A+ A A-

«Καϊάφας» του Νίκου Αδάμ Βουδούρη

«Καϊάφας» του Νίκου Αδάμ Βουδούρη


Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Νίκου Αδάμ Βουδούρη Καϊάφας που θα κυκλοφορίσεις στις αρχές Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η τιμωρία κι ο Χορμόβας
Ενα πρωι κάτι αξύριστοι άντρες, με τατουάζ, με χαϊμαλιά και σκουλαρίκια, με φαρδιά πολύχρωμα πουκάμισα και παντελόνια μέχρι το γόνατο, κατέλυσαν στην παραλία, τέσσερις πέντε απ’ αυτούς είχαν και σκυλιά. Στα σκυλιά τους είχαν δώσει περίεργα ονόματα, όλα τα σκυλιά είχαν τίτλο, άκουγα, ας πούμε: έλα, Βαρόνε, πάρ’ τον Πρίγκιπα, ήσυχα, Κόμη, και άκουσα και το υπέροχο: Μαρκησία, και η Μαρκησία ήταν μια κανελιά μεγαλόσωμη σκύλα, κι αυτός που της φώναξε ήταν το αφεντικό της. Αυτός ξεχώριζε απ’ τους άλλους, ήταν, ας πούμε, ο αρχηγός, είχε ξυρισμένο το πρόσωπό του, ο μόνος μέσα σ’ όλους, είχε μακριά μαλλιά που έλαμπαν κι έμοιαζαν βρεγμένα χωρίς να είναι, αυτόν όλοι οι άλλοι δεν τον έλεγαν με το μικρό του, δεν τον φώναζαν Γιάννη, Κώστα, ή Μιχάλη, όλοι τον έλεγαν Χορμόβα.

Ξεπέζεψαν εκεί που τελειώνει ο πευκιάς κι αρχίζει η αμμουδιά, σιωπηλοί και μεθοδικοί άνοιγαν σάκους και σακίδια, έβγαζαν αντίσκηνα, τα έστηναν κάτω απ’ τα πεύκα και στα κενά που άφηναν οι συστάδες των σκίνων, έδεναν χοντρά σχοινιά από δέντρο σε δέντρο. Άπλωναν πάνω στα σχοινιά πολύχρωμα μαντίλια και στερέωναν αυτοσχέδιες τέντες, αράδιαζαν πτυσσόμενα τραπέζια και πάνινες πολυθρόνες, κρεμούσανε απ’ τα κλαδιά κούνιες και αιώρες, και σε λίγη ώρα ένας πολύχρωμος καταυλισμός είχε στηθεί.
Πρόσεξα σε μερικά μαντίλια μια στάμπα, την ίδια σε όλα, παρίστανε μια χελώνα και από πάνω έγραφε I love caretta caretta. Εγώ με τον Σαμψών τους κοιτούσαμε από μακριά, κάναμε τον γύρο της παρδαλής εγκατάστασης, ήταν ωραία και μου έφτιαξε το κέφι, ψιθύρισα: Δικά μας παιδιά, φαντάστηκα κολλητιλίκια. Να μαζευόμαστε βράδυ, γύρω από μια φωτιά στην αμμουδιά, άντρες σε κύκλο, και στη μέση οι φλόγες, εμείς καθισμένοι οκλαδόν να πίνουμε, να μιλάμε, να γελάμε, και πιο πέρα τα σκυλιά ακροβολισμένα, φρουροί, φίλοι καλοί, ηρεμία, και οι φλόγες να κάνουν τις σκιές μας μακριές, απλωμένες στην άμμο, όλα ωραία, αυτά σκεφτόμουν. Στον Σαμψών κάτι έφταιξε πάλι και ξέρασε, μα είχα την περιέργεια και χάζευα τους κατασκηνωτές και δεν του ’δωσα σημασία, μόνο του ’πα, έλα, και πήραμε τον δρόμο για το μαγαζί.
Το βράδυ τρεις απ’ τους άντρες αυτούς έφτασαν στην ταβέρνα, πήραν νερά και μπίρες και φαγητά σε πακέτο, κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου. Το αφεντικό και οι περισσότεροι πελάτες έμοιαζαν να τους γνωρίζουν, αναφερόμενοι σ’ αυτούς τους αποκαλούσαν οι χελωνάδες, έρχονται κάθε χρόνο τέτοια εποχή, με πληροφόρησαν. Την άλλη μέρα ξύπνησα πιο νωρίς, πήρα τον Σαμψών και πήγαμε βόλτα, άραξα στην αμμουδιά, χάιδευα τον σκύλο, ήταν πρωί ακόμα, δεν είχε και τόση ζέστη, στην παραλία ψυχή, στον καταυλισμό των χελωνάδων όμως η δραστηριότητα έντονη. Τους χάζευα, τους έβλεπα να φεύγουν και να ’ρχονται, να ψάχνουν στην άμμο και να βρίσκουν ίχνη απ’ τις χελώνες, να εντοπίζουν τις φωλιές κι εκεί να βάζουν όρια, να περικλείουν την προστατευόμενη περιοχή με την κατάλληλη σήμανση, ερυθρόλευκες κορδέλες και σημαιάκια, σε λίγη ώρα γέμισε η παραλία σημαδούρες. Αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, δεν μου έδιναν σημασία, ούτε και μεταξύ τους αντάλλαζαν πολλές κουβέντες, ήθελα να τους δείξω το σημείο, που είδα με τα μάτια μου τη μεγάλη χελώνα να αφήνει τα αυγά της, μα δυσκολευόμουν να το εντοπίσω. Κάποια στιγμή ήρθε ένας από αυτούς, με καλημέρισε, μου χαμογέλασε και μου είπε: Τι θα φάμε σήμερα; Σηκώθηκα, σηκώθηκε κι ο Σαμψών, θα φροντίσω, απάντησα.

Το βράδυ ήρθαν στο μαγαζί όλοι μαζί, τσούρμο, ένωσα τραπέζια κι έκανα ένα μεγαλύτερο, σαν το τραπέζι συσκέψεων που ’χα στην προηγούμενη ζωή μου, έτσι ακριβώς το σκέφτηκα, στην προηγούμενη ζωή μου, τακτοποίησα την πολύχρωμη παρέα, έπιασαν σχεδόν το μισό μαγαζί. Ήμουν φιλικός, εγκάρδιος, αυτό έγινε και την επόμενη, και τη μεθεπόμενη, κι έτσι κέρδισα την εμπιστοσύνη τους, ήμουν φίλος, ας πούμε, κι ο σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτούς και τους υπόλοιπους παραθεριστές.
Στα διαλείμματα της δουλειάς, κι αν τα πράγματα είχαν λίγο λασκάρει, κι ο πανικός υποχωρήσει, οι ντόπιοι κυρίως, αλλά και κάποιοι μόνιμοι πελάτες, με ρωτούσαν, με ελαφρά ειρωνεία στη φωνή, τι κάνουν οι φίλοι σου οι χελωνάδες; Ένα μεσημέρι, κι ενώ μάζευα τα τελευταία τραπέζια, κάποιος μ’ αστείο όνομα, ο κύριος Γιάννης Μενύχτας, που ’ταν μόνιμος πελάτης (έτρωγε κάθε μέρα σε μας μαζί με τη σύζυγό του, την κυρία Παρασκευή, που όλοι τη φώναζαν Βιβίκα), με ρώτησε: Πόσες χελώνες ξεγέννησαν σήμερα; Και ξεκαρδισμένος απ’ τα γέλια, συμπλήρωσε, φέρε κι από δω κάνα χελωναύγουλο να φτιάξουμε ομελέτα, με τέτοια χωρατά γελούσαν. Δεν έδινα σημασία, μπορεί και να τη γούσταρα την περιπαιχτική διάθεση του Μενύχτα και της κυρίας Βιβίκας, και καμιά φορά ανταπέδιδα τα χωρατά, κι όλα αυτά έμοιαζαν ωραία, έσκυβα και χάιδευα τον σκύλο, που ήταν πάντα υπομονετικός κι ατάραχος στη γωνιά του, και επέστρεφα στη δουλειά, να μαζέψω κάνα τραπέζι, να πάρω καμιά παραγγελία. Μέρες περνούσαν, Αύγουστος προχωρημένος πλέον, δουλειά στο φουλ, μα δουλειά ήρεμη, στρωμένη, το μαγαζί υπό τον έλεγχό μου και στην εντέλεια, ρολόι όλα. Τόσο που μια μέρα η γυναίκα του αφεντικού, που μέχρι τώρα σπάνια μου μιλούσε, αλλά κι εγώ την απέφευγα και την αντιπαθούσα γιατί αποκαλούσε τον Σαμψών ψωριάρη, μου είπε, Λάμπρο, παιδί μου, το ’χεις. Πούλα το αμάξι και στήσε μαγαζί, άσε τα πτυχία και τα γράμματα, θα γίνεις ταβερνιάρης πρώτης γραμμής, υπερθεμάτισε απ’ τη γωνιά της η κυρία Βιβίκα, κι εγώ ξέσπασα σε γέλια κι απόρησα με τον εαυτό μου, γιατί καιρό είχα να γελάσω έτσι.
Ένα βράδυ κοντά στη μεγάλη αυγουστιάτικη πανσέληνο, τρεις τέσσερις μέρες πριν το φεγγάρι γεμίσει, πήρα καμιά δεκαριά μπίρες και τράβηξα παρέα πάντα με τον αργοκίνητο Σαμψών για το αυτοσχέδιο κάμπινγκ. Πλησίασα δειλά, πρόσφερα τις μπίρες, με δέχτηκαν εγκάρδια, δυο απ’ αυτούς είχαν κιθάρες, έπαιζαν πολύ σιγά κάτι αργό, η νύχτα με γέμιζε χαρά. Είχα τον Σαμψών αγκαλιά κι απλά κοιτούσα όλα αυτά τα μαγικά γύρω μου, που το φως του φεγγαριού τα στόλιζε, οι μπίρες άλλαζαν χέρια κι έκαναν καλά τη δουλειά τους, κάθε τόσο ένας άντρας σηκωνόταν σιωπηλός να κατουρήσει και σιωπηλός επέστρεφε, μεταξύ τους κανείς κουβέντα καμιά, μα κάποια στιγμή η Μαρκησία έβγαλε κοφτό δυνατό γάβγισμα, ο Χορμοβας τινάχτηκε. Βούλωσ’ το, είπε, μα το σκυλί ανυπάκουο, γάβγιζε δυνατά κοιτάζοντας τη θάλασσα. Χελώνα, είπαν όλοι.
Την είδαμε, μεγάλη, αστραφτερή στο νυχτερινό φως, βγήκε για λίγο, τρόμαξε προφανώς απ’ τα γαβγίσματα και γύρισε πίσω, ο Χορμόβας βούτηξε με τα ρούχα και κολύμπαγε με απλωτές, κανένας δεν μιλούσε, μόνο το σκυλί του, η Μαρκησία, έβγαζε ψιλές φωνές σαν να έκλαιγε. Όταν ο Χορμόβας βγήκε απ’ τη θάλασσα, η σκύλα του σύρθηκε στα πόδια του, την έβρισε, την κλότσησε, εκείνη κουλουριάστηκε για λίγο, μετά αναθάρρησε και του όρμησε κατεβάζοντάς του με τα μπροστινά της ποδιά το μουσκεμένο του παντελόνι. Άντρας και σκύλα πάλεψαν λίγο στην άμμο, κι όλο αυτό είχε μια ανόητη ένταση, μέχρι που κάποιος, κοιτάζοντας τον πισινό του Χορμόβα που πρόβαλλε απ’ το κατεβασμένο παντελόνι, είπε: Ρε μαλάκα Χορμόβα, ο κώλος σου είναι άσπρος σαν το φεγγάρι ρε.
Γελάσαμε όλοι κι ένας απ’ τους άντρες είπε: Χορμόβα, να κάνεις την καινούρια διαφήμιση της Κόπερτον ρε, ο Χορμόβας τσαντισμένος φώναξε: Ηλία, κόφ’ το, κι αυτός, ο Ηλίας, άναψε τσιγάρο κι έκατσε δίπλα μου. Μας διώχνουν, μου είπε, αύριο τα μαζεύουμε, γι’ αυτό και τα νεύρα. Σας διώχνουν; απόρησα εγώ, ποιοι και γιατί; Είναι μεγάλη ιστορία, μου απάντησε, δεν έχουμε οργάνωση, δεν είμαστε ΜΚΟ, δεν έχουμε συνεργασία με υπουργεία, δεν τα γουστάρουμε αυτά, είναι και πολιτικό το θέμα, απλοί εθελοντές είμαστε. Σηκώθηκε και πήγε με τους άλλους, χάιδευα τον Σαμψών κι ένιωθα τώρα τη μελαγχολία όλων να μεγαλώνει, έριξα κάτω το κεφάλι μου και χάραζα με ένα κλαδάκι σχήματα στην άμμο. Δεν τον είδα πότε, ήρθε κοντά μου, μου έφερε τσιγάρα, κουνούσε το πακέτο του μπροστά στο πρόσωπό μου, σήκωσα τα μάτια, ήταν ο Χορμόβας, πρώτη φορά που με πλησίασε και μου μίλησε, εσύ γιατί χαλιέσαι; με ρώτησε.
Σας συνήθισα και φεύγετε, είπα, σας συνήθισε κι ο Σαμψών. Με κοιτούσε και δεν μιλούσε, κι εγώ για να σπάσω τον πάγο είπα το εξής χαζό, να τον ζευγαρώσουμε με τη Μαρκησία να γίνουμε συμπέθεροι. Ύστερα έκοψα τη σαχλαμάρα και σηκώθηκα κι εγώ όρθιος, ήμουν λιγάκι πιο κοντός απ’ αυτόν, ίσως πάλι όχι, είχε η αμμουδιά μια κλίση, σκέφτηκα εγώ για μένα και μουρμούρισα: Εγώ παιδάκι χαρισματικό κι απροστάτευτο και το σκυλί μου κι αυτό χαρισματικό κι απροστάτευτο, τα είπα αυτά μέσ’ απ’ τα δόντια μου, τα χείλη μου σάλεψαν. Περίμενα την απόκριση του Χορμόβα, πήγε κάτι να πει μα το κατάπιε κι απέστρεψε το βλέμμα, έφτιαξα στον νου τη φράση: δύσκολο καρύδι, και είπα, πάω να φέρω μπίρες. Σαν επέστρεψα είδα τον σκύλο μου αφημένο στα χάδια του Χορμόβα, μοίρασα τις μπίρες κι άραξα δίπλα τους, τα δάχτυλά του χάνονταν στο τρίχωμα του σκυλιού. Είδες ωραία γούνα που έχει, είπα, προσφέροντάς του μια μπίρα, ναι, μόνο η γούνα του έμεινε, με διέκοψε. Άκουσε, φίλε, συνέχισε, για το σκυλί θέλω να σου πω, προχτές είχε λίγο αίμα στο ρουθούνι και γενικά το βλέπεις, έχει μεγάλη κόπωση, είναι αργό στις κινήσεις και είναι απρόθυμο. Πάντα έτσι είναι, συμπλήρωσα, και το αίμα στο ρουθούνι είναι από ένα χτύπημα, ανοίγει καμιά φορά η πληγή. Είναι άρχοντας, δεν καταδέχεται τα πολλά πολλά και τα παιχνίδια, πρώτη φορά με σένα κάθεται σε χάδια, και με μένα ακόμα είναι παγερός κι αδιάφορος. Πρόσεξέ με, φίλε, μ’ έκοψε ο Χορμόβας, ξέρω από σκυλιά, το ’χω προσέξει μέρες τώρα, κάτι δεν πάει καλά, πρέπει να τον πας σε κτηνίατρο. Είναι sui generis ο Σαμψών, επέμεινα, τότε ο Χορμόβας άναψε τσιγάρο, τράβηξε γερή ρουφηξιά, όρθωσε τον κορμό του, φύσηξε τον καπνό, και μου είπε κάτι σκληρό, που μου φάνηκε σαν κατηγορία ή σαν μεγάλη τιμωρία. Μου είπε: Φίλε, το εξωραΐζεις.

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr