας – ξένοι κι εκεί, ξένοι κι εδώ– και του ανήκειν σε δύο πατρίδες, δηλαδή πουθενά! Αυτό ακριβώς είναι το φόντο όπου ακουμπάει η προσωπική διαδρομή και ιστορία της ηρωίδας μου στο Δύο φορές αθώα.

Της οποίας η προσωπική διαδρομή, οι δύο ζωές της όπως τις χαρακτηρίζετε, αυτήν προτού έρθει στην Ελλάδα και αυτήν από τότε που έχει έρθει έως το 2011, έτος που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, είναι απολύτως εξαρτημένη από τον πατέρα της. Μια σχέση που πίσω της κρύβει ένα μυστικό, δεν είναι έτσι;

Ακριβώς. Κρύβει ένα μυστικό που δε θα ήθελα να αποκαλύψω αλλά έχει να κάνει και με τους χαρακτήρες αφενός του πατέρα και αφετέρου της κόρης του. Έχουμε δηλαδή έναν εξαιρετικά αυταρχικό πατέρα, έναν Αθηναίο, αστό στην καταγωγή που στη διάρκεια της κατοχής παίρνει μέρος στην εθνική αντίσταση στις γραμμές του ΕΛΑΣ, και λίγο αργότερα στον εμφύλιο, στον Δημοκρατικό Στρατό, ως συνταγματάρχης, έναν άνθρωπο που δεν τον δέχονται πάλι στις κομματικές γραμμές στην Τασκένδη, που βιώνει αλλεπάλληλες ήττες, και ιστορικές και προσωπικές, και όλη του η συναισθηματική επένδυση πηγαίνει στη μονάκριβη θυγατέρα του την οποία όμως ουσιαστικά καταστρέφει. Της καταστρέφει τον μεγάλο της έρωτα με τον Ιόσιφ Μπ., την αναγκάζει να έρθει στην Ελλάδα, και στο τέλος εκείνη μετατρέπεται σε αποκλειστική του νοσοκόμα έως τον, απελευθερωτικό τελικά για την κόρη, θάνατό του. Η Βερόνικα από την άλλη πλευρά έχει έναν εξαιρετικά ενοχικό, άβουλο και αδύναμο ως προς τη θέληση του πατέρα της χαρακτήρα.

Με ποιον τρόπο η Βερόνικα αντιμετωπίζει τον ξεριζωμό της από την Τασκένδη και την εγκατάστασή της σε μια Αθήνα που δε γνωρίζει;

Με το να κλείσει όλα τα παλιά της συναισθήματα, όλη την παλιά της ζωή, όλες τις αναμνήσεις της μέσα σ’ ένα κέλυφος. Να παγώσει δηλαδή μέσα της οτιδήποτε είχε σχέση με την πρώτη της ζωή στην Τασκένδη. Ουσιαστικά αρνείται να έχει μνήμη, γιατί αυτή η μνήμη την πληγώνει καίρια.

Αλλά και η δεύτερη ζωή της δεν την οδηγεί σε κάτι καλύτερο, έτσι δεν είναι;

Έτσι ακριβώς, γιατί δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα καινούργια δεδομένα που βρίσκει σε μια χώρα που δεν έχει σχέση μ’ εκείνη για την οποία ο πατέρας της αλλά και όλοι οι άλλοι φίλοι του της μιλούσαν. Το γεγονός ότι έρχεται σχετικά μεγάλη, στα 36 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια πολύ καλή δουλειά, φίλους, τον αγαπημένο της, μια ολόκληρη στρωμένη ζωή δηλαδή, κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Στην Ελλάδα την αντιμετωπίζουν σαν ξένη, της το λένε κατάμουτρα μόλις ακούνε την έντονα ρωσική προφορά της, δεν καταφέρνει να βρει μόνιμη αξιοπρεπή δουλειά ανάλογη μ’ εκείνη που είχε στην Τασκένδη, βρίσκει μόνον κάτι μικροδουλειές όπου της φέρονται απαξιωτικά και αναγκάζεται να φύγει, στο τέλος κλείνεται στο σπίτι, στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον, που το αποτελούν ο πατέρας της και η δεύτερη Ρωσίδα γυναίκα του – μέχρι το θάνατό της από καρκίνο. Οι μόνες επαφές της με τον έξω κόσμο είναι άνθρωποι από «εκεί», από την Τασκένδη, και προπαντός μια παιδική της φίλη που ζει στη Θεσσαλονίκη, κόρη του γιατρού Στέργιου Χ. –του κεντρικού μου ήρωα στο Πατρίδα από βαμβάκι– που βιώνει τις δικές της «παρενέργειες» από τον Εμφύλιο αλλά και από τις νέες καταστάσεις που έχει προκαλέσει στα Βαλκάνια η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Και ποια είναι η αφορμή που θα την κάνει να σπάσει το κέλυφος και να την οδηγήσει σε μια οδυνηρή αλλά, λυτρωτική στο τέλος, αυτοσυνειδησία και λύτρωση;

Μια συνέντευξη που, έπειτα από πολλές πιέσεις, δέχεται να δώσει σε μια νεαρή δημοσιογράφο που της έχουν αναθέσει να κάνει έρευνα για το τι απέγιναν τα παιδιά των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων που επαναπατρίστηκαν μετά τη μεταπολίτευση. Εκτός του ότι η συνέντευξη αυτή αναγκάζει την ηρωίδα μου να σπάσει το προστατευτικό της κέλυφος και ολόκληρη η προηγούμενη ζωή της να ορμήσει και να την κουκουλώσει με τα καλά αλλά και τα κακά της, είναι κι ένα εύρημα αφηγηματικό για να μιλήσω και για το σήμερα. Γιατί η δεύτερη ηρωίδα μου, η 27χρονη Δανάη Ζ., εκπροσωπεί κατά κάποιον τρόπο το ανεστραμμένο κάτοπτρο της γενιάς της Βερόνικα Κ. Διότι με τη σειρά της αναγκάζεται, παρά τη θέλησή της, να πάρει το δρόμο της οικονομικής μετανάστευσης αυτή τη φορά, λόγω της κρίσης –η εφημερίδα της κλείνει, μένει άνεργη– αλλάζοντας πατρίδα, αντίθετα δηλαδή απ’ ό,τι συνέβη στη Βερόνικα και στη δική της γενιά.

Κάνατε έρευνα προτού προχωρήσετε στη συγγραφή του μυθιστορήματος;

Πάντα κάνω έρευνα όταν πρόκειται για καταστάσεις που δεν έχω ζήσει. Μάλιστα πηγαίνω και στους τόπους όπου έχουν ζήσει οι ήρωές μου, λόγου χάριν για το Πατρίδα από βαμβάκι ταξίδεψα μέχρι τη μακρινή Τασκένδη για να γνωρίσω το περιβάλλον όπου έζησαν οι πολιτικοί πρόσφυγες. Κι εδώ θέλω να διορθώσω μια προφανώς παρανόηση που έχει γίνει από μια έγκυρη κριτικό της νεότερης γενιάς, σχετικά με το Πατρίδα από βαμβάκι, η οποία βάσισε την κριτική της στη λανθασμένη παρατήρηση ότι το μυθιστόρημα είναι… αυτοβιογραφικό! Εικάζω ότι από την πολλή έρευνα που έχω κάνει δημιουργείται η εντύπωση πως έχω ζήσει κάποια πράγματα! Στην περίπτωση του Δύο φορές αθώα συνάντησα αρκετά από τα «παιδιά» των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, σήμερα μεσήλικα όλα, και ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα στην αρχή να καταλάβω γιατί δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν, γιατί είχαν νιώσει σαν να είχαν έρθει σε άλλον πλανήτη, όπως μου έλεγαν, γιατί το ένα, γιατί το άλλο. Μέσα στο μυθιστόρημα υπάρχουν εμβόλιμα αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις που έχει πάρει η Δανάη Ζ. και από άλλα «παιδιά» πλην της ηρωίδας μου, και τις οποίες «ακούει». Τα όσα «ακούει» είναι χαρακτηριστικά αποσπάσματα από εκείνα που έχω θησαυρίσει εγώ από τις συνομιλίες μου μ’ αυτά τα «παιδιά». Γενικά ενεργοποίησα τη διαδικασία της «ενσυναίσθησης» για να μπορέσω να έρθω στη θέση τους και να πλάσω έτσι την ηρωίδα μου. Ας ελπίσουμε ότι κάτι κατάφερα…

Δύο φορές αθώα Έλενα Χουζούρη ΚέδροςΔύο φορές αθώα
Έλενα Χουζούρη
Κέδρος
230 σελ.
Τιμή € 13,00

 

Διαβάστε επίσης
ΕΛΛΗΝΕΣ
ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ

συνέντευξη στην Ελένη Λιντζαροπούλου   Συζητώντας ή καλύτερα ερωτώντας μια πολυγραφότατη και ποικιλογραφότατη συγγραφέα όπως είναι η Ελένη Λαδιά, επέλεξα να μην αναφερθώ καθόλου σε ερωτήματα ήδη απαντημένα από την ίδια στα βιογραφικά της σημειώματα και στις συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει. Ο στόχος αυτής της επιλογής...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr