A+ A A-

«Η ζωή απέναντι» της Σοφίας Δημοπούλου

«Η ζωή απέναντι» της Σοφίας Δημοπούλου

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου Η ζωή απέναντι, που θα κυκλοφορήσει στις 6 Ιουνίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

«Η ζωή απέναντι» της Σοφίας Δημοπούλου

6
Μουσική και ειρήνη
Φθινόπωρο 1970 (και πάλι...)
«Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας».

Την κρατούσε από το χέρι και έτρεχαν, σχεδόν γλιστρούσαν, κατεβαίνοντας τη Σταδίου. Κυριακή πρωί και η κίνηση στην Αθήνα μικρή. Μονάχα ένας καστανάς προσπαθούσε να ανάψει τη φουφού του έξω από τη Μεγάλη Βρετανία, προσδοκώντας μια καλή μέρα. Ο Νοέμβρης στο τέλος του, 29 του μήνα. Φυσούσε από τον βορρά· κρύος ο αέρας, διαπεραστικός. Ο Πέτρος τύλιξε το χέρι του γύρω από την Άννα καθώς περπατούσαν. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα, όμως το σαγόνι της έτρεμε. Προσπαθούσε να τη ζεστάνει κολλώντας τη στο σώμα του, εκείνη όμως ακόμη έδειχνε να κρυώνει. Το παλτό της, λεπτό μάλλινο καμηλό, αποδεικνυόταν ανεπαρκές για να την προστατέψει από τις ριπές του αέρα που κατέβαινε φορτωμένος υγρασία.
Έξω από το ζαχαροπλαστείο Zonar’s τούς περίμεναν ήδη οι φίλοι τους· ο Μάρκος, η Ειρήνη και ο Νικήτας, φοιτητές του Πολυτεχνείου και οι τρεις, συμφοιτητές του Πέτρου. Σε μία ώρα θα άρχιζε στο Παλλάς η προβολή της ταινίας Woodstock. Τρεις μέρες ειρήνης, μουσικής και αγάπης. Μέρες περίμεναν αυτή την προβολή. Ο Μάρκος ήταν ανήσυχος.
«Άντε, βρε παιδιά! Αργήσατε. Χαμός γίνεται. Έχουν ανοίξει ήδη οι πόρτες. Είδατε αστυνομία που έχει; Μπασκίνες του κερατά. Παντού παρόντες!» Τα τελευταία λόγια τα είπε σχεδόν ψιθυριστά.
Η ουρά που είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται φαινόταν ήδη στη γωνία με τη Βουκουρεστίου. Παντού στέκονταν αστυνομικοί και παρατηρούσαν τον κόσμο που μαζευόταν. Τους κυρίευσε ανησυχία.
«Λέτε να μη βρούμε θέση; Αν δεν προλάβουμε, θα σκάσω. Ρε παιδιά, πεθαίνω για τον Χέντριξ». Ο Νικήτας στριφογύριζε από την αγωνία και το κρύο.
Κατηφόρισαν προς τον κινηματογράφο ανυπόμονοι. Η ουρά είχε ήδη μετατραπεί σε ένα πολύχρωμο πλήθος που αδημονούσε να μπει. Κατευθύνθηκαν προς το ταμείο. Κάποιος φώναξε «Παιδιά, θέσεις τέλος. Δεν χωράει άλλους. Είναι ήδη δύο χιλιάδες άτομα μέσα».
Το πλήθος άρχισε να φωνάζει συνθήματα αποδοκιμασίας. Οι υπεύθυνοι κατέβασαν τα ρολά για να αποτρέψουν τα επεισόδια. Οι πέντε μπλέχτηκαν με ένα πλήθος εξαγριωμένων νεαρών που φώναζαν και πετούσαν αντικείμενα πάνω στα κατεβασμένα ρολά. Η αστυνομία προσπαθούσε να συγκρατήσει τον κόσμο, μα η ορμή του πλήθους ήταν μεγάλη. Ένα αφηνιασμένο θηρίο ήταν που υπερασπιζόταν το δικαίωμά του να ζήσει αυτό που επιθυμούσε, έστω για δύο ώρες. Η Άννα ήταν σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο νεαρούς. Το παλτό της είχε σχεδόν βγει και κρεμόταν από το ένα μανίκι. Το υπόλοιπο το τσαλαπατούσαν κάμποσες καουμπόικες μπότες. Ο Πέτρος τής βαστούσε δυνατά το χέρι, προσπαθώντας να την κρατήσει κοντά του, όσο γινόταν. Η Ειρήνη και ο Νικήτας είχαν χαθεί από το οπτικό τους πεδίο. Μονάχα τον Μάρκο έβλεπαν, που προσπαθούσε να ανοίξει χώρο με τα χέρια για να αναπνεύσει. Το πλήθος ήταν μια σφιχτή μάζα που συμπιεζόταν πάνω στα σιδερένια ρολά της εισόδου. Σαν κύμα έσκαγε ρυθμικά πάνω τους, ανακτώντας με κάθε ώση δύναμη και αντοχή. Ώσπου εντέλει τα ρολά υποχώρησαν. Ο κόσμος ξεχύθηκε προς τη σκάλα που οδηγούσε στην αίθουσα. Μάταια οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν το πλήθος. Κοντοκουρεμένοι νεαροί με γραβάτες, μακρυμάλληδες με ζιβάγκο, νεαρές με μίνι, μια χαρούμενη ανθρωποπλημμύρα ορμούσε αλαλάζοντας «Ελευθερία» και σχηματίζοντας με τα δυο δάχτυλα το σήμα της νίκης. Η Άννα είχε ελευθερωθεί από την προηγούμενη πίεση και είχε πλησιάσει και πάλι τον Πέτρο. Σε λίγο βρέθηκαν με τους άλλους δύο. Η Ειρήνη είχε τάση για λιποθυμία. Ο Μάρκος είχε ένα μικρό σχίσιμο στα χείλη, απ’ όπου έτρεχε αίμα και γέμιζε κηλίδες το πουλόβερ του.
«Για μια στιγμή νόμισα πως κάναμε επανάσταση να ανατρέψουμε το καθεστώς. Κι εδώ που τα λέμε, μόνο ένα σύνθημα χρειαζόταν». Προσπαθούσε να μιλήσει πιέ­ζοντας ταυτόχρονα με ένα μαντίλι την πληγή. Τα λόγια του έβγαιναν σπασμένα, σχεδόν πνιγμένα, από το πανί.
Ο Πέτρος φοβήθηκε πως μπορούσε να έχει ακουστεί. Κοίταξε γύρω του, καθώς τραβούσε σιγά σιγά την παρέα μακριά από τον κινηματογράφο. Οι αστυνομικοί είχαν ήδη συλλάβει καμιά δεκαριά άτομα και τα έσερναν πίσω τους. Δυο κοπέλες έκλαιγαν. Οι περισσότεροι άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά. Οι πέντε ανέβηκαν προς το Σύνταγμα. Το αίμα από την πληγή του Μάρκου έτρεχε ακόμη, άτονα πια. Προχώρησαν με γρήγορα βήματα προς τη Φιλελλήνων. Ένας αχός σηκωνόταν από την πλευρά του Παλλάς, φωνές και σφυρίγματα.
«Κρίμα, μωρέ, και γούσταρα πολύ να δω τους Χου! Τέλος πάντων. Εδώ κοντέψαμε να σκοτωθούμε!» Ο Μάρκος είχε πια βάλει το ματωμένο του μαντίλι στην τσέπη και βάδιζε με τα πέτα από το κοτλέ του σακάκι σηκωμένα.
«Δεν πρέπει να σπαταλάμε ενέργεια για ό,τι παρεκκλίνει από την ιδεολογική μας συνείδηση. Φανταστείτε να μας έπιαναν. Όχι και να ρισκάρουμε για μια προβολή! Να σου βάλω εγώ τους Χου στο πικάπ να χορτάσεις. Και την Τζόαν Μπαέζ και τους Σαντάνα και τον Τζον Κόκερ και όποιον άλλον θες. Λοιπόν, κερνάω καφέ στο σπίτι. Άντε, πάμε να πάρουμε το λεωφορείο».

Το σπίτι του Πέτρου ήταν ένα παλιό ισόγειο στον Υμηττό. Η χαμηλή σκουριασμένη αυλόπορτα έμπαζε σε μια αυλή, απεριποίητη από τον καιρό που φτιάχτηκε. Ένας μικρός πλακόστρωτος διάδρομος οδηγούσε στα τρία σκαλιά που έπρεπε να ανέβει κανείς για να βρεθεί στην μπαζωμένη βεράντα του σπιτιού. Στον κήπο, από τις δυο πλευρές του διαδρόμου, φύτρωναν μονάχα αγριόχορτα, που, αφού κανείς ποτέ δεν είχε μπει στον κόπο να τα ξεριζώσει, είχαν φτάσει το ένα μέτρο ύψος. Υγρασία χρωμάτιζε με πράσινους λεκέδες μεγέθους παιδικού σεντονιού όλη την εξωτερική επιφάνεια. Η πόρτα της εισόδου ήταν βαμμένη, μάλλον πρόσφατα, με ένα πολύ έντονο κίτρινο χρώμα, που σχεδόν τύφλωνε όποιον το κοιτούσε για πάνω από μερικά δευτερόλεπτα.
Οι πέντε φίλοι ακολούθησαν τον Πέτρο, που άνοιξε με το κλειδί του. Μυρωδιά κλεισούρας τρύπωσε κάτω από τα ρούχα τους, χάιδεψε το δέρμα τους και σκέπασε τη δική τους. Ο Πέτρος, νιώθοντας τον χώρο οικείο, τράβηξε την Άννα και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Οι υπόλοιποι γέλασαν και αστειεύτηκαν με την εικόνα του ερωτευμένου ζευγαριού.
«Τι γελάτε, σύντροφοι; Το μανιφέστο απαγορεύει τον έρωτα; Τότε, αποσκιρτώ. Την Άννα μου και μίαν καλύβη!» Ο Πέτρος ξαναφίλησε τρυφερά την κοπέλα, που σπαραζόταν από πνιχτό γέλιο. Έπειτα μπήκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τους καφέδες. Η Άννα τον ακολούθησε, αλλά εκείνος της έκανε νόημα να μείνει με τους φίλους τους.
Κάθισαν όλοι στις μεγάλες ινδικές μαξιλάρες γύρω από ένα χαμηλό ξύλινο τραπέζι. Οι καφέδες, σε παράταιρες κούπες, άχνιζαν εμπρός τους. Πάνω στο τραπέζι, εκτός από κάμποση σκόνη που διακοπτόταν από αμέτρητες δαχτυλιές, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, δύο βιβλία, Αντοχή των Υλικών και Γεωδαισία Ι, σχεδόν άθικτα, μια αμερικάνικη έκδοση του Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο του Τζον Ριντ και μερικά αρωματικά στικ. Έμειναν για λίγο δίχως να μιλούν, απολαμβάνοντας τον καφέ και το τσιγάρο τους. Ο καπνός από τους τέσσερις που κάπνιζαν –μόνο η Άννα απασχολούσε τα χέρια της χαϊδεύοντας τον Πέτρο– είχε γεμίσει το μικρό καθιστικό, κάνοντας τα χρώματα γύρω να ξεθωριάζουν. Η πορτοκαλί φλοκάτη, το ολοκόκκινο ριχτάρι του καναπέ, οι πολύχρωμες μαξιλάρες, η μπάντα στον τοίχο με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, τα κόκκινα κεριά, όλα έχαναν τη χρωματική τους ταυτότητα πίσω από το πηχτό νεφέλωμα της κάπνας.

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr