«Φτου και βγαίνω» του M. J. Arlidge
«Φτου και βγαίνω» του M. J. Arlidge

«Φτου και βγαίνω» του M. J. Arlidge

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του M. J. Arlidge Φτου και βγαίνω (μτφρ. Σοφία Τάπα) που θα κυκλοφορήσει στις 8 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ξαφνικά και η Λία σήκωσε αγριεμένη τα μάτια. Αλλά έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, η πόρτα του κελιού της έκλεισε με βρόντο και η Λία άκουσε τον καθησυχαστικό ήχο από τους σύρτες που την ασφάλιζαν. Έπεσε πίσω στο κρεβάτι, σκέτο ράκος αλλά ξαλαφρωμένη.

Απόψε είχε σταθεί τυχερή. Είχε εκμεταλλευτεί το σκηνικό στο κυλικείο –τη στιγμή που ο Κάμπελ είχε φροντίσει γι’ άλλη μια φορά να περάσει ευχάριστα την ώρα του εις βάρος της γειτόνισσάς της– για να τρέξει του σκοτωμού στο κελί της. Τα δέκα λεπτά που ακολούθησαν, όσο περίμενε το βραδινό κλείσιμο της φυλακής, ήταν σκέτο μαρτύριο. Αλλά τώρα πια είχε τελειώσει.

Το συρόμενο πορτάκι πάνω στην πόρτα άνοιξε απότομα και δυο μάτια φάνηκαν στο άνοιγμά του. Η Λία είχε μάθει με τον καιρό τα μάτια που την κατασκόπευαν και μπορούσε να καταλάβει σε ποιο δεσμοφύλακα ανήκαν. Τα μάτια του Κάμπελ ήταν γκρίζα και ψυχρά, της Σάρα Μπράντσο άψυχα ανοιχτοπράσινα και του Μαρκ Ρόμπινς καφετιά σοκολατιά και καλοσυνάτα. Ο τελευταίος ήταν που έκανε τον γύρο των κελιών απόψε. Η Λία χαμογέλασε όταν τον άκουσε να παίρνει ένα ένα τα κελιά με τη σειρά και να μην αφήνει τα κορίτσια στην ησυχία τους.

Οι περισσότερες μισούσαν αυτό το κομμάτι της μέρας.

Μόλις έπεφτε η νύχτα, τις κλείδωναν στα κελιά τους κι έμεναν μόνες, με μοναδική συντροφιά τον ίδιο τους τον εαυτό και τις μαύρες σκέψεις τους. Πολλές απ’ αυτές είχαν βιώσει την αδιαφορία των γονιών τους όταν ήταν παιδιά, κάποιες άλλες την κακοποίηση και σχεδόν όλες εδώ μέσα σε κάποια φάση της ζωής τους είχαν κάνει κακό στον εαυτό τους. Η νύχτα έφερνε στην επιφάνεια μνήμες εγκατάλειψης και μοναξιάς, με αποτέλεσμα πολλά κορίτσια να φτάνουν στα άκρα. Γι’ αυτό και οι περισσότερες αυτοκτονίες τη νύχτα γίνονταν.

Αλλά τη Λία δεν την πείραζε που ήταν κλειδωμένη στο κελί της. Τη μέρα είχε πολλά να κάνει, πράγματα που την κρατούσαν μακριά από επικίνδυνες καταστάσεις, κι έτσι η νύχτα ήταν η δική της ώρα. Η ώρα που μπορούσε να φαντασιώνεται ότι βρισκόταν κάπου αλλού. Τότε μπορούσε να κάνει τον εαυτό της να πιστέψει ότι βρισκόταν στο σπίτι με τα παιδιά της, τον Ντίλαν και τον Κάλεμπ. Κι ότι έκανε φυσιολογικά πράγματα. Ότι ήταν καλός άνθρωπος. Ότι ήταν μαμά.

Πολλές φορές έκλαιγε στη σκέψη των παιδιών της, αλλά παραδόξως τα δάκρυα αυτά της έφερναν μια ζεστασιά στην καρδιά. Θαρρείς και η αγάπη των παιδιών της να ήταν μαζί της εδώ μέσα. Κι αναθαρρημένη, αξιοποιούσε τον χρόνο που είχε μόνη για να σχεδιάζει το μέλλον της, να σχεδιάζει τον τρόπο να ξαναβρεθεί με τα παιδιά της. Η ποινή της ήταν ισόβια και τα επισκεπτήρια σπάνια για εκείνη, γι’ αυτό έπρεπε να σκεφτεί πώς μπορούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα.

Το ρίσκο που έπαιρνε ήταν τεράστιο, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Αύριο θα έρχονταν να τη δουν η μαμά και τα παιδιά της κι όσο θα βρισκόταν στο κέντρο των συγγενών, θα απαιτούσε να δει τη διευθύντρια των φυλακών. Είχε κερδίσει με το σπαθί της τη μεταφορά της στην προνομιούχα πτέρυγα. Κι από εκεί ίσως κατάφερνε να μεταφερθεί σε ανοιχτές φυλακές όπου οι κρατούμενοι δεν βρίσκονται υπό αυστηρή επίβλεψη και δεν είναι κλειδωμένοι σε κελιά. Μήπως ήταν υπερβολή να ελπίζει ότι ίσως κάποια μέρα μάλιστα να κατάφερνε να πετύχει και πρόωρη αποφυλάκιση;

Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι ανέβασε την κουβέρτα μέχρι το πιγούνι. Ο ήλιος έδυε κι αυτό συνήθως την ηρεμούσε και τη χαλάρωνε. Αλλά απόψε είχε υπερένταση και δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το μυαλό της γυρνούσε ξανά και ξανά στα παιδιά της. Στο αστείο χαχάνισμα του Ντίλαν όταν τον γαργαλούσες. Στο πόσο απαλά ήταν τα μαλλιά του Κάλεμπ. Στη ζεστασιά που πλημμύριζε την καρδιά της όταν ξάπλωναν και τα δυο τους στο κρεβάτι μαζί της τα πρωινά.

Όλα αυτά ήταν μονάχα αναμνήσεις, που γίνονταν ολοένα και πιο μακρινές, αλλά ήταν το μόνο που είχε. Κι έτσι η Λία κουκουλώθηκε με την κουβέρτα, χαμένη στις αναμνήσεις του παρελθόντος, ελπίζοντας να την πάρει ο ύπνος.

Και λες και ήταν συνεννοημένο, εκείνη τη στιγμή έσβησαν ξαφνικά τα φώτα βυθίζοντας τη Λία στο σκοτάδι.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Το ματωμένο του έργο» του Graeme Macrae Burnet

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Graeme Macrae Burnet Το ματωμένο του έργο (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου) που θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.   Ο κύριος Σίνκλερ μού ζήτησε να εκθέσω...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Πώς φιλιούνται οι αχινοί» της Αλεξάνδρας Κ*

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Αλεξάνδρας Κ* Πώς φιλιούνται οι αχινοί που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.   κεφάλαιο 1ο Κυριακή μεσημέρι. Η μαμά σου μαγειρεύει το χέρι της κοκκινιστό....

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: