«Το ματωμένο του έργο» του Graeme Macrae Burnet
«Το ματωμένο του έργο» του Graeme Macrae Burnet

«Το ματωμένο του έργο» του Graeme Macrae Burnet

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Graeme Macrae Burnet Το ματωμένο του έργο (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου) που θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Ο κύριος Σίνκλερ μού ζήτησε να εκθέσω αυτό που αποκαλεί «αλυσίδα των γεγονότων» τα οποία οδήγησαν στη δολοφονία του Λάχλαν του Θεριού. Σκέφτηκα προσεκτικά ποιος μπορεί να ήταν ο πρώτος κρίκος αυτής της αλυσίδας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξεκινά από τη γέννησή μου ή ακόμα παλιό¬τερα, όταν γνωρίστηκαν οι γονείς μου και παντρεύτηκαν, ή με το ναυάγιο των δύο Ίαν που τους ένωσε. Εντούτοις, ενώ αληθεύει ότι, αν κάποιο απ’ αυτά τα γεγονότα δεν είχε συμβεί, ο Λάχλαν θα ήταν ζωντανός σήμερα –ή τουλάχιστον δεν θα είχε πεθάνει από το χέρι μου–, είναι δυνατόν ακόμη να φανταστούμε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν δια¬φορετική τροπή. Αν είχα ακολουθήσει τη συμβουλή του κυρίου Γκίλις, για παράδειγμα, ίσως να είχα φύγει από το Κολντούι πριν συμβούν τα γεγονότα που πρόκειται να διηγηθώ εδώ. Προσπάθησα λοιπόν να προσδιορίσω το χρονικό σημείο που έκανε αναπόφευκτο τον θάνατο του Λάχλαν· δηλαδή το σημείο μετά το οποίο δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη έκβαση. Πιστεύω ότι αυτή η στιγμή έφτασε με τον θάνατο της μητέρας μου, πριν από δεκαοκτώ μήνες περίπου. Ήταν η πηγή από την οποία ξεπήδησαν όλα τα υπόλοιπα. Συνεπώς, δεν περιγράφω το συγκεκριμένο γεγονός για να προκαλέσω τον οίκτο του αναγνώστη. Δεν επιθυμώ, ούτε χρειάζομαι τον οίκτο κανενός.

Η μητέρα μου ήταν χαρούμενος και ευδιάθετος άνθρωπος κι έκανε ό,τι μπορούσε για να δημιουργεί κεφάτη ατμόσφαιρα στο σπιτικό μας. Συνόδευε τις καθημερινές δουλειές της με τραγούδια και, όταν κάποιο από τα παιδιά τύχαινε να αρρωστήσει ή να χτυπήσει, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να μειώ¬σει τη σημασία της ενόχλησης, έτσι ώστε να μην κολλάμε σ’ αυτή. Άνθρωποι περνούσαν συχνά από το σπίτι μας και πάντοτε τους καλωσόριζε μ’ ένα ζεστό τσάι. Όταν οι γείτονές μας μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι μας, ο πατέρας ήταν φιλόξενος, αλλά σπάνια καθόταν μαζί τους, προτιμώντας να μένει όρθιος· ύστερα τους ανακοίνωνε ότι μπορεί εκείνοι να μην είχαν δουλειές, αλλά αυτός είχε πολλά να κάνει. Αυτό το σχόλιο οδηγούσε πάντοτε στη διάλυση της συγκέντρωσης. Είναι μυστήριο γιατί η μητέρα παντρεύτηκε έναν τόσο ιδιότροπο άνδρα όπως ο πατέρας, αφού μπορούσε να διαλέξει όποιον ήθελε από την κοινότητά της. Παρ’ όλα αυτά, χάρη στις δικές της προσπάθειες, θα πρέπει εκείνη την εποχή να μοιάζαμε σαν μια σχετικά ευτυχισμένη οικογένεια.

Ο πατέρας εξεπλάγη όταν η μητέρα μου έμεινε έγκυος για τέταρτη φορά. Ήταν τριάντα πέντε χρονών και είχαν περάσει δύο χρόνια από τη γέννηση των διδύμων. Θυμάμαι αρκετά καθαρά το βράδυ που ξεκίνησαν οι ωδίνες του τοκετού. Η νύχτα ήταν θυελλώδης και, καθώς η μητέρα μάζευε τα πιατικά του βραδινού, μια υγρή λιμνούλα εμφανίστηκε στα πόδια της. Αμέσως είπε στον πατέρα ότι είχε φτάσει η ώρα. Ειδοποιήθηκε η μαμή, η οποία κατοικούσε στο Άπλκρος, κι εμένα με έστειλαν στο σπίτι του Κένι του Ντουμάνη μαζί με τα δίδυμα. Η Τζέτα έμεινε να βοηθήσει στον τοκετό. Πριν φύγω από το σπίτι, η Τζέτα με φώναξε στο πίσω δωμάτιο για να φιλήσω τη μητέρα. Η μητέρα μού άρπαξε το χέρι και μου είπε να είμαι καλό παιδί και να φροντίζω τα αδέρφια μου. Το πρόσωπο της Τζέτα ήταν κατάχλωμο και τα μάτια της συννεφιασμένα από τον φόβο. Εκ των υστέρων, πιστεύω ότι και οι δύο είχαν προαισθανθεί ότι εκείνη τη νύχτα θα μας επισκεπτόταν ο θάνατος, αλλά δεν το ανέφερα ποτέ στην Τζέτα.

Δεν κοιμήθηκα ούτε λεπτό εκείνη τη νύχτα, παρότι έμεινα ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά στο στρώμα που μου είχαν δώσει. Το πρωί η Καρμίνα του Ντουμάνη με πληροφόρησε με αναφιλητά ότι η μητέρα μου είχε ξεψυχήσει στη διάρκεια της νύχτας εξαιτίας επιπλοκών στον τοκετό. Το βρέφος επέζησε και στάλθηκε στην οικογένεια της μητέρας μου στο Τοσκέιγκ, για να το αναθρέψει η αδερφή της. Δεν γνώρισα ποτέ τον αδερφό μου και δεν έχω καμία διάθεση να τον γνωρίσω. Στο χωριό έπεσε μεγάλη θλίψη, αφού η παρουσία της μητέρας ήταν σαν τη λιακάδα που μεγαλώνει τις σοδειές.

Αυτό το συμβάν έφερε σημαντικές αλλαγές στην οικογένειά μας. Η κυριότερη ήταν η μαυρίλα που έπεσε στο σπιτικό μας και αιωρούνταν από πάνω του σαν ομίχλη. Ο πατέρας άλλαξε λιγότερο απ’ όλους, κυρίως επειδή δεν ήταν ποτέ κεφάτος άνθρωπος. Παλιότερα, όσες φορές διασκεδάζαμε όλοι μαζί σαν οικογένεια, το δικό του γέλιο έσβηνε πάντοτε πρώτο. Κατέβαζε αμέσως τα μάτια, λες κι αυτή η στιγμή χαράς τον ντρόπιαζε. Αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας το πρόσωπό του υιοθέτησε μια μόνιμη ψυχρότητα, λες και είχε παγώσει οριστικά. Δεν θέλω να περιγράψω τον πατέρα σαν σκληρόκαρδο ή αναίσθητο άνθρωπο, ούτε αμφιβάλλω ότι ο θάνατος της συζύγου του τον επηρέασε οδυνηρά. Θα έλεγα μάλλον ότι ήταν πιο ευπροσάρμοστος στη δυστυχία και ότι τον ανακούφισε το γεγονός πως δεν ήταν πια υποχρεωμένος να προσποιείται ότι χαίρεται τη ζωή.

Τις βδομάδες και τους μήνες μετά την κηδεία, ο αιδεσιμότατος Γκαλμπρέιθ ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας. Ο πάστορας έχει εντυπωσιακή εμφάνιση, ντυμένος πάντοτε με μαύρη ρεντικότα και λευκό πουκάμισο κουμπωμένο ως τον γιακά, χωρίς γραβάτα ή λαιμοδέτη. Τα λευκά μαλλιά του είναι μονίμως κοντοκουρεμένα και έχει πυκνές φαβορίτες, που είναι κι αυτές προσεκτικά ψαλιδισμένες. Ο κόσμος λέει ότι τα μικρά σκούρα μάτια του είναι σαν να διαθέτουν τη δύναμη να εισχωρούν στο μυαλό. Εγώ αποφεύγω το βλέμμα του, αλλά δεν αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να διακρίνει τις αμαρτωλές σκέψεις που έκανα συχνά. Μιλάει με βροντερή, ρυθμική φωνή και, παρότι τα κηρύγματά του ήταν συνήθως ακατανόητα για μένα, δεν με δυσαρεστούσε να τα ακούω.

Στη νεκρώσιμη ακολουθία της μητέρας μου, αναφέρθηκε επί μακρόν στο θέμα του πόνου. Ο άνθρωπος, είπε, δεν είναι μόνο ένοχος αμαρτίας αλλά και σκλάβος της αμαρτίας. Έχουμε παραδοθεί όλοι στις υπηρεσίες του Σατανά και φορούμε τις αλυσίδες της αμαρτίας στον λαιμό μας. Ο κύριος Γκαλμπρέιθ ζήτησε να κοιτάξουμε γύρω μας τον κόσμο και τις αναρίθμητες δυστυχίες του. «Τι σημαίνουν» ρώτησε «η ασθένεια και η δυστυχία, η φτώχεια και ο πόνος του θανάτου που παρατηρούμε καθημερινά;». Η απάντηση, κατέληξε, είναι πως όλες αυτές οι αδικίες ήταν καρποί της αμαρτίας μας. Ο άνθρωπος μόνος του είναι ανίσχυρος να απαλλαγεί από το φορτίο της αμαρτίας. Για τον λόγο αυτό χρειαζόμαστε έναν λυτρωτή: έναν σωτήρα, χωρίς τον οποίο θα χαθούμε όλοι.

Μετά την ταφή της μητέρας μου, σχηματίσαμε μια σκυθρωπή πομπή πάνω από τους βάλτους. Όπως συμβαίνει συχνά στα μέρη μας, η μέρα ήταν τελείως γκρίζα. Ο ουρανός, τα βουνά του Ράασεϊ και τα νερά του πορθμού είχαν διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου. Ο πατέρας δεν έκλαψε στη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας ή αργότερα. Το πρόσωπό του υιο¬θέτησε τη σκληρή πεισματάρικη μάσκα από την οποία σπάνια παρεξέκλινε έκτοτε. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι πήρε πολύ στα σοβαρά τα λόγια του κυρίου Γκαλμπρέιθ. Εγώ, από μεριάς μου, ήμουν σίγουρος ότι δεν έφταιγαν οι αμαρτίες του πατέρα μου για τον χαμό της μητέρας αλλά οι δικές μου. Συλλογιζόμενος το κήρυγμα του κυρίου Γκαλμπρέιθ, αποφάσισα εκεί επιτόπου, με την γκρίζα γη κάτω από τα πόδια μου, ότι στην πρώτη ευκαιρία θα γινόμουν ο λυτρωτής του πατέρα μου και θα τον απάλλασσα από την ελεεινή κατάσταση στην οποία τον είχε καταντήσει η αμαρτωλή φύση μου.

Μερικούς μήνες αργότερα ο κύριος Γκαλμπρέιθ δέχτηκε τον πατέρα μου ως πρεσβύτερο στην εκκλησία, επειδή ο πατέρας αναγνώρισε ότι ο πόνος ήταν ανταμοιβή για τον αμαρτωλό τρόπο ζωής του. Ο πόνος του πατέρα ήταν παιδευτικός για το εκκλησίασμα και θα ωφελούσε η προαγωγή του στο αξίωμα του πρεσβύτερου. Πιστεύω ότι ο κύριος Γκαλμπρέιθ χάρηκε για τον θάνατο της μητέρας μου, διότι επιβεβαίωσε την αλήθεια του δόγματος που πρέσβευε.

Τα δίδυμα έκλαιγαν ασταμάτητα ζητώντας τη μητέρα τους κι όποτε σκέφτομαι εκείνη την περίοδο είναι σαν να ακούω τον αδιάκοπο θρήνο τους. Εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας, ως τότε ένιωθα σκέτη αδιαφορία για τα δίδυμα, τώρα όμως μου προκαλούσαν σαφή αντιπάθεια. Όταν το ένα ησύχαζε μια στιγμή, το άλλο έβαζε τα κλάματα, ξεσηκώνοντας έτσι και το πρώτο. Ο πατέρας δεν ανεχόταν τους κλαυθμούς των νηπίων και γύρευε να τα ησυχάσει με ξύλο, με το οποίο κατάφερνε μόνο να ξαναρχίσουν τις στριγκλιές. Τα θυμάμαι καθαρά να αγκαλιάζονται σφιχτά στο στρώμα τους, με μια έκφραση τρόμου, βλέποντας τον πατέρα να πλησιάζει για να τα δείρει. Άφηνα στην Τζέτα την ευθύνη να παρέμβει και, αν δεν ήταν εκείνη, είμαι σίγουρος ότι ο πατέρας θα τα είχε σκοτώσει στο ξύλο. Μας πρότειναν να στείλουμε και τα δίδυμα στο Τοσκέιγκ, αλλά ο πατέρας δεν ήθελε ούτε να το ακούσει, επιμένοντας ότι η Τζέτα ήταν αρκετά μεγάλη για να τα μεγαλώσει σαν μάνα τους.

Η αγαπημένη μου αδερφή Τζέτα μεταμορφώθηκε εντελώς, λες και το φάντασμά της είχε πάρει τη θέση της μέσα σε μια νύχτα. Το κεφάτο και χαριτωμένο κορίτσι αντικαταστάθηκε από μια σκυθρωπή, μελαγχολική φιγούρα, με καμπουριασμένους ώμους, ντυμένη στα μαύρα κατ’ απαίτηση του πατέρα. Η Τζέτα υποχρεώθηκε να αναλάβει τον ρόλο μάνας και συζύγου, ετοιμάζοντας τα γεύματα και υπηρετώντας τον πατέρα όπως έκανε παλιότερα η μητέρα μου. Εκείνη την εποχή ο πατέρας αποφάσισε ότι η Τζέτα έπρεπε να κοιμάται στην πίσω κάμαρα μαζί του, διότι ήταν πια γυναίκα και δικαιούνταν λίγη απομόνωση από τα αδέρφια της. Σε γενικές γραμμές, όμως, ο πατέρας την αγνοούσε, λες και η ομοιότητά της με τη γυναίκα του ήταν οδυνηρή και δεν μπορούσε ούτε να την κοιτάξει.

Καθώς η Τζέτα ήταν η πιο χαρωπή της οικογένειας, θα πρέπει να βίωσε εντονότερα την κατάθλιψη που εμπότισε το σπιτικό μας. Δεν ξέρω αν είχε προβλέψει τον θάνατο της μητέρας, γιατί ποτέ δεν μου μίλησε γι’ αυτό, αλλά, αντί να εγκαταλείψει τις τελετουργίες και τα σύνεργα που δεν είχαν καταφέρει να αποτρέψουν την κακοτυχία, προσκολλήθηκε ακόμα πιο παθιασμένα σ’ αυτά. Δεν έβλεπα καμία χρησιμότητα σε τέτοια πράγματα, αλλά καταλάβαινα ότι η Τζέτα έπια¬νε ενδείξεις από το Υπερπέραν που εγώ δεν αντιλαμβανόμουν. Με ανάλογο τρόπο, ο πατέρας στράφηκε με μεγαλύτερο ζήλο στην ανάγνωση της Γραφής και απαρνήθηκε τις ταπεινές απολαύσεις που επέτρεπε παλιότερα στον εαυτό του, σαν να πίστευε ότι ο Θεός τον τιμωρούσε για το ποτηράκι που έπινε σπανίως. Αυτό που κατάλαβα εγώ από τον θάνατο της μητέρας μου ήταν ο παραλογισμός και των δύο πεποιθήσεων.

Οι βδομάδες περνούσαν, αλλά κανείς μας δεν ήθελε να είναι ο πρώτος που θα ζωντάνευε την ατμόσφαιρα με μια σκανταλιά ή ένα τραγουδάκι. Έτσι όσο περισσότερος χρόνος περνούσε τόσο πιο πολύ κολλούσαμε στη μελαγχολική ρουτίνα μας.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Φτου και βγαίνω» του M. J. Arlidge

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του M. J. Arlidge Φτου και βγαίνω (μτφρ. Σοφία Τάπα) που θα κυκλοφορήσει στις 8 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.   ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ξαφνικά και η Λία σήκωσε αγριεμένη τα μάτια....

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Πώς φιλιούνται οι αχινοί» της Αλεξάνδρας Κ*

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Κ* Πώς φιλιούνται οι αχινοί που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.   κεφάλαιο 1ο Κυριακή μεσημέρι. Η μαμά σου μαγειρεύει το χέρι της κοκκινιστό....

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: