«Το κορίτσι από τη Γερμανία» του Armando Lucas Correa
 «Το κορίτσι από τη Γερμανία» του Armando Lucas Correa

«Το κορίτσι από τη Γερμανία» του Armando Lucas Correa

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Armando Lucas Correa Το κορίτσι από τη Γερμανία (μτφρ. Φωτεινή Πίπη) που θα κυκλοφορήσει στις 22 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

Χάνα

Βερολίνο, 1939

Έφτασα νωρίς στο ραντεβού μας στο καφέ της φράου Φάλκενχορστ. Δεν έβλεπα τον Λέο, κι έτσι άρχισα να περιφέρομαι στον σταθμό Χάκεσερ Μαρκτ. Ήταν γεμάτος στρατιώτες. Είχε ακόμα πιο πολύ κόσμο απ’ ό,τι συνήθως εκείνη τη μέρα. Κάτι συνέβαινε, και ο Λέο δεν ήταν μαζί μου. Κι άλλες σημαίες. Το μόνο που έβλεπα ολόγυρα ήταν κόκκινο και μαύρο. Ήταν μαρτύριο. Οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από πανό και άντρες και γυναίκες με τα χέρια τους σηκωμένα προς τον ουρανό.

Πιο δυνατά από τα μεγάφωνα άκουσα μια ενθουσιώδη φωνή να λέει κάτι για γενέθλια, για τη γιορτή ενός άντρα που άλλαζε το πεπρωμένο της Γερμανίας. Ενός άντρα που υποτίθεται πως έπρεπε να ακολουθήσουμε, να θαυμάσουμε, να λατρέψουμε. Του πιο αγνού άντρα σε μια χώρα που πολύ σύντομα θα επιτρεπόταν να κατοικείται μόνο από αγνούς ανθρώπους σαν τον ίδιο. Τα μεγάφωνα υπερίσχυαν των ανακοινώσεων για τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις των τρένων. Ένα τεράστιο πανό ευγνωμονούσε το αρχι-Θεριό για τη Γερμανία στην οποία ζούσαμε: «Wir danken dir». Ύστερα μια καντάτα του Μπαχ άρχισε να αντηχεί σε όλο τον σταθμό: «Wir danken dir, Gott, wir danken dir». «Σε ευχαριστούμε, Θεέ, σε ευχαριστούμε». Ώστε τώρα το Θηρίο ήταν θεός. Ήταν εικοστή Απριλίου.

Το πράσινο φουστάνι μου ήταν τόσο ασορτί με τα πλακάκια του δαπέδου του σταθμού, που ένιωθα σαν χαμαιλέοντας. Ο Λέο θα έσκαγε στα γέλια όταν θα με έβλεπε. Έτρεξα στην έξοδο που έβγαζε στο καφέ κι έπεσα πάνω του.

«Τι έχει να πει το Κορίτσι από τη Γερμανία της Φραντσέζισε Στράσε;» είπε γελώντας με μια ειρωνεία που έκανε τα μάτια του να φαντάζουν ακόμα πιο κατεργάρικα απ’ ό,τι συνήθως. «Θα πάμε στην Κούμπα. Και θα δεις πώς θα σου ανοίξει πόρτες εκείνο το περιοδικό. Ιδού το Κορίτσι από τη Γερμανία!» φώναξε και γέλασε.

Κούμπα. Κι άλλος νέος προορισμός. Ο Λέο τα είχε ανακαλύψει όλα. Ήταν βέβαιος ότι θα πηγαίναμε στην Κούμπα. Άρχισε να βρέχει, κι έτσι τρέξαμε και χωθήκαμε μέσα στο πελώριο εμπορικό κέντρο Χέρμαν Τιτς – που στο μεταξύ του είχαν αλλάξει όνομα, μιας κι αυτό ήταν υπερβολικά ακάθαρτο. Τώρα το έλεγαν Χέρτι, ώστε να μη θίγουν κανέναν. Παρά τη βροχή και την ώρα, όλοι οι όροφοι φαίνονταν άδειοι.

«Πού έχουν πάει όλοι;»

Βρήκαμε την κεντρική σκάλα και την ανεβήκαμε τρέχοντας. Πέσαμε πάνω σε κάτι γυναίκες που μας κοίταξαν σαν να απορούσαν πού να ήταν οι ενήλικες που μας επέβλεπαν. Προσπεράσαμε τον όροφο με τα περσικά χαλιά κρεμασμένα στις κουπαστές και φτάσαμε στον τελευταίο όροφο κάτω από τη γυάλινη σκεπή, απ’ όπου μπορούσαμε να δούμε τη βροχή να πέφτει.

«Κούμπα; Πού είναι η Κούμπα; Στην Αφρική; Ή στον Ινδικό Ωκεανό; Είναι νησί; Πώς γράφεται;» ρωτούσα διαρκώς όσο ακολουθούσα τον Λέο λαχανιασμένη, ελπίζοντας να καθίσουμε κάπου ώστε να πάψω να αποφεύγω γυναίκες φορτωμένες σακούλες με ψώνια.

«Κ-ού-μ-π-α». Ο Λέο μού είπε ένα ένα τα γράμματα. «Συζητούν να αγοράσουν εισιτήρια για το πλοίο. Ο πατέρας σου θα μας βοηθήσει να πάρουμε τα δικά μας».

Ήταν νησί. Δεν υπήρχε άλλο μέρος όπου θα μπορούσαμε να πάμε. Ήλπιζα να είναι πολύ μακριά από τα Θηρία.

«Η βροχή κόπασε. Έλα, πάμε». Ο Λέο άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες χωρίς να μου δώσει χρόνο για να ξελαχανιάσω. Ένας Θεός ήξερε πού ήθελε να πάμε τώρα.

Βγήκαμε στην κεντρική πλατεία, που ήταν γεμάτη νερόλακκους. Πήγαμε στη στάση του τραμ, και ο Λέο έσκυψε και βάλθηκε να σχεδιάζει στη λάσπη: ένα μικρούλικο στρογγυλό νησί κάτω από ένα περίγραμμα που είπε πως ήταν η Αφρική. Είχε φτιάξει χάρτη από νερό και λάσπη. Στη συνέχεια σχεδίαζε μια πόλη δίπλα σ’ έναν άλλο νερόλακκο.

«Εδώ θα είναι το σπίτι μας, δίπλα στη θάλασσα». Πήρε το χέρι μου κι ένιωσα πόσο βρόμικο και υγρό ήταν το δικό του. «Πάμε στην Κούμπα, Χάνα!»

Ο ενθουσιασμός έσβησε από το πρόσωπό του μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καταφέρει να μου τον μεταδώσει.

«Και τι θα κάνουμε σ’ αυτό το νησί;» ήταν το μοναδικό πράγμα που μου ήρθε να τον ρωτήσω, αν και ήξερα ότι δεν θα είχε να μου δώσει απάντηση.

Η πιθανότητα να φύγουμε γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη• αυτό μου προκαλούσε νευρικότητα. Ως τώρα τα βγάζαμε πέρα με τα Θηρία και με τις κρίσεις της μαμάς. Και μόνο στη σκέψη ότι σύντομα θα φεύγαμε, με έπιανε τρέμουλο στα χέρια.

Ξαφνικά ο Λέο άρχισε να μιλάει για γάμο και παιδιά και συγκατοίκηση, αλλά δεν μου είχε πει καν αν ήμαστε αρραβωνιασμένοι. Είμαστε τόσο νέοι, Λέο! Σκέφτηκα πως θα έπρεπε τουλάχιστον να με έχει ρωτήσει, ώστε να έχω τη δυνατότητα να δεχτώ• έτσι γινόταν πάντα. Ο Λέο, όμως, δεν πίστευε στις συμβάσεις. Είχε τους δικούς του κανόνες και σχεδίαζε τους δικούς του χάρτες στο νερό.

Θα πηγαίναμε στην Κούμπα. Τα παιδιά μας θα ήταν Κουμπανοί. Και θα μαθαίναμε την κουμπανική διάλεκτο.

Την ώρα που ο Λέο καθόταν ανακούρκουδα και σχεδίαζε στην έξοδο του Χέρμαν Τιτς, μια γυναίκα που βαστούσε μια καπελιέρα πήδησε κι έπεσε μέσα στον νερόλακκο, αφανίζοντας μεμιάς τον χάρτη μας.

«Βρομόπαιδα…» είπε συρίζοντας και αγριοκοιτάζοντας τον Λέο.

Εγώ την κοίταξα από κάτω προς τα πάνω. Φάνταζε γιγάντια, με τα χοντρά τριχωτά χέρια της και με νύχια σαν του αρπακτικού, αλλά βαμμένα κόκκινα.

Ήταν αφόρητο το πόσο αγενείς ήταν όλοι. Οι καλοί τρόποι εξαφανίζονταν μέρα με τη μέρα σε μια πόλη όπου όλοι το είχαν βάλει σκοπό να σπάνε παράθυρα και να κλοτσούν όποιον βρισκόταν στον δρόμο τους. Οι καλοί τρόποι δεν χρειάζονταν πια. Κανείς δεν μιλούσε, όλοι φώναζαν. Ο μπαμπάς διαμαρτυρόταν ότι η γλώσσα είχε χάσει όλη την ομορφιά της. Όσο για τη μαμά, τα γερμανικά που ξεχύνονταν από τα μεγάφωνα σε όλη την πόλη είχαν καταντήσει ένα έμεσμα από σύμφωνα.

Σήκωσα τα μάτια μου και είδα ότι από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγαν οι ουρανοί. Μια γκρίζα μάζα σύννεφων προμήνυε καταιγίδα. Ολόγυρά μας ο κόσμος έτρεχε προς την Πύλη του Βρανδεμβούργου, προκειμένου να παρακολουθήσει την παρέλαση που ανακοίνωναν τα μεγάφωνα. Σήμερα ήταν γιορτή: ο καθαρότερος άντρας στη Γερμανία έκλεινε τα πενήντα.

Πόσες ακόμα σημαίες μπορούσε να αντέξει η πόλη; Προσπαθήσαμε να φτάσουμε στη λεωφόρο Ούντερ ντεν Λίντεν, αλλά δεν καταφέραμε να διαπεράσουμε τα στίφη. Παιδιά και νέοι στριμώχνονταν σε παράθυρα, τοίχους και μπαλκόνια για να δουν τη στρατιωτική πομπή. Όλοι τους φαίνονταν να στριγκλίζουν: «Είμαστε ανίκητοι. Θα διαφεντέψουμε τον κόσμο!».

Κοροϊδεύοντας, ο Λέο μιμήθηκε τον χαιρετισμό τους με το δεξί του χέρι, στρίβοντας πάλι τον πήχη του ψηλά σαν τροχονόμος που σταματάει την κίνηση.

«Τρελάθηκες, Λέο;… Αυτοί οι άνθρωποι δεν σηκώνουν αστεία με αυτά τα πράγματα!» είπα εγώ τραβώντας το χέρι του. Ορμήσαμε ξανά μέσα στο πλήθος. Η οδύσσεια τώρα θα ήταν να γυρίσουμε στο σπίτι.

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε από ψηλά. Ένα αεροπλάνο πέρασε βολίδα από πάνω μας και ύστερα κι άλλο κι άλλο. Δεκάδες αεροπλάνα πλημμύρισαν τον ουρανό του Βερολίνου. Ο Λέο σοβάρεψε ξαφνικά. Την ώρα που αποχαιρετιόμαστε, πέρασε δίπλα μας ένα έφιππο άγημα. Μας κοίταξαν έκπληκτοι, σαν να έλεγαν: «Γιατί είστε εδώ και όχι στην παρέλαση;».

Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο σπίτι ήταν να ψάξω να βρω τον άτλαντα. Δεν έβρισκα την Κούμπα στις σελίδες με την Αφρική ούτε στον Ινδικό Ωκεανό ούτε γύρω από την Αυστραλία ούτε κοντά στην Ιαπωνία. Η Κούμπα δεν υπήρχε, δεν εμφανιζόταν σε καμία ήπειρο. Δεν ήταν χώρα ούτε νησί. Χρειαζόμουν μεγεθυντικό φακό για να εξετάσω τα μικρότερα ονόματα, που χάνονταν στις σκούρες μπλε κηλίδες.

Πιθανόν να ήταν ένα νησί μέσα σε κάποιο άλλο νησί ή μια μικροσκοπική χερσόνησος που δεν ανήκε σε κανέναν. Μπορεί να ήταν και ακατοίκητη και να ήμαστε εμείς οι πρώτοι έποικοι.

Θα ξεκινούσαμε από την αρχή και θα κάναμε την Κούμπα μια χώρα ιδανική, όπου καθένας θα μπορούσε να είναι ξανθός ή καστανός, ψηλός ή κοντός, χοντρός ή λεπτός. Όπου θα μπορούσες να αγοράσεις εφημερίδα, να χρησιμοποιήσεις το τηλέφωνο, να μιλήσεις όποια γλώσσα θέλεις και να λέγεσαι όπως θέλεις, χωρίς να ασχολείται κανείς με το χρώμα του δέρματός σου ή σε ποιον Θεό πιστεύεις.

Στους νεροχάρτες μας, έστω, η Κούμπα υπήρχε ήδη.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: