«Παλαιστές» του Δημήτρη Καρακίτσου

«Παλαιστές» του Δημήτρη Καρακίτσου

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου Παλαιστές που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Ποταμός.

palaistes eswt
ΜΑΝΩΛΗΣ ΨΩΜΑΣ, Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

Μια περίπου σαν τον Αποστολάρα συμπαθητική περίπτωση υπήρξε κι ο Μανώλης Ψωμάς, ένας ατόφιος παλαιστής των αρχών του 20ου αιώνα που η ζωή του δυστυχώς πήρε κακή τροπή από νωρίς. Ο επιληπτικός και παράφρων Μανώλης Ψωμάς, ο παλαιστής που καμάρωνε για τη λαβωματιά στο δεξί του μπράτσο από τον πόλεμο του 1897 γύρισε όλη την Ελλάδα, έδωσε ωραίες παραστάσεις μα ο κόσμος τον ξέχασε γρήγορα. Τα κουσούρια του άλλωστε δεν αργήσανε να βγουν στην επιφάνεια. Τον έβλεπες να κουλουριάζεται στη μέση της παλαίστρας βγάζοντας αφρούς από το στόμα. Τον έβλεπες να χάνει τα λόγια του βγάζοντας άναρθρες κραυγές Οι αστυφύλακες τον οδηγούσαν με κλοτσιές στο κελί. Ο Αποστολάρας πήγε μια μέρα να τον βρει στην Αθήνα, το φθινόπωρο του ’28. Βεβαίως ήξερε (είχε ακούσει) ότι ο Ψωμάς ζητιάνευε στους δρόμους. Η εικόνα που αντιμετώπισε ήταν σκληρή. Ο τρελός γέροντας αφόδευε σε μια γωνία του δωματίου δίπλα από το κρεβάτι. Ήταν σκεπασμένος με μια τριμμένη κουβέρτα πήχτρα στις ψείρες. Ξεσκλίδια χάμω σάπια παντού, ποντικοκούραδα, ποντίκια που σεργιάνιζαν στο χώμα. Ο Αποστολάρας λυπήθηκε για τον φίλο του και σε μια κατοπινή παράσταση ζήτησε βοήθεια από το κοινό για τον «γέροντα συνάδελφο που ψωμοζητεί». Έτσι ο Αποστολάρας κατάφερε να εξοικονομήσει για τον Μανώλη Ψωμά λίγα φαγώσιμα και μια χοντρή κάπα. Το ευαίσθητο κοινό έπαιρνε τις πάλαι ποτέ παράξενες χειρονομίες του Ψωμά ως παλικαριές. Το 1915 ο Ψωμάς παράτησε την πάλη. Είχε μακριά γενειάδα. Στηνόταν στα σκαλιά των ναών γράφοντας με το μπαστούνι του στο μάρμαρο. Ο Αποστολάρας ήταν ίσως ο μοναδικός εγγράμματος παλαιστής και σε επιστολή του (στη φαντασμένη ποιήτρια) θυμάται τον βασανισμένο φίλο του για τον οποίο και γράφει:

Βρήκα την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα τον παλιό φίλο μου Μανώλη Ψωμά. Ήταν ρυπαρά ενδεδυμένος και τον ερώτησα εάν έχει φάγει. Μου απήντησε πως ναι, αλλά τελικώς επήγαμε σε μιαν ταβέρνα και φάγαμε μαρίδες και αρνί. Ο Ψωμάς ήταν πρόσφυγας και ορφανός. Όταν ήταν παιδίον, είχε ένα μουλάρι ο θείος του και πήγαινε ο Ψωμάς και το πότιζε. Όλο δια αυτό μου ομιλούσε ο φίλος.. Και αφού φάγαμε και ήπιαμε και κρασί, ύστερα μου είπε ότι θα πάει να βρει την αδερφή του που ήτο πανδρεμένην. Παλαισταί σαν τον Ψωμά θα΄πρεπε να ζουν με παράδες και δόξα. Τον είχα δει τον Ψωμά μια φορά στη Λιβαδειά, παλαιά... Ήταν γενναίος άνθρωπος αλλά τώρα δεν έχει να φάγει.

ΒΑΛΚΑΝΙΟΙ ΠΡΩΤΟΠΑΛΑΙΣΤΕΣ

Οι Ούγγροι παλαιστές που περιόδευαν στα Βαλκάνια (σ’ εμάς έφθαναν μέχρι Καβάλα και Σαλονίκη) αποτραβήχτηκαν στη Βραϊλα και την Κοστάντζα λίγο μετά την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων. Οι παλαιστές αυτοί (με διασημότερό τους τον Plato Zsir – ο οποίος είχε υπηρέτη, και την άμαξά του τη σέρναν σκυλιά!) είχαν το 1902 κατακλύσει τη Θεσσαλονίκη για μια αλησμόνητη σειρά παραστάσεων μπροστά από την πρεσβεία της Περσίας. Οι Ούγγροι φημίζονταν για τα λουριά με τα οποία φάσκιωναν τα χέρια τους – δήθεν για να μην πληγωθούν από τις αλυσίδες. Ο Μανώλης Ψωμάς είχε δει παραστάσεις των Ούγγρων και προσπάθησε να μιμηθεί το κόλπο τους, μα ανεπιτυχώς. Οι Ούγγροι πάντως δεν ήταν οργανωμένοι σε κάποια συντεχνία. Οι μοναχικοί Ούγγροι μασίστες ακολουθούσαν τα καραβάνια των τσιγγάνων. Οι δε καχεκτικοί τσιγγάνοι αρνιόντουσαν να ακολουθήσουν το παράξενο τούτο επάγγελμα. Ο Βούλγαρος παλαιστής από την Βάρνα Ζίβκο Ντάνταρ είχε βοηθό του ένα τσιγγανόπουλο αγορασμένο για δέκα οκάδες ρύζι! Ο Ζίβκο Ντάνταρ έδρασε στα παραλίμνια χωριουδάκια της Οχρίδας καταλήγοντας συχνά στο Πόγραδετς. Ο Βούλγαρος παλαιστής είχε μαθητεύσει στο πλευρό του μεγάλου βλάχου Αντρέου απ’το Μπρασόβ. Ο Σαμουήλ ο Εβραίος είχε γνωρίσει τον βλάχο στη Θεσσαλονίκη το 1877. Πάντως κι εδώ πρόκειται για μια μυθική παλαιστική προσωπικότητα, σαν τον Παναγή Κουταλιανό. Λέγανε μάλιστα ότι κατάφερε να φτιάξει μεγάλη περιουσία από την πάλη (προτού πεθάνει, στα παιδιά του μοίρασε σαράντα τρεις κασέλες λίρες). Ο κόσμος πάντως τον θαύμαζε για την απλοχεριά και τη γενναιοδωρία του. Οι συγχωριανοί του τον τιμούσαν διότι προίκιζε όλες τις κοπέλες του χωριού. Επιπλέον αγόραζε κτήματα στα φτωχά παλικάρια, προστάτευε τη φτωχολογιά (στο χωριό του δεν τολμούσανε να πατήσουν οι ζαμπίτες), καθάριζε την περιοχή από ληστές και τραμπούκους. Μάλιστα, πριν από κάθε του ταξίδι, εξασφάλιζε το χωριό με μια βαριά οπλισμένη φρουρά με αραβίδες και πυροβόλα! Ο αρχοντάντρας Αντρέου κυκλοφορούσε με κουμπούρια στο ζουνάρι, και ένα τουφέκι Μυλωνά με φιλντισένιο κοντάκι. Έβγαινε περιοδεία συνοδευόμενος από τέσσερα παλικάρια πάνω σε λευκά άλογα. Η σούστα του ήταν διακοσμημένη με ωραίες ζωγραφιές που εξιστορούσαν τις μυθικές του νίκες. Το 1877 είχε νικήσει τον Πολωνό γίγαντα Γιάροσλαβ, κάπου στην περιοχή της Βεσσαραβίας. Το 1878, κατάφερε να ξεπαστρέψει δύο σπουδαίους Λετονούς παλαιστές που του ορμήσανε μπαμπέσικα σε μια λοκάντα στη Λομβαρδία. Την επόμενη χρονιά, στο χιονισμένο Ελμπασάν, τα έβαλε με έναν τερατώδη Λιθουανό γίγαντα που φορούσε τομάρι αρκούδας. Ο Αντρέου είχε δει τον γέρο Σαμουήλ σε μια παράσταση στα Γιάννενα. Τον είχε εντυπωσιάσει η αφύσικη του Εβραίου δύναμη, μα κυρίως η μεγάλη ανθρωπιά του ξωμερίτη παλαιστή. Ο οποίος δε δίστασε να μοιράσει τα κέρδη του σε ένα τσούρμο από φτωχά εβραιόπουλα που περπατούσαν ξυπόλητα στη λάσπη.

ΑΠΟΣΤΟΛΑΡΑΣ ΚΑΙ ΛΩΡΑ

Ο χωρισμός του ζεύγους συνέβη το φθινόπωρο του 1934 σε ένα καφενείο των Αθηνών. Ψιλόβροχο και θλίψη, η Λώρα καταπίνοντας ένα κόμπο μίλησε πρώτη: «θα με αρραβωνιάσουν Αποστόλη μου με έναν εισαγγελέα από το Μεσολόγγι». Ο Αποστολάρας δεν είπε τίποτα. Μόνο γέλασε πικρά. Η Λώρα φορούσε λευκό σάλι. Φιλήθηκαν αλλά αυτή τη φορά στο μάγουλο. Δεν ξαναειδώθηκαν. Το 1938 η Λώρα στέλνει στον Αποστολάρα το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος». Ο Αποστολάρας δεν έπαψε να την αγαπά. Το 1939 ο παλαιστής λαμβάνει ένα μικρό δέμα: τρεις φωτογραφίες του ζεύγους και το βινύλιο της Μαρίνας Δεμερτζή Η ζήλια του κόσμου. Ο Αποστολάρας γράφει:

Πολλά ήθελε να πει η Λώρα μα όλα κατόπιν εορτής. Καλύτερα όμως που δεν έμαθα.

Η πρώτη φωτογραφία δείχνει τους νέους στο πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου Βόλου. Η οπισθογράφηση λέει: «Δεκέμβριος 1932. Πρώτη μέρα στον όμορφο Βόλο». Ο Αποστολάρας γελά στον φακό. Η Λώρα σε ναζιάρικη πόζα (τα πόδια σταυρωτά, τα χέρια στην πλάτη) κοιτά τον φακό με χαμόγελο. Η δεύτερη φωτογραφία παρουσιάζει το ζεύγος σε κάποιο εξοχικό κέντρο της Αττικής. Στο τραπέζι μπουκάλια μπίρας. Οι νέοι δεν είχαν κοινούς φίλους. Άλλωστε η Λώρα έπρεπε να αντιμετωπίσει μια ντουζίνα επίδοξων μνηστήρων οι οποίοι με ψευδώνυμα όπως Μελαγχολικός Πάρης ή Άφτερος Πήγασος την πολιορκούσανε δημοσιεύοντας ποιηματάκια πάθους στις εφημερίδες του Καρπενησίου. Ο Αποστολάρας δεν ένιωθε ζήλια. Ήξερε ότι θα τη χάσει. Η Λώρα ήταν κοπέλα της παντρειάς. Στην οπισθογράφηση της τελευταίας φωτογραφίας διαβάζουμε: «Ιούνιος 1933, Κέρκυρα. Θα σ’ αγαπώ για πάντα. Λώρα». Η φωτογραφία αποτυπώνει το ζευγάρι στην αμμουδιά του Αγίου Σπυρίδωνα. Η Λώρα με κοντά ξανθά μαλλιά και καπελάκι, ελαφρύ φόρεμα με φιόγκο. Μια σειρά από πέρλες στολίζει τον ολομέταξο λαιμό της. Ο Αποστολάρας τής κρατά το χέρι. Το βλέμμα του είναι μελαγχολικό. Ένας γέροντας πίσω τους με σηκωμένα μπατζάκια αγναντεύει τη θάλασσα.

Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στο Βόλο το 1979. Έχουν εκδοθεί τα έργα του: Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (εκδ. Το Ροδακιό, 2012), Βένουσμπεργκ (εκδ. Αντίποδες, 2015).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Μας συνέλαβαν! – Μια μαρτυρία από τη φυλακή» του Can Dündar

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Can Dündar Μας συνέλαβαν! – Μια μαρτυρία από τη φυλακή (μτφρ, Μιχάλης Μακρόπουλος) που θα κυκλοφορήσει στις 22 Ιουνίου από τις εκδόσεις Κριτική.   Το πρωινό της 6ης Μαΐου του...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER