«Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» του Peter Swanson

«Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» του Peter Swanson

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Peter Swanson Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος (μτφρ. Φωτεινή Πίπη) που θα κυκλοφορήσει στις 27 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

Τεντ

«Γεια σου», μου είπε.

Πρώτα είδα το χλωμό, όλο φακίδες χέρι ακουμπισμένο στη ράχη του διπλανού άδειου σκαμπό στο σαλόνι της πρώτης θέσης του αεροδρομίου Χίθροου. Μετά σήκωσα το βλέμμα μου στο πρόσωπο της ξένης γυναίκας.

«Γνωριζόμαστε;» τη ρώτησα. Δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα γνωστή, αλλά η αμερικανική προφορά της, το κολλαριστό λευκό πουκάμισο, το εφαρμοστό τζιν με τα μπατζάκια χωμένα μέσα σε μπότες ως το γόνατο, την έκαναν να μοιάζει με κάποια από τις απεχθείς φίλες της γυναίκας μου.

«Όχι, με συγχωρείτε. Απλώς θαύμαζα το ποτό σας. Επιτρέπετε;» λύγισε την ψηλόλιγνη σιλουέτα της και κάθισε στο δερμάτινο περιστρεφόμενο σκαμπό, αφήνοντας την τσάντα της πάνω στο μπαρ. «Τζιν είναι;» με ρώτησε για το μαρτίνι που είχα μπροστά μου.

«Χέντρικς», είπα.

Εκείνη έκανε νόημα στον μπάρμαν, έναν έφηβο με μαλλιά καρφάκια και γυαλιστερό πιγούνι, και του ζήτησε ένα μαρτίνι με τζιν Χέντρικς και δυο ελιές. Όταν έφτασε το ποτό της, το σήκωσε προς το μέρος μου.

Μου είχε μείνει μια σταγόνα και είπα: «Ας πιούμε ευχόμενοι την ανακάλυψη του εμβολίου που θα εξαλείψει τις διεθνείς πτήσεις».

«Ας πιούμε σ’ αυτό».

Τελείωσα το ποτό μου και παρήγγειλα άλλο ένα. Εκείνη συστήθηκε – μου είπε ένα όνομα που ξέχασα αυτοστιγμεί. Της είπα το δικό μου – απλώς Τεντ, όχι Τεντ Σέβερσον, τουλάχιστον όχι τότε. Καθίσαμε στο υπερβολικά πολυτελές και ολόφωτο σαλόνι του Χίθροου πίνοντας τα ποτά μας, ανταλλάσσοντας κάποια σχόλια και επιβεβαιώνοντας ότι και οι δύο περιμέναμε να επιβιβαστούμε στην ίδια απευθείας πτήση προς το αεροδρόμιο Λόγκαν της Βοστόνης. Εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα λεπτό χαρτόδετο βιβλίο και άρχισε να διαβάζει. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να τη δω καλύτερα. Ήταν πολύ όμορφη – μακριά, κόκκινα μαλλιά, μάτια φωτεινά, γαλαζοπράσινα σαν τροπικά νερά, και δέρμα τόσο ωχρό που έφερνε στον νου το γαλαζωπό λευκό του αποβουτυρωμένου γάλατος.

Όταν κάθεται πλάι σου στο συνοικιακό μπαρ μια τέτοια γυναίκα και σε συγχαίρει για το ποτό που έχεις παραγγείλει, αισθάνεσαι ότι η ζωή σου πρόκειται ν’ αλλάξει. Όμως στα μπαρ των αεροδρομίων οι κανόνες είναι διαφορετικοί. Εκεί οι συμπότες σου ετοιμάζονται από στιγμή σε στιγμή να πετάξουν προς μια κατεύθυνση ενδεχομένως ακριβώς αντίθετη από τη δική σου. Τι κι αν η συγκεκριμένη γυναίκα πήγαινε και εκείνη στη Βοστόνη, ήμουν ακόμα έξαλλος με την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι μου με τη γυναίκα μου. Αυτό ήταν το μόνο που είχα στο μυαλό μου όλο το Σαββατοκύριακο που πέρασα στην Αγγλία. Ζήτημα αν είχα φάει μια μπουκιά κι αν είχα κοιμηθεί λιγάκι.

Μια αναγγελία ακούστηκε από το μεγάφωνο, από την οποία οι μόνες διακριτές λέξεις ήταν «Βοστόνη» και «καθυστέρηση». Έριξα μια ματιά στον πίνακα, πάνω από τα ράφια με τον κρυφό φωτισμό και τα ακριβά ποτά, και είδα ότι η αναχώρησή μας μετατέθηκε μία ώρα αργότερα.

«Ώρα για άλλο ένα», είπα. «Κερνάω εγώ».

«Γιατί όχι», είπε εκείνη και έκλεισε το βιβλίο της, ακουμπώντας το στο μπαρ, δίπλα στην τσάντα της, με το εξώφυλλο προς τα πάνω. Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου, της Πατρίσια Χάισμιθ.

«Πώς σου φαίνεται το βιβλίο;»

«Δεν είναι κι από τα καλύτερά της».

«Τίποτα χειρότερο από ένα κακό βιβλίο και μια μεγάλη καθυστέρηση στην αναχώρηση της πτήσης σου».

«Εσύ τι διαβάζεις;» με ρώτησε.

«Την εφημερίδα. Δεν μου αρέσουν τα βιβλία».

«Άρα τι κάνεις στις πτήσεις;»

«Πίνω τζιν. Σχεδιάζω φόνους».

«Ενδιαφέρον». Μου χαμογέλασε, για πρώτη φορά. Ήταν ένα πλατύ χαμόγελο που σχημάτισε μια ρυτίδα ανάμεσα στο πάνω χείλος και στη μύτη της και που άφησε να φανεί η άψογη οδοντοστοιχία της και μια σχίζα ροζ ούλα. Αναρωτήθηκα πόσων χρονών είναι. Όταν πρωτοκάθισε, μου φάνηκε τριανταπεντάρα, κοντά στην ηλικία μου, αλλά το χαμόγελό της και οι ξεθωριασμένες φακίδες στη μύτη της την έκαναν να μοιάζει νεότερη˙ ίσως είκοσι οκτώ. Στην ηλικία της γυναίκας μου.

«Και, φυσικά, δουλεύω όταν πετάω», πρόσθεσα.

«Τι δουλειά κάνεις;»

Ανέφερα, σε μια σύντομη εκδοχή, τα σχετικά με τη χρηματοδότηση και τις συμβουλές που παρέχω σε νεοφυείς διαδικτυακές επιχειρήσεις. Δεν της είπα με ποιον τρόπο είχα βγάλει τα περισσότερα χρήματά μου – πουλώντας αυτές τις εταιρείες μόλις έπαιρναν τα πάνω τους. Ούτε της είπα ότι στην πραγματικότητα δεν είχα ανάγκη να ξαναδουλέψω ποτέ στη ζωή μου, ότι ήμουν ένας από τους λίγους της φούσκας των «dot-commers» του τέλους της δεκαετίας του 1990, που είχαν προλάβει να πουλήσουν τις μετοχές τους και να βγουν από το παιχνίδι πριν σκάσει η φούσκα. Ο μόνος λόγος που απέκρυψα αυτά τα στοιχεία ήταν γιατί δεν είχα διάθεση να τα συζητήσω και όχι γιατί θεώρησα ότι μπορεί να της φανούν προσβλητικά ή γιατί φοβήθηκα μη χάσει το ενδιαφέρον της για τη συζήτησή μας. Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να απολογηθώ για τα χρήματα που είχα βγάλει.

«Κι εσύ; Τι δουλειά κάνεις;» ρώτησα.

«Δουλεύω στο Κολέγιο Ουίνσλοου. Είμαι αρχειοφύλακας».

Σ’ ένα καταπράσινο προάστιο, καμιά τριανταριά χιλιόμετρα δυτικά της Βοστόνης, βρισκόταν αυτό το κολέγιο θηλέων. Τη ρώτησα τι ακριβώς κάνει ένας αρχειοφύλακας κι εκείνη μου εξιστόρησε –σύμφωνα με τη δική της σύντομη εκδοχή, όπως πιστεύω– τα σχετικά με τη δουλειά της. Δηλαδή συγκέντρωνε και διαφύλασσε έγγραφα του κολεγίου.

«Και μένεις στο Ουίνσλοου;» ρώτησα.

«Ναι».

«Παντρεμένη;»

«Όχι. Εσύ;»

Τη στιγμή που ξεστόμιζε την ερώτηση, παρατήρησα την αδιόρατη μετακίνηση της ματιάς της που έψαχνε για βέρα στο αριστερό μου χέρι. «Ναι, δυστυχώς», είπα. Μετά σήκωσα το χέρι μου για να δει ότι δεν φορούσα βέρα. «Και, όχι, δεν βγάζω τη βέρα μου στα μπαρ των αεροδρομίων, μήπως και τύχει να καθίσει δίπλα μου κάποια γυναίκα σαν εσένα. Ποτέ δεν έχω φορέσει βέρα. Δεν ανέχομαι αυτή την αίσθηση στο χέρι μου».

«Γιατί δυστυχώς;» ρώτησε εκείνη.

«Είναι μεγάλη ιστορία».

«Η πτήση μας έχει καθυστέρηση».

«Στ’ αλήθεια θες να μάθεις για την οικτρή ζωή μου;»

«Πώς μπορώ να το αρνηθώ;»

«Αν είναι να σου τα πω, τότε θα χρειαστώ άλλο ένα». Σήκωσα το άδειο ποτήρι μου. «Εσύ;»

«Όχι, ευχαριστώ. Τα δύο είναι το όριό μου». Έβγαλε με τα δόντια της τη μία ελιά από την οδοντογλυφίδα και τη μάσησε. Στιγμιαία, είδα τη ροζ άκρη της γλώσσας της.

«Πάντα λέω ότι τα δύο μαρτίνι είναι πολλά, αλλά τα τρία δεν είναι αρκετά».

«Καλό. Δεν το έλεγε και ο Τζέιμς Θέρμπερ αυτό;»

«Δεν τον έχω ακουστά», είπα μειδιώντας αυτάρεσκα, αν και ντράπηκα λίγο που προσπάθησα να πλασάρω μια γνωστή ατάκα για δική μου.

Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου ο μπάρμαν και παρήγγειλα το τρίτο μου κοκτέιλ. Στην επιδερμίδα γύρω από το στόμα μου είχα αρχίσει να αισθάνομαι εκείνο το ευχάριστο μούδιασμα που φέρνει το τζιν και κατάλαβα ότι κινδύνευα να παραμεθύσω και να παραπώ πολλά, όμως εδώ ίσχυαν οι κανόνες των αεροδρομίων και, παρόλο που η συνταξιδιώτισσά μου ζούσε μόλις τριάντα χιλιόμετρα μακριά από μένα, είχα ήδη ξεχάσει το όνομά της και ήξερα πόσο λίγες ήταν οι πιθανότητες να την ξαναδώ στη ζωή μου. Ωστόσο, ήταν ωραία η αίσθηση να πίνω και να μιλάω
με μια ξένη. Με βοηθούσε και μόνο που ξεστόμιζα κάποιες λέξεις, καταλάγιαζε εν μέρει ο θυμός μου.

Έτσι, λοιπόν, της είπα την ιστορία. Της είπα ότι ήμουν παντρεμένος εδώ και τρία χρόνια, κι ότι μέναμε με τη γυναίκα μου στη Βοστόνη. Της μίλησα για εκείνη την εβδομάδα του Σεπτέμβρη στο ξενοδοχείο Κένεουικ, στη νότια ακτή του Μέιν, πώς έγινε και ερωτευτήκαμε την περιοχή και πώς είχαμε αγοράσει ένα γελοιωδώς υπερτιμημένο παραθαλάσσιο οικόπεδο. Δεν παρέλειψα και τα σχετικά με τη γυναίκα μου η οποία, έχοντας κάνει μεταπτυχιακές σπουδές σε κάτι που λεγόταν Τέχνες και Κοινωνική Δράση, αποφάσισε ότι διαθέτει τα προσόντα για να σχεδιάσει το σπίτι, που θα χτίζαμε στο οικόπεδο, σε συνεργασία με το αρχιτεκτονικό γραφείο που το είχε αναλάβει. Έτσι τον τελευταίο καιρό περνούσε τον περισσότερο χρόνο της στο Κένεουικ μαζί με έναν εργολάβο, ονόματι Μπραντ Ντάγκετ.

«Η γυναίκα σου και ο Μπραντ;…» με ρώτησε μετά που άφησε τη δεύτερη ελιά να γλιστρήσει στο στόμα της.

«Ω, ναι».

«Είσαι σίγουρος;»

Έτσι, λοιπόν, προχώρησα σε λεπτομέρειες. Της είπα ότι η Μιράντα είχε αρχίσει να βαριέται τη ζωή μας στη Βοστόνη, ότι τον πρώτο χρόνο του γάμου μας είχε επιδοθεί μετά μανίας στη διακόσμηση του βικτοριανής εποχής σπιτιού μας στο Σάουθ Εντ. Μετά άρχισε να δουλεύει μερικές ώρες την ημέρα στην γκαλερί κάποιου φίλου, στην περιοχή Σόουα. Ήδη από τότε καταλάβαινα ότι το πράγμα είχε αρχίσει να μπαγιατεύει. Είχαμε αρχίσει να μη βρίσκουμε κάτι να πούμε όταν τρώγαμε μαζί και να πέφτουμε για ύπνο διαφορετικές ώρες.

Κυρίως, είχαμε χάσει την ταυτότητα που καθόριζε τον καθένα στην αρχή της σχέσης μας. Εγώ ήμουν ο πλούσιος επιχειρηματίας που την είχε μυήσει στα ακριβά κρασιά και στις φιλανθρωπικές δεξιώσεις, εκείνη ήταν η μποέμ καλλιτέχνιδα που ταξίδευε σε παραλίες της Ταϊλάνδης και της άρεσε να συχνάζει σε καταγώγια.

Έκανα κέφι, παρόλο που γενικά με θεωρώ ωραίο, ακόμα και το γεγονός ότι κανένας δεν γύριζε ποτέ να με κοιτάξει όποτε βρισκόμουν μαζί της. Εκείνη είχε ψηλά πόδια και μεγάλο στήθος, πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και σαρκώδη χείλη. Τα μαλλιά της ήταν σκούρα καστανά, όμως τα είχε πάντα βαμμένα μαύρα. Τα χτένιζε επίτηδες με τρόπο που να δείχνει αναμαλλιασμένη, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι. Η επιδερμίδα της ήταν αψεγάδιαστη και δεν είχε ανάγκη από μακιγιάζ, αν και δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι χωρίς να βάλει μαύρο αϊλάινερ. Έβλεπα τους άντρες να την κοιτάζουν επίμονα σε μπαρ και εστιατόρια. Ίσως ήταν ιδέα μου, όμως τα βλέμματα που της έριχναν έμοιαζαν πειναλέα, πρωτόγονα, και χαιρόμουν που δεν ζούσα σε κάποια εποχή ή σε κάποιο μέρος όπου οι άντρες συνήθιζαν να οπλοφορούν.

Το ταξίδι μας στο Κένεουικ του Μέιν είχε γίνει παρορμητικά, θέλοντας να κατευνάσω το παράπονο της Μιράντας ότι είχαμε περισσότερο από χρόνο να βρεθούμε μόνοι οι δυο μας. Πήγαμε την τρίτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Τις πρώτες ημέρες είχε ζέστη και λιακάδα, αλλά την Τετάρτη εκείνης της εβδομάδας κατέβηκε από τον Καναδά μια καταιγίδα που μας καθήλωσε μέσα στη σουίτα μας. Βγήκαμε από το δωμάτιο μόνο για να πιούμε μια μπίρα, μια λευκή Άλαγκας, και να φάμε αστακό στην υπόγεια ταβέρνα του ξενοδοχείου. Μετά την καταιγίδα, οι μέρες δρόσισαν, η ατμόσφαιρα ήταν ξηρή, το φως θαμπό, τα δειλινά παρατεταμένα.

Αγοράσαμε πουλόβερ και εξερευνήσαμε το απόκρημνο μονοπάτι που άρχιζε από τη βόρεια πλευρά του ξενοδοχείου και για ενάμισι χιλιόμετρο ελισσόταν ανάμεσα στον φουρτουνιασμένο Ατλαντικό και στους βράχους. Ο αέρας, που μέχρι πρόσφατα ήταν βαρύς από την υγρασία και την οσμή των αντηλιακών, τώρα ήταν ψυχρός και αλμυρός. Ερωτευτήκαμε και οι δυο τόσο πολύ το Κένεουικ που, όταν βρήκαμε ένα οικόπεδο πνιγμένο στις αγριοτριανταφυλλιές, σε έναν υπερυψωμένο κάβο στο τέρμα του μονοπατιού, κάλεσα επιτόπου τον αριθμό που έγραφε το πωλητήριο και τους έδωσα την προσφορά μου.

Έναν χρόνο μετά, οι αγριοτριανταφυλλιές είχαν ξεριζωθεί, τα θεμέλια είχαν μπει και το εξωτερικό του σπιτιού με τις εννιά κρεβατοκάμαρες κόντευε να ολοκληρωθεί. Είχαμε προσλάβει τον εργολάβο Μπραντ Ντάγκετ, έναν αρρενωπό ζωντοχήρο με πυκνά μαύρα μαλλιά, μουσάκι και γαμψή μύτη. Όσο εγώ περνούσα τις εβδομάδες μου στη Βοστόνη –συμβουλεύοντας μια ομάδα νέων που μόλις είχαν αποφοιτήσει από το ΜΙΤ και είχαν εφεύρει έναν αλγόριθμο για μια μηχανή αναζήτησης–, η Μιράντα περνούσε ολοένα και περισσότερο χρόνο στο Κένεουικ. Έμενε στο τοπικό ξενοδοχείο και επέβλεπε τις εργασίες στην οικοδομή, μεριμνώντας προσωπικά για κάθε πλακάκι και κάθε φωτιστικό.

Στις αρχές του Σεπτέμβρη, αποφάσισα να της κάνω έκπληξη και να την επισκεφθώ. Άφησα μήνυμα στο κινητό της την ώρα που έβγαινα στην εθνική, στην Ι-95 βόρεια της Βοστόνης. Έφτασα στο Κένεουικ λίγο πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι και την αναζήτησα στο ξενοδοχείο. Μου είπαν ότι είχε βγει από το πρωί.

Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα στην οικοδομή. Πάρκαρα στον χαλικόστρωτο δρόμο του σπιτιού, πίσω από το ημιφορτηγό του Μπραντ, ένα Φορντ F-150. Το γαλάζιο, σαν τα αβγά του κοκκινολαίμη, Μίνι Κούπερ της Μιράντας βρισκόταν επίσης εκεί. Είχα μερικές εβδομάδες να επισκεφθώ την οικοδομή και χάρηκα που είδα ότι είχε προχωρήσει. Τα κουφώματα όλων των παραθύρων είχαν τοποθετηθεί, ενώ είχαν καταφθάσει και οι πλάκες από ψαμμίτη – τις είχα παραγγείλει για τον κήπο που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο.

Περπάτησα γύρω από το σπίτι ως την πίσω πλευρά του, όπου έβλεπαν τα μπαλκόνια καθεμιάς από τις κρεβατοκάμαρες του ορόφου. Έφτασα και εκεί όπου η τζαμαρία κατά μήκος του πρώτου ορόφου οριοθετούσε ένα τεραστίων διαστάσεων πλακοστρωμένο αίθριο. Μπροστά από το πλακόστρωτο είχε σκαφτεί ένας παραλληλόγραμμος λάκκος για την πισίνα.

Ανεβαίνοντας τα πέτρινα σκαλοπάτια, είδα τον Μπραντ και τη Μιράντα μέσα από τα ψηλά παράθυρα της κουζίνας, αυτά που έχουν θέα προς τον ωκεανό. Είχα πρόθεση να τους χτυπήσω στο τζάμι, θέλοντας να τους ενημερώσω για την παρουσία μου, όμως κάτι με έκανε να σταματήσω. Ήταν και οι δύο ακουμπισμένοι στον πρόσφατα εγκατεστημένο γρανιτένιο πάγκο της κουζίνας και αγνάντευαν από το παράθυρο που έβλεπε προς τον όρμο του Κένεουικ. Ο Μπραντ κάπνιζε και τον είδα να τινάζει τη στάχτη του τσιγάρου του σε μια κούπα καφέ που βαστούσε στο άλλο του χέρι.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Γκρόβερ» του Στέργιου Χατζηκυριακίδη

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Στέργιου Χατζηκυριακίδη Γκρόβερ που θα κυκλοφορήσει στις 20 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Δίαυλος.   Η ώρα είχε πάει κοντά τρεις. Οι επιλογές μας είχαν αρχίσει να στενεύουν. Υπήρχαν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: