A+ A A-

«Τρεις μέρες, μια ζωή» του Πιερ Λεμέτρ

«Τρεις μέρες, μια ζωή» του Πιερ Λεμέτρ


Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Πιερ Λεμέτρ Τρεις μέρες, μια ζωή (μτφρ. Κλαιρ Νεβέ) που κυκλοφορεί στις 19 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μίνωας.

1

Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1999, μια απρόσμενη σειρά από τραγικά γεγονότα χτύπησε το Μποβάλ, με το πιο σημαντικό να είναι, φυσικά, η εξαφάνιση του μικρού Ρεμί Ντεσμέ. Σε αυτή την περιοχή που καλύπτεται από δάση, και που ζει σε αργούς ρυθμούς, η ξαφνική εξαφάνιση αυτού του παιδιού προκάλεσε κατάπληξη και έφτασε να θεωρηθεί, από πολλούς κατοίκους, ο προάγγελος επερχόμενων καταστροφών.
Για τον Αντουάν, που βρισκόταν στο επίκεντρο αυτού του δράματος, όλα άρχισαν με τον θάνατο του σκύλου. Του Οδυσσέα. Μην ψάχνετε τον λόγο για τον οποίο το αφεντικό του, ο κύριος Ντεσμέ, είχε δώσει σ’ αυτό τον άσπρο και ξανθοκόκκινο μπάσταρδο, που ήταν κοκαλιάρης και με ψηλά πόδια, το όνομα ενός ήρωα της Αρχαίας Ελλάδας, θα είναι ένα ακόμα μυστήριο σε αυτή την ιστορία.
Οι Ντεσμέ ήταν οι γείτονες και ο Αντουάν, που ήταν τότε δώδεκα ετών, είχε δεθεί ιδιαίτερα με αυτό τον σκύλο, δεδομένου ότι η μητέρα του αρνιόταν πεισματικά να πάρει ζώο στο σπίτι, ούτε γάτα ούτε σκύλο ούτε χάμστερ, τίποτα, έλεγε ότι είναι βρόμικα.
Ο Οδυσσέας ερχόταν πρόθυμα μέχρι την καγκελόπορτα όταν τον φώναζε ο Αντουάν, ακολουθούσε την αγοροπαρέα μέχρι τη λίμνη ή στα γύρω δάση και, όταν ο Αντουάν πήγαινε εκεί μόνος του, τον έπαιρνε πάντα μαζί του. Έπιανε μάλιστα τον εαυτό του να του μιλάει σαν να επρόκειτο για φίλο. Ο σκύλος έγερνε το κεφάλι, σοβαρός και συγκεντρωμένος, μέχρι που ξαφνικά το ’σκαγε, ένδειξη ότι ο χρόνος των εκμυστηρεύσεων είχε εξαντληθεί.
Το τέλος του καλοκαιριού το είχε περάσει φτιάχνοντας μια καλύβα με τους συμμαθητές του, στο δάσος κάπου στα ψηλώματα του Σεντ-Εστάς. Ήταν μια ιδέα του Αντουάν που, όπως πάντα, ο Τεό την είχε παρουσιάσει σαν δική του, αναλαμβάνοντας έτσι και το πρόσταγμα των επιχειρήσεων. Το κύρος αυτού του αγοριού στη μικρή παρέα τους οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν ο ψηλότερος και ταυτόχρονα ο γιος του δημάρχου. Αυτά είναι πράγματα που μετρούν σε κωμοπόλεις σαν το Μποβάλ (όπου μισούν τους ανθρώπους που επανεκλέγουν συστηματικά, αλλά θεωρούν τον δήμαρχό τους κάτι σαν τον προστάτη άγιό τους και τον γιο του σαν διάδοχο, είναι μια ιδέα περί κοινωνικής ιεραρχίας που ξεπηδά από τον κύκλο των εμπόρων, περνάει στους συλλόγους και εξαπλώνεται μεταδοτικά μέχρι και τις αυλές των σχολείων). Ο Τεό Βιζέρ ήταν επίσης ο χειρότερος μαθητής της τάξης, κάτι που συνιστούσε, στα μάτια των συμμαθητών του, απόδειξη ότι είχε χαρακτήρα. Κάθε φορά που ο πατέρας του του έριχνε ένα γερό μπερντάχι ξύλο –πράγμα όχι και τόσο σπάνιο–, ο Τεό εξέθετε περήφανα τις μελανιές του, σαν ένα αναγκαίο τίμημα που πληρώνουν τα ανώτερα πνεύματα στον περιβάλλοντα κομφορμισμό. Έκανε επίσης αρκετή εντύπωση στα κορίτσια, με αποτέλεσμα τα αγόρια να τον φοβούνται και να τον θαυμάζουν, χωρίς όμως να τον αγαπάει κανείς. Ο Αντουάν, πάλι, δεν ζητούσε ούτε ζήλευε τίποτα. Η κατασκευή της καλύβας τού αρκούσε για να νιώθει ευτυχισμένος, δεν είχε ανάγκη να είναι και αρχηγός.
Όλα άλλαξαν τη μέρα που ο Κεβίν πήρε για δώρο γενεθλίων ένα PlayStation. Το δάσος του Σεντ-Εστάς εγκαταλείφθηκε γρήγορα και όλοι πήγαιναν πια να παίξουν στο σπίτι του Κεβίν, η μητέρα του οποίου δεν σταματούσε να λέει πως προτιμούσε αυτό από τα δάση και τη λίμνη, που πάντα τα θεωρούσε μέρη επικίνδυνα. Η μητέρα του Αντουάν, αντίθετα, δεν επιδοκίμαζε αυτές τις Τετάρτες στον καναπέ, σε αποβλακώνουν αυτά τα πράγματα, και εντέλει του τις απαγόρευσε. Ο Αντουάν εξανέστη με αυτή την απόφαση, όχι τόσο επειδή του άρεσαν τα βιντεοπαιχνίδια όσο γιατί με αυτό τον τρόπο στερούνταν τους φίλους του. Τις Τετάρτες, τα Σάββατα, ένιωθε μόνος του.

«Τρεις μέρες, μια ζωή» του Πιερ Λεμέτρ
Άρχισε να περνάει αρκετό χρόνο με την Εμιλί, την κόρη των Μουσότ, δώδεκα ετών επίσης, ξανθιά σαν κλωσόπουλο, κατσαρομάλλα, με ζωηρά μάτια, τσαχπίνα ολκής, το είδος κοριτσιού που του κάνεις όλα τα χατίρια, ακόμα και ο Τεό είχε τσιμπηθεί μαζί της, αλλά το να παίζεις με κορίτσι δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Οπότε ο Αντουάν επέστρεψε στο δάσος του Σεντ-Εστάς και άρχισε να χτίζει μια καλύβα, εναέρια αυτή τη φορά, στα κλαδιά μιας οξιάς, σε ύψος τριών μέτρων. Κράτησε μυστικό το σχέδιό του, απολαμβάνοντας εκ των προτέρων τη νίκη του όταν οι φίλοι, έχοντας βαρεθεί το PlayStation, θα επέστρεφαν στο δάσος και θα ανακάλυπταν την κατασκευή του.
Αυτή η δουλειά τού πήρε πολύ καιρό. Μάζεψε από το πριονιστήριο κομμάτια μουσαμά για να προστατεύσει τα ανοίγματα από τη βροχή, κομμάτια ασφαλτόπανου για τη στέγη, υφάσματα για ομορφιά, διαμόρφωσε εσοχές για να τακτοποιήσει τους θησαυρούς του, δεν τέλειωνε ποτέ, αφού η έλλειψη ενός γενικού σχεδίου τον υποχρέωνε σε πολλές διορθώσεις. Για εβδομάδες, αυτή η καλύβα γέμισε όλο του τον χρόνο και το μυαλό του, κάνοντας το μυστικό δύσκολο να κρατηθεί. Ανέφερε βέβαια στο γυμνάσιο μια έκπληξη που θα τους άφηνε όλους άφωνους, αλλά χωρίς επιτυχία. Εκείνη την περίοδο, η αγοροπαρέα καθόταν κυριολεκτικά στα κάρβουνα λόγω της προαναγγελίας μιας νέας εκδοχής του Tomb Raider, που ήταν το μοναδικό θέμα συζήτησης.
Σ’ όλο το διάστημα που αφιέρωσε στο έργο του, ο σκύλος Οδυσσέας τού έκανε παρέα. Όχι πως ήταν χρήσιμος σε κάτι, αλλά ήταν εκεί. Η παρουσία του μάλιστα έδωσε στον Αντουάν την ιδέα ενός ανελκυστήρα για σκύλους που θα επέτρεπε στον Οδυσσέα να του κάνει παρέα όταν θα ανέβαινε στο σπίτι του. Επιστροφή στο πριονιστήριο για να κλέψει μια τροχαλία, μερικά μέτρα σχοινί και, τέλος, τα απαιτούμενα για την κατασκευή πλατφόρμας. Αυτός ο ανυψωτήρας, ο οποίος αποτελούσε την τελική πινελιά στην κατασκευή και που υπογράμμιζε το πόσο φιλόδοξο ήταν το σχέδιό του, χρειάστηκε πάμπολλες ώρες ρυθμίσεων, κάποιες από τις οποίες τις πέρασε τρέχοντας πίσω από τον σκύλο που πανικοβαλλόταν στην προοπτική της απογείωσης, και αυτό ήδη από την πρώτη απόπειρα. Η πλατφόρμα παρέμενε οριζόντια μόνο με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού που χρησίμευε στο να στηρίζει την αριστερή γωνία. Δεν ήταν πλήρως ικανοποιητικό, αλλά ο Οδυσσέας έφτανε παρ’ όλα αυτά επάνω. Έσκουζε σπαρακτικά όσο κρατούσε η άνοδος και, μόλις ο Αντουάν βρισκόταν κοντά του, κουλουριαζόταν δίπλα του τρέμοντας. Ο Αντουάν εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να οσφρανθεί τη μυρωδιά του, να τον χαϊδέψει, κι έκλεινε τα μάτια του από την ευχαρίστηση. Το κατέβασμα ήταν πάντα πιο εύκολο, καθώς ο Οδυσσέας δεν περίμενε ποτέ να φτάσει στο επίπεδο του εδάφους για να πηδήξει έξω.
Ο Αντουάν έφερε εκεί διάφορα σύνεργα που είχε βρει στη σοφίτα, έναν φακό, μια κουβέρτα, ό,τι χρειαζόταν για να γράψει και να διαβάσει, για να ζει σχεδόν με αυτάρκεια.
Δεν πρέπει όμως με όλα αυτά να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο Αντουάν ήταν μοναχικός τύπος. Εκείνη την περίοδο ήταν πράγματι, αλλά αναγκαστικά, γιατί η μητέρα του απεχθανόταν τα βιντεοπαιχνίδια. Η ζωή του ήταν γεμάτη από νόμους και κανονισμούς που επέβαλλε η κυρία Κουρτέν με σύστημα και επινοητικότητα. Άτομο ακέραιου χαρακτήρα, είχε γίνει, μετά το διαζύγιό της, μια γυναίκα με αρχές, όπως γίνονται συχνά οι μητέρες που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους.
Έξι χρόνια νωρίτερα, ο πατέρας του Αντουάν είχε εκμεταλλευτεί μια αλλαγή επαγγελματικής κατάστασης για να πραγματοποιήσει και μια αλλαγή γυναίκας. Είχε συνοδεύσει την αίτηση μετάθεσης στη Γερμανία με αίτηση διαζυγίου που η Μπλανς Κουρτέν είχε πάρει πολύ βαριά, πράγμα εντελώς απροσδόκητο αφού το ζευγάρι δεν τα είχε πάει ποτέ και τόσο καλά και αφού, μετά τη γέννηση του Αντουάν, οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσά τους είχαν αραιώσει δραματικά. Από τότε που έφυγε, ο κύριος Κουρτέν δεν είχε ξαναγυρίσει ποτέ στο Μποβάλ. Έστελνε δώρα πάντα στην ώρα τους και πάντα σε αναντιστοιχία με τις επιθυμίες του γιου του, παιχνίδια για δεκαεξάχρονα όταν ήταν οκτώ και για εξάχρονα όταν ήταν έντεκα. Ο Αντουάν είχε πάει μια φορά σπίτι του, στη Στουτγκάρδη, όπου στραβοκοίταζαν ο ένας τον άλλο για τρεις ολόκληρες μέρες μέχρι που συμφώνησαν από κοινού να μην επαναλάβουν το πείραμα. Ο κύριος Κουρτέν ήταν φτιαγμένος για παιδιά όσο η γυναίκα του για σύζυγο.
Αυτό το θλιβερό επεισόδιο έφερε πιο κοντά τον Αντουάν με τη μητέρα του. Επιστρέφοντας από τη Γερμανία, συνδύα¬σε τον βαρύ και αργό ρυθμό ζωής της με τη μοναξιά και τη λύπη της, και άρχισε να την αντιμετωπίζει με καινούριο βλέμμα, σαν να ήταν κατά κάποιον τρόπο τραγική μορφή. Και φυσικά, όπως θα έκανε οποιοδήποτε αγόρι της ηλικίας του, άρχισε να νιώθει υπεύθυνος για εκείνη. Αν και ήταν εκνευριστική (καμιά φορά μάλιστα και εντελώς ανυπόφορη), του φάνηκε πως υπήρχε μέσα της κάτι που σε έκανε να τη συγχωρείς και που τα υπερέβαινε όλα, την καθημερινότητα και τα ελαττώματα, τον χαρακτήρα, τις περιστάσεις... Ήταν αδιανόητο στον Αντουάν να κάνει τη μητέρα του ακόμα δυστυχέστερη απ’ ό,τι φανταζόταν πως ήταν. Και ποτέ δεν απαλλάχτηκε από αυτή τη βεβαιότητα.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ελάχιστα εκδηλωτική του φύση, έκαναν εν ολίγοις τον Αντουάν παιδί ελαφρώς καταθλιπτικό, τάση που ενδυναμώθηκε από την εμφάνιση του PlayStation του Κεβίν. Στο τρίγωνο απών πατέρας, αυστηρή μητέρα, απομακρυσμένοι φίλοι, ο σκύλος Οδυσσέας καταλάμβανε φυσικά κεντρική θέση.
Ο θάνατός του και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιή¬θηκε υπήρξαν για τον Αντουάν γεγονότα εξαιρετικής βιαιό¬τητας.
Το αφεντικό του Οδυσσέα, ο κύριος Ντεσμέ, ήταν ένας σκυθρωπός, οξύθυμος άντρας, γερός σαν ατσάλι, με φουντωτά φρύδια και πρόσωπο εξοργισμένου σαμουράι, πάντοτε βέβαιος για το δίκιο του, άνθρωπος που δύσκολα άλλαζε γνώμη. Και καβγατζής. Δούλευε όλη του τη ζωή εργάτης στο «Βιζέρ, ξύλινα παιχνίδια από το 1921», τη βασική επιχείρηση του Μποβάλ, όπου είχε μια σειρά από προστριβές και φιλονικίες. Μάλιστα είχε αποβληθεί για κάποιο διάστημα, πριν από δύο χρόνια, επειδή χαστούκισε τον κύριο Μουσότ, τον εργοδηγό του, μπροστά σε όλους τους συναδέλφους τους.
Είχε μια κόρη περίπου δεκαπέντε ετών, τη Βαλαντίν, που ήταν μαθητευόμενη κομμώτρια στο Σεντ-Ιλέρ, και έναν γιο, τον Ρεμί, έξι ετών, που έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό για τον Αντουάν και που τον ακολουθούσε κάθε φορά που είχε τη δυνατότητα.
Ο μικρός Ρεμί δεν ήταν βάρος, εξάλλου. Με φτιαξιά σαν του πατέρα του, είχε ήδη το σώμα μελλοντικού ξυλοκόπου και μπορούσε να ακολουθεί εύκολα τον Αντουάν μέχρι το Σεντ-Εστάς ή ακόμα και μέχρι τη λίμνη. Η κυρία Ντεσμέ θεωρούσε, και όχι άδικα, πως ο Αντουάν ήταν υπεύθυνο αγόρι στο οποίο μπορούσε να εμπιστευτεί τον Ρεμί όποτε παρουσιαζόταν ευκαιρία. Έτσι κι αλλιώς το παιδί απολάμβανε αρκετά μεγάλη ελευθερία κινήσεων. Το Μποβάλ ήταν μια κωμόπολη σχετικά μικρού μεγέθους και σε κάθε γειτονιά σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τα παιδιά, είτε έπαιζαν κοντά στο πριονιστήριο είτε πήγαιναν στο δάσος, είτε έκαναν βόλτα προς το Μαρμόν ή το Φιζελιέρ, ήταν πάντα στο οπτικό πεδίο κάποιου ενήλικα που δούλευε ή περνούσε αποκεί.
Ο Αντουάν, που δυσκολευόταν να κρατήσει το μυστικό του, είχε πάρει μια μέρα τον Ρεμί μαζί του για να του δείξει την κρεμαστή του καλύβα. Το παιδί δεν είχε σταματήσει τα επιφωνήματα θαυμασμού για αυτό το τεχνικό κατόρθωμα και είχε ανεβοκατεβεί πολλές φορές με τον ανελκυστήρα γεμάτος ενθουσιασμό. Έπειτα ακολούθησε σοβαρή συζήτηση: Ρεμί, άκου με προσεκτικά, είναι μυστικό, κανείς δεν πρέπει να μάθει τίποτα για αυτή την καλύβα. Μέχρι να ολοκληρωθεί εντελώς, καταλαβαίνεις; Μπορώ να βασιστώ σ’ εσένα; Δεν λέμε τίποτα σε κανέναν, εντάξει; Ο Ρεμί το είχε ορκιστεί, στη ζωή μου, και απ’ ό,τι ήξερε ο Αντουάν, είχε κρατήσει τον λόγο του. Το να μοιράζεται ένα μυστικό με τον Αντουάν σήμαινε για εκείνον ότι ανήκε στον κόσμο των μεγάλων, ότι ήταν μεγάλος. Είχε δείξει ότι ήταν άξιος εμπιστοσύνης.
Η 22α Δεκεμβρίου ήταν μια αρκετά γλυκιά μέρα, με θερμοκρασία λίγο πάνω από τον μέσο όρο της εποχής.
Ο Αντουάν βρισκόταν προφανώς σε υπερδιέγερση για τον ερχομό των Χριστουγέννων (ήλπιζε πως, αυτή τη φορά, ο πατέρας του θα διάβαζε καλά το γράμμα του και θα του έστελνε ένα PlayStation), αλλά ένιωθε ακόμα πιο μοναχικός απ’ ό,τι συνήθως.
Καθώς δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο, το αποφάσισε: Μίλησε για την καλύβα στην Εμιλί.
Έναν χρόνο νωρίτερα, ο Αντουάν είχε ανακαλύψει τον αυνανισμό και επιδιδόταν σ’ αυτή την πράξη πάνω από μια φορά τη μέρα. Ήταν πολλές οι φορές, στο δάσος, που στηρίχτηκε με το ένα χέρι σε ένα δέντρο, κατεβάζοντας το τζιν στους αστραγάλους, και ανακουφίστηκε φέρνοντας στο μυαλό του την Εμιλί. Είχε συνειδητοποιήσει ότι, στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα είχε κάνει για να τα δει εκείνη, ότι είχε χτίσει μια φωλιά στην οποία ήθελε να την οδηγήσει.
Μερικές μέρες νωρίτερα εκείνη τον συνόδευσε στο δάσος, κοίταξε την κατασκευή με σκεπτικισμό, ήταν ανάγκη ν’ ανεβεί εκεί πάνω; Δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το μηχανικό μέρος, είχε έρθει με πρόθεση να φλερτάρει με τον Αντουάν, αλλά της φάνηκε δύσκολο να κάνει κάτι τέτοιο τρία μέτρα πάνω από το έδαφος. Κάθισε για λίγο μαζί του κάνοντας νάζια, τυλίγοντας μια ξανθιά μπούκλα γύρω από τον δείκτη της, αλλά βλέποντας ότι ο Αντουάν, θιγμένος καθώς ήταν από τη συμπεριφορά της, δεν έδειξε διάθεση να παίξει το παιχνίδι της, έφυγε.
Η επίσκεψή της άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα του Αντουάν, η Εμιλί σίγουρα θα το έλεγε στους άλλους, ένιωθε τώρα κάπως γελοίος.
Είχε γυρίσει από το Σεντ-Εστάς, μα ούτε η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα ούτε η προοπτική του δώρου του δεν είχαν καταφέρει να τον κάνουν να ξεχάσει την ήττα του με την Εμιλί που, όσο περνούσε ο καιρός, έπαιρνε στο μυαλό του διαστάσεις ταπείνωσης.
Η αλήθεια είναι πως τη γιορτινή ατμόσφαιρα στο Μποβάλ τη δηλητηρίαζε για τα καλά ένα κλίμα ανησυχίας. Στολισμοί, έλατο στην πλατεία, συναυλία της δημοτικής χορωδίας και τα λοιπά, η κωμόπολη αφοσιωνόταν, όπως πάντα, στα των εορτών του τέλους του χρόνου, αλλά με κάποια επιφύλαξη που οφειλόταν στο γεγονός ότι η κακή κατάσταση της επιχείρησης «Βιζέρ» αποτελούσε απειλή για όλο σχεδόν τον πληθυσμό. Η απώλεια ενδιαφέροντος του ευρέος κοινού για τα ξύλινα παιχνίδια ήταν πια γεγονός. Ήταν προσκολλημένοι στο να φτιάχνουν μαριονέτες, σβούρες και τρενάκια από οξιά, αλλά έκαναν δώρο στα παιδιά τους κονσόλες για βιντεοπαιχνίδια, όλοι λοιπόν καταλάβαιναν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι το μέλλον τους βρισκόταν σε κίνδυνο. Κάθε τόσο κυκλοφορούσαν φήμες για μείωση προσωπικού στην εταιρεία «Βιζέρ». Πρώτα πέρασε από τους εβδομήντα εργαζόμενους στους εξήντα πέντε, έπειτα στους εξήντα και μετά στους πενήντα δύο. Ο κύριος Μουσότ, ο εργοδηγός, είχε απολυθεί δύο χρόνια πριν και μέχρι στιγμής δεν είχε βρει τίποτα. Και ο ίδιος ο κύριος Ντεσμέ, αν και από τους πιο παλιούς, ζούσε μέσα στην ανησυχία. Φοβόταν, όπως και πολλοί άλλοι, ότι θα διάβαζε το όνομά του στην επόμενη λίστα, η οποία, όπως ισχυρίζονταν μερικοί, θα δημοσιευόταν αμέσως μετά τις γιορτές...
Εκείνη την ημέρα, λίγο πριν από τις έξι το απόγευμα, ο Οδυσσέας ο σκύλος διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του Μποβάλ στο ύψος του φαρμακείου και τον χτύπησε αυτοκίνητο. Ο οδηγός δεν σταμάτησε.
Μετέφεραν τον σκύλο στους Ντεσμέ. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα. Ο Αντουάν έσπευσε εκεί. Ο Οδυσσέας ήταν ξαπλωμένος στον κήπο, βαριανάσαινε. Γύρισε το κεφάλι του προς τον Αντουάν, που παρέμενε κοντά στη μάντρα, πετρωμένος. Είχε ένα πόδι και πολλά πλευρά σπασμένα, η παρέμβαση του κτηνιάτρου ήταν απαραίτητη. Ο κύριος Ντεσμέ, με τα χέρια στις τσέπες, κοίταξε για πολλή ώρα τον σκύλο του, μπήκε στο σπίτι, βγήκε με την καραμπίνα του και τον πυροβόλησε στην κοιλιά εξ επαφής. Ύστερα έχωσε το πτώμα του σκύλου σε μια μεγάλη πλαστική σακούλα για μπάζα. Η υπόθεση έλαβε τέλος.
Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, που ο Αντουάν έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ανίκανος να αρθρώσει το παραμικρό. Δεν θα είχε άλλωστε συνομιλητή. Ο κύριος Ντεσμέ είχε μπει πάλι στο σπίτι του και είχε κλείσει την πόρτα. Η γκρι σακούλα με τα απομεινάρια του Οδυσσέα είχε εναποτεθεί σε έναν σωρό στην άκρη του κήπου, μαζί με τις άλλες που ήταν γεμάτες με κομμάτια γύψου και τσιμέντου από το κουνελόσπιτο που ο κύριος Ντεσμέ είχε γκρεμίσει την περασμένη εβδομάδα για να φτιάξει καινούριο.
Ο Αντουάν γύρισε σπίτι του διαλυμένος.
Ο πόνος του ήταν τόσο μεγάλος, που το βράδυ δεν βρήκε τη δύναμη να το κουβεντιάσει με τη μητέρα του, η οποία δεν είχε πάρει καν χαμπάρι τι είχε συμβεί. Με κόμπο στον λαιμό και πόνο στην καρδιά, έβλεπε ασταμάτητα μπροστά του τη σκηνή, την καραμπίνα, το κεφάλι του Οδυσσέα, τα μάτια του προπαντός, την ογκώδη σιλουέτα του κυρίου Ντεσμέ... Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει ούτε και να φάει, προφασίστηκε ότι δεν ένιωθε πολύ καλά, ανέβηκε στο δωμάτιό του και έκλαψε για ώρα. Η μητέρα του ρώτησε αποκάτω: «Είσαι καλά, Αντουάν;». Εκείνος ξαφνιάστηκε που κατάφερε ν’ αρθρώσει ένα αρκετά καθαρό «καλά, ναι!», που καθησύχασε την κυρία Κουρτέν. Άργησε πολύ να τον πάρει ο ύπνος, στο όνειρό του τον επισκέφτηκαν νεκροί σκύλοι και καραμπίνες, ξύπνησε απίστευτα κουρασμένος.
Τις Πέμπτες η κυρία Κουρτέν έφευγε νωρίς για να δουλέψει στη λαϊκή. Από όλες τις μικροδουλειές που κατάφερνε να βρει αποδώ κι αποκεί στη διάρκεια της χρονιάς, αυτή ήταν η μοναδική που απεχθανόταν πραγματικά. Εξαιτίας του κυρίου Κοβαλσκί. Επρόκειτο για τσιγκούναρο, έλεγε, που πλήρωνε τους υπαλλήλους του με το κατώτατο ημερομίσθιο, πάντα καθυστερημένα, και που τους πουλούσε μισοτιμής προϊόντα που ούτως ή άλλως θα τα πετούσε. Σηκωνόταν χαράματα για πενταροδεκάρες! Παρ’ όλα αυτά, το έκανε σχεδόν επί δεκαπέντε χρόνια. Η αίσθηση του καθήκοντος, βλέπεις. Μιλούσε γι’ αυτό ήδη από την προηγουμένη, την απασχολούσε πολύ. Ψηλός και αδύνατος, με κοκαλιάρικο πρόσωπο, σκαμμένα μάγουλα, λεπτά χείλη και μάτια που πετούσαν σπίθες, νευρικός σαν γάτα, ο κύριος Κοβαλσκί δεν ανταποκρινόταν ακριβώς στην εικόνα που έχει κάποιος για τον αλλαντοπώλη. Ο Αντουάν, που τον πετύχαινε συχνά στον δρόμο, έβρισκε την όψη του τρομακτική. Είχε αγοράσει ένα αλλαντοπωλείο στο Μαρμόν, που το δούλευε με δυο βοηθούς από τότε που είχε πεθάνει η σύζυγός του, δύο χρόνια μετά την εγκατάστασή του στην περιοχή. «Δεν θέλει ποτέ να προσλάβει άλλον» γκρίνιαζε η κυρία Κουρτέν. «Θεωρεί πάντα ότι αρκούμε και με το παραπάνω». Πήγαινε στη λαϊκή του Μαρμόν και κάθε Πέμπτη έκανε και έναν γύρο τα χωριά της περιοχής, τελειώνοντας στο Μποβάλ. Το μακρύ κάτισχνο πρόσωπο του κυρίου Κοβαλσκί γινόταν αντικείμενο διακωμώδησης μεταξύ των παιδιών, που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι Φρανκενστάιν.
Το πρωί εκείνο, όπως κάθε εβδομάδα, η κυρία Κουρτέν πήρε το πρώτο λεωφορείο για το Μαρμόν. Ο Αντουάν, που είχε ξυπνήσει, την άκουσε να κλείνει προσεκτικά την πόρτα, σηκώθηκε, κοίταξε από το παράθυρο του δωματίου του και είδε τον κήπο του κυρίου Ντεσμέ. Εκεί πέρα, σε μια γωνιά που δεν μπορούσε να διακρίνει, υπήρχε η σακούλα για μπάζα που...
Το πρόσωπό του πλημμύρισε πάλι με δάκρυα. Δεν ήταν απαρηγόρητος μόνο για τον θάνατο του σκύλου καθεαυτoύ, αλλά και γιατί ο θάνατος αυτός του έφερνε στον νου τη μοναξιά των τελευταίων μηνών, ένα πλήθος απογοητεύσεων και αποτυχιών.
Καθώς δεν γύριζε ποτέ πριν από αργά το μεσημέρι, η μητέρα του άφηνε γραμμένες, σε έναν πίνακα κρεμασμένο στην κουζίνα, τις διάφορες αγγαρείες της ημέρας. Περιλάμβαναν πάντα λίγη καθαριότητα, κάτι που έπρεπε να πάει να φέρει, καθώς και ψώνια από το σουπερμάρκετ μαζί με αμέτρητες υποδείξεις, τακτοποίησε το δωμάτιό σου, έχει ζαμπόν στο ψυγείο, φάε τουλάχιστον ένα γιαούρτι κι ένα φρούτο και ούτω καθεξής.
Αν και τα ετοίμαζε όλα εκ των προτέρων, η κυρία Κουρτέν θα του έβρισκε πάντα κάτι να κάνει. Εδώ και μια εβδομάδα, ο Αντουάν γλυκοκοίταζε στην ντουλάπα το δέμα που είχε στείλει ο πατέρας του, το οποίο είχε μέγεθος αντίστοιχο ενός PlayStation μέσα στο κουτί του, αλλά πλέον δεν είχε καρδιά για τίποτα. Ο θάνατος του σκύλου, έτσι απότομα και βίαια όπως είχε συμβεί, τον είχε στοιχειώσει. Ρίχτηκε με τα μούτρα στις δουλειές. Έκανε τα ψώνια χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, στον φούρναρη απάντησε μόνο με ένα νεύμα, του ήταν αδύνατον να προφέρει έστω και μία λέξη.
Όταν ήρθε το μεσημέρι, ένα πράγμα ήθελε μόνο, να πάει να βρει καταφύγιο στο Σεντ-Εστάς.
Μάζεψε ό,τι δεν είχε φάει για να τα πετάξει κάπου στον δρόμο του. Μπροστά στο σπίτι των Ντεσμέ, υποχρέωσε τον εαυτό του να μην κοιτάξει προς τη γωνιά του κήπου όπου ήταν μαζεμένες οι σακούλες των σκουπιδιών, άνοιξε το βήμα, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, αυτή η εγγύτητα ξαναζωντάνευε τον πόνο του. Έσφιξε τις γροθιές του, άρχισε να τρέχει και σταμάτησε μόνο όταν έφτασε κάτω από την καλύβα του. Μόλις ξαναβρήκε την αναπνοή του, σήκωσε το κεφάλι. Αυτό το καταφύγιο στο οποίο είχε αφιε¬ρώσει τόσες και τόσες ώρες τού φάνηκε ξαφνικά αξιο¬θρήνητα άσχημο. Αυτά τα κομμάτια μουσαμά, υφάσματος, ασφαλτόπανου έδιναν εικόνα παραγκούπολης. Θυμήθηκε το απογοητευμένο ύφος της Εμιλί μπροστά σ’ αυτή την κατασκευή... Ανέβηκε στο δέντρο και τα κατέστρεψε όλα με λύσσα, πετώντας μακριά τα κομμάτια του ξύλου, τις σανίδες. Όταν τα είχε σκορπίσει όλα, ξανακατέβηκε, λαχανιασμένος. Ακούμπησε με την πλάτη στο δέντρο και άφησε το σώμα του να γλιστρήσει κατά μήκος του κορμού μέχρι το χώμα, όπου παρέμεινε πολλή ώρα χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Η ζωή δεν του πρόσφερε πια καμία χαρά.
Ο Οδυσσέας τού έλειπε.
Ήρθε όμως ο Ρεμί.
Ο Αντουάν είδε από μακριά να διαγράφεται η μικρή του σιλουέτα. Περπατούσε με σύνεση, σαν να πρόσεχε να μην πατήσει μανιτάρια. Όταν έφτασε μπροστά στον Αντουάν που τρανταζόταν από τους λυγμούς, έχοντας βάλει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, έμεινε ακίνητος με τα χέρια κρεμασμένα. Κοίταξε πάνω στο δέντρο, αντιλήφθηκε πως δεν υπήρχε τίποτα πια και πήγε ν’ ανοίξει το στόμα, αλλά δεν πρόλαβε να πει λέξη.
«Γιατί το έκανε αυτό ο πατέρας σου;» ούρλιαξε ο Αντουάν. «Ε, γιατί το έκανε αυτό;»
Σηκώθηκε όρθιος, βράζοντας από θυμό. Ο Ρεμί τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, ακούγοντας τις κατηγορίες χωρίς να τις πολυκαταλαβαίνει, γιατί στο σπίτι του απλώς του είχαν πει ότι ο Οδυσσέας το είχε σκάσει, κάτι που άλλωστε το συνήθιζε.
Εκείνη τη στιγμή, πλημμυρισμένος από ένα ανυπέρβλητο αίσθημα αδικίας, ο Αντουάν είχε βγει εκτός εαυτού. Η κατάπληξη που είχε προκαλέσει μέσα του ο θάνατος του Οδυσσέα είχε μετατραπεί τώρα σε οργή. Τυφλωμένος από τον θυμό, πήρε το μπαστούνι που του χρησίμευε πριν για να ισιώνει τον ανυψωτήρα και το σήκωσε απειλητικά, σαν να ήταν ο Ρεμί σκύλος και εκείνος το αφεντικό του.
Ο Ρεμί, που δεν τον είχε δει ποτέ σε αυτή την κατάσταση, τρομοκρατήθηκε.
Γύρισε, έκανε ένα βήμα.
Τότε ο Αντουάν πήρε το μπαστούνι με τα δυο του χέρια και, τυφλωμένος από λύσσα, χτύπησε το παιδί. Το χτύπημα το βρήκε στον αριστερό κρόταφο. Ο Ρεμί σωριάστηκε, ο Αντουάν πλησίασε, τέντωσε το χέρι, τον κούνησε από τον ώμο.
Ρεμί;
Ήταν μάλλον αναίσθητος.
Ο Αντουάν τον γύρισε με σκοπό να χτυπήσει ελαφρά τα μάγουλά του, αλλά μόλις το παιδί βρέθηκε ανάσκελα, αντίκρισε τα ανοιχτά του μάτια.
Ακίνητα και θολά.
Αμέσως στο μυαλό του η υποψία έγινε βεβαιότητα: Ο Ρεμί ήταν νεκρός.

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr