A+ A A-

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙΠροδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Τσαρλς Μπουκόβσκι ΓΥΝΑΙΚΕΣ
(μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που θα κυκλοφορήσει στις 11 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Η Λίντια άργησε να έρθει. Μπήκε μεγαλόπρεπα λες και ήταν ηθοποιός. Το πρώτο που μου χτύπησε στο μάτι ήταν ένα μεγάλο καουμπόικο καπέλο μ' ένα βιολετί φτερό καρφιτσωμένο στο πλάι.

Σ' εμένα δεν μίλησε, αλλά πήγε και κάθισε δίπλα σ' έναν νεαρό βιβλιοϋπάλληλο κι έπιασε μια έντονη κουβέντα μαζί του. Εγώ άρχισα να πίνω για τα καλά. Με είχε αφήσει η διάθεση για κουβεντολόι και το χιούμορ μου επίσης. Ο βιβλιοϋπάλληλος ήταν αρκετά καλός τύπος, πάσχιζε να γίνει συγγραφέας. Τον έλεγαν Ράντι Έβανς, αλλά ήταν τόσο βαθιά χωμένος στον Κάφκα, ώστε είχε χάσει κάθε λογοτεχνική διαύγεια. Είχαμε βάλει κάτι κομμάτια του στην Καθαρκτική Κραιπάλη, αλλά το κάναμε πιο πολύ για να μην τον απορρίψουμε και πληγωθεί, και επίσης για να βάλει ένα χεράκι στη διάδοση του περιοδικού μέσα από το βιβλιοπωλείο του.

Ήπια την μπίρα μου κι άρχισα να σουλατσάρω. Πήγα στην πίσω βεράντα, κάθισα στα σκαλάκια στην αλέα και πήρα να κοιτάζω έναν μεγάλο μαύρο γάτο που πάλευε να χωθεί σ' έναν σκουπιδοτενεκέ. Σηκώθηκα και πήγα κοντά του. Πήδηξε από τον
σκουπιδοτενεκέ καθώς τον πλησίαζα. Στάθηκε κάνα μέτρο μακριά μου και με κοίταξε. Σήκωσα το καπάκι από τον σκουπιδοτενεκέ.

Η μπόχα ήταν φρικαλέα. Ξέρασα μες στον σκουπιδοτενεκέ. Πέταξα το καπάκι στο πεζοδρόμιο. Ο γάτος πήδησε και στάθηκε, και με τα τέσσερα πόδια, στο χείλος του σκουπιδοτενεκέ. Δίστασε, λαμπρός τώρα κάτω από το σεληνόφωτο, και χώθηκε μ' έναν πήδο μες στον σκουπιδοτενεκέ.

Η Λίντια τα έλεγε ακόμη με τον Ράντι, και πρόσεξα ότι κάτω από το τραπέζι το ένα της πόδι άγγιζε το πόδι του. Άνοιξα κι άλλη μια μπίρα.

Ο Σάμι έλεγε καλαμπούρια στον κόσμο. Χαμός στα γέλια. Εγώ ήμουν κομμάτι καλύτερος από δαύτον έτσι και μ' έπιανε η διάθεση να καλαμπουρίσω με τον κόσμο, αλλά εκείνη τη νύχτα δεν είχα καμία διάθεση. Ήταν κάπου δεκαπέντε δεκαέξι άντρες και δύο γυναίκες – η Λίντια και η Έιπριλ. Η Έιπριλ έπαιρνε φάρμακα

για τον θυρεοειδή και ήταν χοντρούλα. Την είχε αράξει στο πάτωμα. Ύστερα από καμιά ώρα σηκώθηκε κι έφυγε με τον Καρλ, ένα φρικιό τρελαμένο απ' τα σπιντάκια. Κι έτσι μας έμεναν δεκαπέντε δεκαέξι άντρες και η Λίντια. Βρήκα μια πίντα ουίσκι

στην κουζίνα, την πήρα μαζί μου στην πίσω βεράντα και άρχισα να πίνω καμιά γουλιά πού και πού.

Όσο προχωρούσε η νύχτα, άρχισαν κι οι άντρες να φεύγουν σιγά σιγά. Ακόμα και ο Ράντι Έβανς έφυγε. Στο τέλος, μείναμε μονάχα ο Σάμι, η Λίντια κι εγώ. Η Λίντια μιλούσε με τον Σάμι. Ο Σάμι έλεγε κάτι αστεία. Με κατάφερε και γέλασα. Μετά είπε ότι έπρεπε να πηγαίνει κι αυτός.

«Μη φεύγεις, Σάμι, σε παρακαλώ» είπε η Λίντια.
«Άσ' το παιδί να φύγει» πετάχτηκα.
«Ναι, πρέπει να πηγαίνω» επέμεινε ο Σάμι.

Μόλις έφυγε ο Σάμι, η Λίντια με μάλωσε:
«Δεν ήταν ανάγκη να τον διώξεις. Ο Σάμι είναι ωραίος τύπος. Είναι στ' αλήθεια ωραίος τύπος. Τον πλήγωσες».
«Ναι, αλλά θέλω να μιλήσουμε, Λίντια. Μόνοι μας».
«Περνάω καλά με τους φίλους σου. Δεν έχω την ευκαιρία να γνωρίζω ένα σωρό κόσμο όπως εσύ. Και μ' αρέσουν τόσο πολύ οι άνθρωποι!»
«Εμένα καθόλου».
«Το ξέρω ότι δεν σ' αρέσουν. Αλλά εμένα μ' αρέσουν. Κι έρχονται να σε δουν. Ίσως εάν δεν έρχονταν να σε δουν, να σου άρεσαν πιο πολύ».
«Μπα, όχι. Όσο πιο λίγο τους βλέπω, τόσο πιο πολύ μ' αρέσουν».
«Τον πλήγωσες τον Σάμι».
« Έλα τώρα. Πήγε σπίτι να κλάψει στην ποδιά της μάνας του».
«Είσαι ζηλιάρης, είσαι ανασφαλής. Νομίζεις ότι θέλω να πλαγιάσω με κάθε άντρα που λέω μια κουβέντα μαζί του».
«Όχι, δεν το νομίζω. Για πες, θες ένα ποτό;»

Σηκώθηκα και πήγα και της έφτιαξα ένα ποτό. Η Λίντια άναψε ένα τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της.
«Σου πάει πολύ η καπελαδούρα» σχολίασα. «Αυτό το βιολετί φτερό είναι μεγαλείο».
«Είναι του πατέρα μου το καπέλο».
«Και δεν του λείπει;»
«Έχει πεθάνει».
Τράβηξα τη Λίντια στον καναπέ και της έδωσα ένα μεγάλο, χορταστικό φιλί. Μου μίλησε για τον πατέρα της. Είχε πεθάνει, και είχε αφήσει και στις τέσσερις αδελφές του παραδάκι. Αυτό τους πρόσφερε την άνεση να είναι ανεξάρτητες και είχε επιτρέψει στη Λίντια να πάρει διαζύγιο από τον άντρα της. Μου είπε ότι είχε περάσει μια νευρική κατάρρευση και έκανε ένα διάστημα στο τρελάδικο. Τη φίλησα ξανά.

«Άκου» της είπα «ας πάμε να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι. Είμαι κουρασμένος».
Προς μεγάλη μου έκπληξη, ήρθε μαζί μου στο υπνοδωμάτιο. Απλώθηκα στο κρεβάτι και την ένιωσα που κάθισε κι αυτή. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα ότι έβγαζε τις μπότες της. Ναι, άκουσα τη μία μπότα να πέφτει στο πάτωμα, και μετά την άλλη.
Άρχισα να γδύνομαι κι εγώ στο κρεβάτι. Άπλωσα το χέρι κι έσβησα το φως πάνω απ' το κεφάλι μου. Συνέχισα να γδύνομαι. Φιληθήκαμε. Και φιληθήκαμε ξανά.

«Πόσο καιρό έχεις να πας με γυναίκα;»
«Τέσσερα χρόνια».
«Τέσσερα χρόνια;»
«Ναι».
«Πιστεύω ότι σου αξίζει λίγη αγάπη» είπε. «Σε είδα στο όνειρό μου. Είδα ότι άνοιξα το στήθος σου σαν να ήταν ντουλάπα, είχε πόρτες, και όταν άνοιξα τις πόρτες είδα ένα σωρό απαλά πράγματα μέσα σου – αρκουδάκια, μικρά χνουδωτά ζωάκια, όλα
αυτά τα απαλά, γλυκά πράγματα που τα έχεις για να τα αγκαλιάζεις όλη την ώρα. Μετά είδα στο όνειρό μου εκείνο τον άλλο άντρα. Είδα ότι ήρθε κοντά μου και μου έδωσε έναν πάκο χαρτιά. Συγγραφέας ήταν. Κι εγώ πήρα τα χαρτιά και τον κοίταξα. Και τα χαρτιά του είχαν καρκίνο. Και το γράψιμό του είχε καρκίνο. Τα ακούω εγώ τα όνειρά μου. Σου αξίζει λίγη αγάπη». Φιληθήκαμε ξανά. «Άκου» συνέχισε «μετά που θα μου χώσεις αυτό το πράμα μέσα μου, τράβηξέ το όταν είναι να χύσεις. Εντάξει;»
«Εντάξει, καταλαβαίνω».
Ανέβηκα πάνω της. Ωραία ήταν. Κάτι συνέβαινε, κάτι αληθινό, κι ήταν με μια κοπέλα είκοσι χρόνια μικρότερή μου, άλλωστε, κι ήταν και όμορφη. Κουνήθηκα καμιά δεκαριά φορές κι έχυσα μέσα της.
Αναπήδησε.
«Ρε βλαμμένε! Έχυσες μέσα μου, ρε!»
«Λίντια, είχα να το κάνω τόσο καιρό... ήταν τόσο καλά... δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Δεν το ήθελα. Μου ξέφυγε! Μα τον Χριστό, δεν το ήθελα».
Έτρεξε στο μπάνιο και άφησε να τρέξει νερό στην μπανιέρα. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και πέρασε μια χτένα στα μακριά καστανά μαλλιά της. Ήταν αληθινά όμορφη.
«Βλα-μμέ-νε, ε βλαμμένε! Θεέ μου! Τι μαλακία ιστορία σαν απ' αυτές στο γυμνάσιο! Αυτά είναι μαλακίες του γυμνασίου! Και δεν μπορούσε να συμβεί σε χειρότερη στιγμή! Την κάναμε τη μαλακία τώρα! Την κάναμε τη μαλακία!»
Πήγα κοντά της στο μπάνιο.
«Λίντια, σ' αγαπώ».
«Ξεκουμπίσου αποδώ μέσα!»
Μ' έσπρωξε να βγω, έκλεισε την πόρτα, κι εγώ έμεινα εκεί έξω στο χολ και άκουγα το νερό να τρέχει.

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr