A+ A A-

«Το πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

«Το πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη


Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη Το πέρασμα, που θα κυκλοφορήσει στις 20 Απριλίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

«Το πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Γέμισε τα πνευμόνια του αέρα, γιατί δεν ήξερε πόσο θα έκανε να αναπνεύσει πάλι, και κολύμπησε όπως όπως προς τα εκεί. Άρπαξε το μεγαλύτερο μπιτόνι και έπεσε πάνω του με το στήθος, η δύναμη της άνωσης όμως αποδείχτηκε τρανότερη από τις αντοχές του και το άδειο δοχείο γλίστρησε μέσα απ’ την αγκαλιά του, αναδύθηκε με φοβερή δύναμη από το νερό, τον χτύπησε στο πρόσωπο και εκτοξεύτηκε κάπου πίσω του. Η μαυρίλα που τον κύκλωσε ξαφνικά έμοιαζε πιο πηχτή και απειλητική από το σκοτάδι της νύχτας.
Αν έχανε τις αισθήσεις του δεν είχε γλιτωμό, το γνώριζε καλά. Έπρεπε οπωσδήποτε να σφίξει τα δόντια και να συνεχίσει προς την ακτή ή να δοκιμάσει μήπως καταφέρει να προσεγγίσει ξανά τα υπόλοιπα δοχεία. Τα ρεύματα όμως τα είχαν ήδη παρασύρει μακριά. Άλλοι πιο τυχεροί απ’ αυτόν κρέμονταν κιόλας γύρω από την αυτοσχέδια πλατφόρμα.
Δεν είχε κουράγιο να κινηθεί προς τα εκεί. Δεν είχε πια κουράγιο να επιχειρήσει το παραμικρό. Πήρε να σκέφτεται πάλι πως όλα τελείωσαν και θα χανόταν. Αφού δεν μπορούσε να συνεχίσει, θα χανόταν. Αν και βρισκόταν ήδη στην επικράτεια εκείνης της θολούρας που προοιωνίζεται την απώλεια συνείδησης, η σκέψη πως θα χανόταν μετά από τέτοιον αγώνα, πως η θάλασσα τελικά θα τον νικούσε λίγα μόλις μέτρα μακριά από την ακτή, συνέχιζε να τον στεναχωρεί. Τουλάχιστον είχε προσπαθήσει. Τον παρηγορούσε η ιδέα πως κανένας δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει πως είχε παραδώσει εύκολα τα όπλα. Ένας τέτοιος θάνατος μόνο ατιμωτικός δεν ήταν.
Και τότε, ενώ είχε κιόλας εγκαταλειφθεί στη μοίρα του, αντί να έρθει το τέλος που περίμενε, του φάνηκε πως κάποιος τον τραβούσε προς τα πάνω, ίσως πάλι να ήταν το νερό που κατά τύχη τον πετούσε έξω, βρέθηκε πάντως να αναπνέει και πάλι ελεύθερα. Μα ο νους του από την εξάντληση δεν είχε τρόπο να ξεδιαλύνει τι ακριβώς σήμαινε αυτή η καλοδεχούμενη μεταβολή, καμία σιγουριά δεν ένιωθε αν όντως τον κέρδιζε οριστικά η ζωή ή ήταν η ανακούφιση που φέρνει ο θάνατος έπειτα από μάταιη προσπάθεια. Πατούσε σε στέρεο έδαφος, οι αισθήσεις του αυτό μαρτυρούσαν, μα δεν τον ένοιαζε πια αν ήταν αλήθεια ή παραίσθηση, του έφτανε που η δοκιμασία του έμοιαζε να τελειώνει.

Η ίδια αίσθηση μετεωρισμού ανάμεσα στη ζωή και στην ανυπαρξία τον κατείχε και όταν ξανάνοιξε τα μάτια. Για μερικές στιγμές όλα γύρω του έδειχναν ξένα, ως και τα χέρια και τα πόδια του, κι αυτά σαν να μην ήταν δικά του τα ένιωθε, παρότι ανέκτησε γρήγορα τον έλεγχο. Σταδιακά το μυαλό άρχισε πάλι να λειτουργεί. Σκέφτηκε τον γιο του. Νέος φόβος τον κατέλαβε. Άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στους σωσμένους, μα δεν τον βρήκε. Με βαριά καρδιά έτρεξε εκεί που είχαν τους πνιγμένους. Κανένα από τα πτώματα δεν ανήκε στον Χαφέζ του. Αναθάρρησε. Αν τα είχε καταφέρει ένας γέρος όπως αυτός, γιατί να μην τα κατάφερνε ένας αθλητικός νέος άντρας και δεινός κολυμβητής σαν τον γιο του; Αυτό συλλογιζόταν ασταμάτητα κάθε φορά που έβγαζαν κάποιον πεθαμένο.
Στράφηκε προς το κουφάρι του πλοίου, που συνέχιζε να παλαντζάρει κοπανώντας στους βράχους. Μια φρικτή σκέψη κατέκλυσε το μυαλό του, μα βιάστηκε να την αποδιώξει. Αποκλείεται να είναι εκεί, είπε από μέσα του· αποκλείεται. Θυμόταν καλά πως την τελευταία φορά που τον είδε ετοιμαζόταν να βουτήξει μαζί του. Χάρη σ’ εκείνον άλλωστε, επειδή είχε προβλέψει έγκαιρα τη σύγκρουση, μετακινήθηκαν στο πάνω κατάστρωμα, στην πλευρά που έβλεπε προς τα ανοικτά, και γλίτωσαν τα χειρότερα.
Ο Ρασίντ προσπάθησε να αναπαραστήσει στο μυαλό του τις τρομερές εκείνες στιγμές. Ο κόσμος, δευτερόλεπτα πριν καταλήξουν στα βράχια, καταλαβαίνοντας τι θα επακολουθήσει, σπρωχνόταν, στριμωχνόταν αλαφιασμένος και ποδοπατιόταν, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την πλευρά της πρόσκρουσης. Αλλά αυτά δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με όσα συνέβησαν αφού το κακό είχε πια γίνει.
Ακόμη ηχούσαν στ’ αυτιά του οι στριγκλιές απελπισίας των γονιών που έχαναν μέσα από τα χέρια τα μωρά τους, τα κλάματα των λίγο μεγαλύτερων παιδιών που κουτρουβαλούσαν αβοήθητα πάνω στο μέταλλο, οι κραυγές πόνου των χτυπημένων και τα μακάβρια ουρλιαχτά όσων δεν κατόρθωναν να πιαστούν σωστά και κατέληγαν στη θάλασσα χωρίς να γνωρίζουν κολύμπι και δίχως σωσίβιο. Ο ίδιος κρεμόταν ήδη έξω από το κάγκελο. Δίπλα του ο Χαφέζ τον ενθάρρυνε και τον καθοδηγούσε για το πότε και πώς έπρεπε να πηδήξουν στο νερό, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο τραυματισμού. «Θα μας πάρει μαζί του» του φώναζε κάθε φορά που το σκάφος σειόταν ολόκληρο, μα ο γιος του, ατάραχος σχεδόν, του έλεγε να περιμένει το σήμα του και να μη φοβάται. Δεν άντεξε όμως. Είτε γιατί οι δυνάμεις του τον πρόδωσαν είτε γιατί έχασε το κουράγιο του, έπεσε μόνος του. Εκείνος όμως ήξερε τι έκανε, για κανέναν λόγο δεν θα έμενε πίσω. Από όλους όσοι βρίσκονταν πάνω στο πλοίο, αυτός είχε τις περισσότερες πιθανότητες να γλιτώσει. Αποκλείε­ται να του συνέβη κάτι. Ίσως λίγο πιο πέρα, πίσω απ’ το βουνό, να υπήρχε κάποιος όρμος ή καμιά άλλη παραλία σαν αυτήν εδώ. Ίσως είχε παρασυρθεί από τα ρεύματα, ίσως πάλι όταν έχασε ο ένας τον άλλο έκρινε φρόνιμο να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Ο Χαφέζ του ήξερε να τα βγάζει πέρα. Από μικρό παιδί έδειχνε πως ήταν γεννημένος μαχητής. Και έπειτα, μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, ήταν αξιωματικός και υποδιοικητής της πιο επίλεκτης στρατιω­τικής μονάδας της χώρας τους, ήξερε να φροντίζει τον εαυτό του, αποκλείεται να του είχε συμβεί κάτι κακό.
Κοίταξε δύσπιστα όσους είχαν σωθεί. Υπήρχαν ένα σωρό παιδιά, ακόμα και βρέφη, ανάμεσά τους. Αφού τα είχαν καταφέρει έως και αυτά, γιατί να μη συνέβαινε το ίδιο με τον Χαφέζ; Έπειτα, αν υπολόγιζε σωστά, οι ζωντανοί μαζί με τους πεθαμένους που βρίσκονταν στην παραλία δεν πρέπει να ήταν ούτε οι μισοί απ’ όσους μετέφερε το πλοίο. Όπως το είχαν συζητήσει με τον γιο του, οι επιβάτες ξεπερνούσαν τους τριακόσιους. Τούτοι εδώ ζήτημα να έφταναν τους εκατό, άντε εκατόν είκοσι. Να είχαν χαθεί τόσο πολλοί του φαινόταν παράλογο. Πιο πιστευτό έμοιαζε οι υπόλοιποι, μαζί κι ο γιος του, να είχαν παρασυρθεί από τα ρεύματα σε κάποιο άλλο σημείο. Τι ήξερε για το νησί; Τίποτα. Ούτε το όνομά του δεν γνώριζε. Μπορεί να υπήρχε και άλλη παραλία. Σίγουρα πίσω από το βουνό υπήρχε κάποιο μέρος εξίσου ασφαλές. Και ο Χαφέζ αυτή τη στιγμή να αγωνιούσε το ίδιο μ’ αυτόν. Να τον έψαχνε. Αυτά σκεφτόταν ξανά και ξανά, μα η αμφιβολία πως τα πράγματα μπορεί να είχαν γίνει και αλλιώς δεν τον άφηνε.
Μπροστά του ένας ντόπιος με κόκκινο αδιάβροχο έδινε τις πρώτες βοήθειες σε ένα αγόρι που μάλλον του είχε γυρίσει η γλώσσα. Πλησίασε, δήλωσε πως ήταν γιατρός και ρώτησε διστακτικά αν αυτοί ήταν όσοι είχαν καταφέρει να σωθούν.
Ξαφνιασμένος εκείνος που του απευθύνθηκε στη γλώσσα του, χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να αποκριθεί θετικά, για να το αλλάξει αμέσως μετά σε ένα «δεν ξέρω».
Ο Ρασίντ έβγαλε έναν στενάχωρο αναστεναγμό, έσφιξε με την παλάμη το μέτωπό του και προσπάθησε να περιγράψει όσο καλύτερα μπορούσε τον γιο του.
Ο άντρας με το χτυπητό αδιάβροχο ανασήκωσε μελαγχολικά τους ώμους, μόρφασε δείχνοντας το χάος που επικρατούσε γύρω τους και αφοσιώθηκε ξανά στο παιδί που περιποιόταν.
Ο Ρασίντ ψέλλισε με μισή καρδιά ένα ευχαριστώ και έστρεψε τις ελπίδες του σε μια νέα γυναίκα που προσέτρεχε κάποιους άλλους εκεί παραδίπλα. Δυστυχώς, ούτε αυτή μπόρεσε να τον βοηθήσει και το μόνο που εισέπραξε ήταν ένα συμπονετικό βλέμμα.
Κοντοστάθηκε και κοίταξε ξανά προς το σακατεμένο πλοίο που ακόμη παλαντζάριζε, αν και καρφωμένο στον βράχο. Μακάβρια βογκητά έβγαιναν απ’ το εσωτερικό του καθώς το νερό κατέκλυζε τα αμπάρια, τους διαδρόμους και τις καμπίνες, πιέζοντας προς τα έξω τον παγιδευμένο αέρα. Αναρωτήθηκε τι να ’χαν απογίνει όσοι την ώρα της σύγκρουσης, αντί να παραμείνουν στο κατάστρωμα, προτίμησαν να κρυφτούν μέσα. Αναμφίβολα πολλοί απ’ αυτούς, όταν το σκαρί πήρε κλίση, θα είχαν εγκλωβιστεί χωρίς ελπίδα διαφυγής. Ανάμεσά τους θα ήταν ασφαλώς και αρκετοί απ’ όσους γνώρισε και μίλησε τις τρεις τελευταίες μέρες, όσο περίμεναν στις απέναντι ακτές το σήμα του διακινητή. Καλοί και ταπεινοί άνθρωποι οι περισσότεροι. Άραγε να είχαν πεθάνει αμέσως ή βασανίστηκαν πρώτα; Ή, ακόμα χειρότερα, το μαρτύριο ορισμένων συνεχιζόταν σε κάποια καμπίνα ή διάδρομο, περιμένοντας τη στάθμη του νερού να τους σκεπάσει;
«Κάθε ψυχή θα δοκιμάσει το θάνατο. Έπειτα σ’ Εμάς όλοι θα επιστρέψετε. Μόνο ο Αλλάχ –ο Παντοδύναμος ο Πάνσοφος– μπορεί σε κάθε περίπτωση να σας βοηθήσει» είπε μέσα από τα δόντια του ο Ρασίντ. Μετά, για να αποδιώξει από το μυαλό του τις βασανιστικές εικόνες, βάλθηκε να παρατηρεί τα βράχια που κύκλωναν τη μικρή παραλία. Από τη μια πλευρά ο πέτρινος όγκος ορθωνόταν κατακόρυφα σχεδόν τριάντα μέτρα, απέναντι όμως, εκεί απ’ όπου ξεκινούσε η προκυμαία, το βουνό μαλάκωνε. Αν ανέβαινε ψηλότερα, ίσως μπορούσε να κατοπτεύσει καλύτερα. Μετά όμως ακούστηκαν νέες φωνές. Γύρισε να δει τι συμβαίνει. Το νερό είχε ξεβράσει έναν ακόμα πνιγμένο. Παρακαλώντας να μην είναι ο Χαφέζ του, έτρεξε προς τα εκεί.

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr