A+ A A-

Chochana Boukhobza

Chochana Boukhobza


Προδημοσίευση από το βιβλίο της Chochana Boukhobza HK – ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ (μετάφραση: Γιώργος Ξενάριος), που θα κυκλοφορήσει στις 15 Μαρτίου από τις Εκδόσεις Στερέωμα.

Chochana Boukhobza HK – ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

 

Κεφάλαιο 1

 

Η Έλεν Κάλμους γεννήθηκε στη Βιέννη, την αλησμόνητη πόλη του Στέφαν Τσβάιχ. Θα μπορούσε να μιλήσει στον Γκυ για τους Σλάβους, τους Ούγγρους, τους Γερμανούς, τους Γάλλους, γι’ αυτή την πανσπερμία ανθρώπων που έφτιαξε μουσικές και χορούς, μνημεία και κήπους, μια ξεχωριστή κουλτούρα, έναν ολόκληρο πολιτισμό, μέχρι τη μέρα που όλα αυτά τινάχτηκαν στον αέρα στο όνομα της φυλετικής καθαρότητας.

            Η Έλεν βυθίστηκε στην πιο βαθιά σιωπή, λες και, αν πρόφερε έστω μία λέξη, αυτό θα σήμαινε τον θάνατό της.

            Ο Στέφαν Τσβάιχ όμως δεν σώπασε, έγραψε τον Κόσμο του χθες. Αφού ταχυδρόμησε το κείμενό του, την επόμενη μέρα αυτοκτόνησε, μαζί με τη γυναίκα του, στο δωμάτιο ενός ανώνυμου ξενοδοχείου, στη Βραζιλία, το 1942. Αν η μνήμη κόβει σαν μαχαίρι, η γραφή δεν σε σώζει από την τρέλα ή την απελπισία.

            Για την οικογένεια Κάλμους, την οικογένεια Φιναλύ, την οικογένεια Τσβάιχ το 1938 είναι η χρονιά που όλα άλλαξαν.

            Εγκατέλειψαν κυνηγημένοι τη χώρα τους, «με την καρδιά σαν πέτρα»,[1] κατεστραμμένοι. Για να ’ναι μακριά, για να μεσολαβούν όσο γίνεται περισσότερες θάλασσες και στεριές ανάμεσα σ’ αυτούς και τους ναζί, έφυγαν καλπάζοντας προς τα μπρος, δέχτηκαν να αφήσουν πίσω τους περιουσίες, πίνακες, σπίτια, ό,τι είχαν καταφέρει να φτιάξουν, ενώ μέσα τους στοίχειωναν τα πρόσωπα των γονιών τους, των αδελφών τους, των φίλων τους που είχαν εγκλωβιστεί στη Βιέννη, οι οποίοι περίμεναν μια γραπτή έγκριση, μια άδεια μετακίνησης, μια βίζα για να γλιτώσουν από τον Άιχμαν και τα τσιράκια του.

            Αναζητώντας την Έλεν Κάλμους, έπεσα πάνω στην οικογένεια Φιναλύ. Τους συνάντησα στη Βιέννη, στους δρόμους της Γαλλίας, στη Λα Τρονς. Οι διαδρομές τους είναι ακριβώς οι ίδιες. Συναναστράφηκαν τους ίδιους ανθρώπους, συνεργάστηκαν με τις ίδιες οργανώσεις, μόνο οι επιλογές τους ήταν διαφορετικές. Και καθώς τα γράφω αυτά προσπαθώντας να εξερευνήσω το παρελθόν τους, δεν γνωρίζω ακόμα αν συναντήθηκαν ποτέ στο τραμ της Γκρενόμπλ, αν αντάλλαξαν χαμόγελα στον δρόμο, αν άκουσαν να φωνάζουν τα ονόματά τους στο τμήμα αλλοδαπών της νομαρχίας. Στο βάθος όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Τα φαντάσματά τους, που πλανιούνται ακόμη στα μέρη όπου έζησαν, συνεχίζουν να σιγοψιθυρίζουν το μυστήριο του πεπρωμένου τους. Οι Φιναλύ δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς, κι η Έλεν, που επέζησε, δεν το συγχώρησε ποτέ στον εαυτό της. Τα παιδιά τους, που δεν ήξεραν τίποτα για την ιστορία τους, μεγάλωσαν μαζί κουβαλώντας τα σωματικά και ψυχικά σημάδια της εξορίας και του διωγμού.

            Δεν μπορώ να γράψω για την Έλεν, αν δεν νεκραναστήσω τους Φιναλύ.

            Δεν μπορώ να μιλήσω για τον Γκυ, αν δεν εξηγήσω το δράμα του Ρομπέρ και του Ζεράλντ.

            Από τη Βιέννη ως τη 2η Σύνοδο του Βατικανού ο δρόμος της αφήγησής μας θα είναι στρωμένος με ανθρώπινα θύματα, κατεστραμμένος από τη βαρβαρότητα κάποιων, αλλά και φωτισμένος από τις λάμψεις του θάρρους κάποιων άλλων, που προσπάθησαν να σώσουν μια χούφτα παιδιά από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

            Ο Φριτς Φιναλύ είχε τακτοποιήσει τα χαρτιά του, διαβατήρια, ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως και γάμου, σ’ έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα και, λίγες μέρες πριν από τη σύλληψή του, το 1944, τον παρέδωσε στην κυρία Μπαρέ, διευθύντρια του μαιευτηρίου όπου είχαν γεννηθεί ο Ρομπέρ και ο Ζεράλντ.

            Η κυρία Μπαρέ τον φύλαξε χωρίς να πει λέξη σε κανέναν. Περίμενε να γυρίσουν ο Φριτς και η Άννι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.

            Τον Φεβρουάριο του 1953, κι ενώ ο Μωυσής Κέλερ προσπαθούσε απεγνωσμένα, πέντε ολόκληρα χρόνια, να πάρει πίσω τον Ρομπέρ και τον Ζεράλντ, στο απόγειο του δημοσιογραφικού πανδαιμόνιου που είχε δημιουργηθεί, η κυρία Μπαρέ επέλεξε τελικά στρατόπεδο και ζήτησε από τον άντρα της να παραδώσει στον Μωυσή Κέλερ τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του γιατρού.[2]

            Απ’ ό,τι λέει ο Γκυ, τα έγγραφα αυτά τον βοήθησαν να κατανοήσει ποιοι ήταν πραγματικά οι Φιναλύ πριν από το Anschluss και την εξορία.

            Γεννημένος στο Κλοστερνόιμπουργκ, δεκαπέντε χιλιόμετρα από τη Βιέννη, στις 26 Μαρτίου 1906, σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, ο Φριτς έχει τρεις αδελφές, τη Μαργαρίτα, τη Λουΐζα και τη Χέντβιγκ, κι έναν αδελφό, τον Ρίχαρντ. Ο πατέρας του, ο Σαμουέλ, είναι ένας απλός υπάλληλος του οργανισμού σιδηροδρόμων. Ο Φριτς δεν θέλει να ’ναι βάρος στους γονείς του, και το 1924 εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, έναν χρόνο φοιτά στο Πανεπιστήμιο κι έναν δουλεύει. Έτσι, το πτυχίο της ιατρικής το παίρνει μετά από δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Στη Βιέννη, παρά τους πειρασμούς, ο νεαρός αρνείται να αφομοιωθεί από τη χριστιανική κουλτούρα και παραμένει δεμένος με τη μοίρα του λαού του. Εντάσσεται στη Σιωνιστική Ομοσπονδία Αυστρίας, κάρτα μέλους υπ’ αριθμ. 5605, και υποστηρίζει τον σιωνιστικό αθλητικό σύλλογο Μακάμπι, κάρτα μέλους υπ’ αριθμ. 4745. Οι ιουδαϊκές του αντιλήψεις δεν τον εμποδίζουν να ενδιαφέρεται για την πολιτική κατάσταση της χώρας. Προσχωρεί και συμμετέχει ενεργά στο φοιτητικό σοσιαλιστικό κίνημα. Για τον Φριτς οι διαφορετικές του ταυτότητες είναι συγκλίνουσες, οι αγώνες σχετίζονται και εμπλουτίζονται αμοιβαία, είναι σαν τον Στέφαν Τσβάιχ, θέλει κι αυτός να ζήσει στην εποχή του, μαζί με τους αλλόθρησκους αλλά και μαζί με τον λαό του, αρνείται να επιλέξει, έστω και αν πληρώσει το τίμημα αυτό με τη ζωή του, θα το δούμε αυτό στη Λα Τρονς, στη διάρκεια της Κατοχής, όταν, παρά τους κινδύνους, θα κάνει περιτομή στους δυο γιους του.

            Παρατηρώ τη μοναδική φωτογραφία του νεαρού γιατρού που βρήκα, ο οποίος είχε αποκτήσει πολλούς φίλους στην Γκρενόμπλ και στη Λα Τρονς. Καθισμένος ανάποδα σε μια καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα και ακουμπισμένα στην πλάτη της, φορώντας σκούρο ριγέ σακάκι, άσπρο πουκάμισο και γραβάτα, αποπνέει ηρεμία και σιγουριά. Το πρόσωπό του εμπνέει εμπιστοσύνη. Είναι όμορφος, με κοντά, σπαστά μαλλιά, ζωηρό κι έξυπνο βλέμμα. Δίπλα στη φωτογραφία του βάζω τη φωτογραφία της Άννι Σβαρτς, γεννημένης στις 18 Φεβρουαρίου 1915 στο Γκμυντ, την οποία νυμφεύτηκε ο Φριτς στις 30 Αυγούστου 1938. Πρόσωπο οβάλ, μαλλιά κοντά καστανά, μεγάλα μαύρα μάτια, διεισδυτικό βλέμμα – το πρόσωπο της Άννι αποπνέει γλύκα και τρυφερότητα. Πριν παντρευτεί, η Άννι είχε μείνει δυο χρόνια στο Λονδίνο για να τελειοποιήσει τα αγγλικά της και άλλα δύο στην Πράγα σπουδάζοντας στενογραφία σε μια εμπορική σχολή. Το βλέμμα της με καταδιώκει. Η Άννι δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς. Δεν ήταν ούτε τριάντα χρονών.

 

Ξαναβρίσκοντας την Έλεν, το δύσκολο εγχείρημα να αγαπήσει και να αγαπηθεί στα σαράντα του χρόνια είχε αίσιο τέλος· ο Γκυ ανακάλυψε ότι είχε κι αυτός οικογένεια, συγγενείς, προγόνους. Η Έλεν τού αποκάλυψε το γενεαλογικό δέντρο της μητέρας της, το γένος Μπαιρ, που οι ρίζες του φτάνουν πριν από το 1700.

            Οι συγγενείς που ξαναβρήκε ήταν κάτι σαν ρεβάνς για τον Γκυ, που, για χρόνια ολόκληρα, με το μέτωπο κολλημένο στα τζάμια του οικοτροφείου, κοίταζε τους συμμαθητές του να σπρώχνονται και να τσιρίζουν για ν’ ανέβουν στο πούλμαν που θα τους πήγαινε στις οικογένειές τους. Εκείνος δεν είχε κανέναν. Όταν το οικοτροφείο άδειαζε, ο Γκυ έκοβε άσκοπες βόλτες στους διαδρόμους, στην τραπεζαρία, στους κοιτώνες, στις άδειες και σιωπηλές αίθουσες διδασκαλίας. Το πρόσωπο που ισχυριζόταν πως ήταν προστάτιδά του ήταν απόν. Παρά τα ικετευτικά γράμματα που της έστελνε, η δεσποινίς Μπρεν δεν τον άφηνε να γυρίσει στην Γκρενόμπλ με το πρόσχημα ότι η μετακίνηση κόστιζε ακριβά, ότι η ίδια πνιγόταν στη δουλειά, ότι η Μαρί ήταν απασχολημένη. Βλέποντάς τον τόσο μόνο, ο διευθυντής του οικοτροφείου έστειλε επιστολή στην οικογένεια Παγιούντ, με την οποία τους ρωτούσε αν μπορούσαν να δεχτούν σπίτι τους τον φίλο και συμμαθητή του γιου τους Πιέρ. Το ζεύγος Παγιούντ δέχτηκε. «Μια τζούρα ευτυχίας», θα γράψει αργότερα ο Γκυ.

            Όταν πήγα να τον επισκεφτώ σπίτι του, κάπου έξω από την Τουλούζη, ο Γκυ είχε έτοιμο να μου δείξει τον «θησαυρό» του: καμιά πενηνταριά φωτογραφίες τραβηγμένες από το 1895 ως το 1943. Μου εξηγεί: «Στο δωμάτιο που μέναμε όταν πηγαίναμε διακοπές στις ΗΠΑ, η μαμά φυλούσε τακτοποιημένα σ’ ένα ντουλάπι μερικά άλμπουμ με φωτογραφίες. Μου έδωσε την άδεια να πάρω όσες με ενδιέφεραν». Ο Γκυ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, για να «οικειοποιηθεί το πιο ιδιωτικό κομμάτι της οικογένειας αυτής, που [του] έλειψε σαράντα ολόκληρα χρόνια».

            Η Έλεν ποτέ δεν συζήτησε με τον Γκυ τις φωτογραφίες αυτές. «Η μητέρα μου δεν μπορούσε καν να τους ρίξει μια ματιά, της ήταν αδύνατο», θα μου πει αργότερα.

            Απλώσαμε πάνω στο τραπέζι τις φωτογραφίες, με τις λεζάντες τους στα γερμανικά, κι επιχειρήσαμε να τις κατατάξουμε χρονολογικά. Πολύ γρήγορα φτιάξαμε μια πρώτη ενότητα με τίτλο: «Φωτογραφίες από την Αυστρία». Η ενότητα ξεκινάει μ’ ένα μικρό κοριτσάκι, τη Γερτρούδη Μπαιρ, φωτογραφημένο στην Πράγα το 1895, να φοράει μια άσπρη μακριά πουκαμίσα. Δίπλα στο πεντάχρονο κορίτσι ο φωτογράφος έχει τοποθετήσει μια καρέκλα στιλ Ναπολέοντος Γ΄, που πάνω της αναπαύεται ένα μποτάκι με κορδόνια. Χάρη στο θολό, σχεδόν νεφελώδες, φόντο, η Γερτρούδη, με τα λυτά της μαλλιά και τα γυμνά της ποδαράκια, μοιάζει με άγγελο. Οι φωτογραφίες συνεχίζονται. Η Γερτρούδη, στα είκοσι, προφίλ, ποζάρει καθιστή, φορώντας ένα πλεχτό καπέλο με τριαντάφυλλα, που δείχνουν να ’χουν φτιαχτεί από οπαλίνα. Η αυτοκρατορία των Αψβούργων δεν έχει ακόμα καταρρεύσει. Η φωτογραφία αυτή είναι η τελευταία πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

            Οι υπόλοιπες συνεχίζουν από το 1922 και ύστερα.

            Η Γερτρούδη παντρεύεται, το 1919, τον Ευγένιο Κάλμους, δώδεκα χρόνια μεγαλύτερό της. Γεννημένος το 1878 στο Βερολίνο, ο Ευγένιος εγκαθίσταται στη Βιέννη στις αρχές του αιώνα για να κάνει το διδακτορικό του στα νομικά. Πέντε χρόνια αργότερα πεθαίνει ο πατέρας του. Τα στοιχεία για τη ζωή του Ευγένιου είναι ελλιπή. Η Έλεν είχε πει ότι ο Ευγένιος ξεκίνησε την καριέρα του ως δικηγόρος στην αυλή του αυτοκράτορα. Ο Γκυ δεν βρήκε κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο, αλλά θα ανακαλύψει ότι ο παππούς του είχε παντρευτεί δυο φορές και πως ήταν ελευθεροτέκτονας από τις 19 Απριλίου του 1921. Από τα αρχεία της Στοάς προκύπτει ο αριθμός μητρώου του, 497, ωστόσο καμία απάντηση δεν μπορεί να δοθεί στο ερώτημα πού ήταν ο Ευγένιος στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

            Η πρώτη φωτογραφία του ζευγαριού που έχουμε είναι οικογενειακή: η Γερτρούδη, ψηλή, λυγερή, με εντυπωσιακή χάρη, φοράει ένα μακρύ μαύρο φόρεμα στιλ Μπελ Επόκ, ενώ τα μαλλιά της πέφτουν πυκνά γύρω από το πρόσωπό της· ο Ευγένιος στέκεται στο πλευρό της, με ξυρισμένες φαβορίτες, ένα μαύρο τσουλούφι να πέφτει στο μέτωπό του, ριγέ παντελόνι, γιλέκο, άσπρο πουκάμισο και παπιγιόν. Η Έλεν είναι τριών χρονών, ο Φρεντ ακόμη βρέφος. Σε οποιαδήποτε ηλικία, η Έλεν ποζάρει πάντα μαζί με τους γονείς της, τον αδελφό της και τις δυο γιαγιάδες της, τη Ρόζα Κάλμους και την Μπέρτα Μπαιρ.

            Όλες οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί σε στιγμές διακοπών. Είναι γεμάτες καλοκαιρινό φως. Η οικογένεια διαμένει στο ξενοδοχείο Καρολίνενχοφ, στο Πόντερσντορφ, εβδομήντα χιλιόμετρα από τη Βιέννη, στις όχθες της λίμνης Νόιζιντλ, ένα θέρετρο τόσο προσφιλές στους κατοίκους της πρωτεύουσας, που η λίμνη είχε πάρει την ονομασία «η θάλασσα των Βιεννέζων».

[1] Στέφαν Τσβάιχ, Ο κόσμος του χτες, Μυθιστορήματα, νουβέλες και αφηγήματα, «La Pleiade», εκδ. Gallimard, 2013.
[2] Μωυσής Κέλερ, ό.π.

 

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα.

 

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr