A+ A A-

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥΠροδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Χριστοδούλου ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ,
που θα κυκλοφορήσει τέλη Μαρτίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

ΣTH XΩΡΑ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ

Σιγά σιγά όλα τα ξέχασαν
κι ας είχανε στην Τροία πολεμήσει
βουνά και πέλαγα τα πέρασαν
κ' η δίψα στην καρδιά είχε αρχίσει.

Ήταν λεβέντες κι αρχοντόπουλα
παιδιά μεγαλωμένα με τ' αλάτι
το μήνυμα το φέραν τα γλαρόπουλα
πως ο ατέλειωτος χαμός δεν είχε άκρη.

Ξεχάσανε ακόμα και τη μάνα τους
και κύλησαν σαν γάτες μες στον ήλιο
οι νύχτες της φυγής μέσα απ' τα μάγια τους
δεν άφησαν στη μνήμη έναν φίλο.

Θα γύριζαν, θα γύριζαν ένα πρωί
για λίγο μόνο ν' αποστάσουν
τα βάσανα τους πήραν τη ζωή
ας ήταν μια αγάπη να προφτάσουν.

Τον μάθαν τον αλλήθωρο τον γίγαντα
τον Κύκλωπα τον θυμωμένο
που έφτυνε τον ήλιο με το μάτι του
κ' είχε το στόμα απ' τη λύσσα ματωμένο.

Δεν θάμεναν αυτοί στην Καλυψώ
στο φως θα ήθελαν να ζήσουν
μα το βαρκάκι και το κύμα το λειψό
δεν άφηναν τα όνειρα ν' αρχίσουν.

Θα γύριζαν, θα γύριζαν αυτοί
σαν άντρες μ' έναν ήλιο στην Ιθάκη
μ' αλλιώτικα το θέλαν οι θεοί
να ξαπλωθούν στη λησμονιά λιγάκι.

Και πέρασαν και πέρασαν καιροί
χειμώνες μες στον ήλιο πέντε
δεν του βοηθούσαν να φύγουν οι θεοί
και κράτησαν στα ασκιά τους τον πουνέντε.

Πέντε χειμώνες και δεν φύσηξε κανείς
απ' τους ωραίους και τους ούριους ανέμους
χαθήκαν οι γερόντοι μες στη γης
και ο καιρός εγέρασε τους νέους.

Είχαν περάσει απ' την Κίρκη σκυθρωποί
κ' είχαν κοιτάξει μες στα μάτια την Εκάτη
μα ζούσε ο άνεμος ο Διγενής
και τίποτα απ' την καρδιά τους δεν εχάθη.

Τους χτύπησε το κύμα στα στενά
και στ' ανοιχτά η Σκύλλα τούς μισούσε
η πείνα που θερίζει και πονά
με θάνατο τα σώματα χτυπούσε.

Δεν ήταν απ' αυτούς που λησμονούν
μια χώρα από ήλιο είχαν ζήσει
κι αν απ' τον πόλεμο τα στήθη τους πονούν
ένα τραγούδι στην καρδιά είχαν κρατήσει.

Τώρα αμίλητοι σιγούν στη χώρα
που τη λεν των Λωτοφάγων
τη θάλασσα κρατούν την ακριβή
κι ας είναι μες στα σίδερα των μάγων.

Τον Οδυσσέα μες στην πλώρη Διγενή
που τραγουδάει τη γλώσσα των ανέμων
τραβάει αργά με τη σχεδία στην αυγή
να φύγει απ' το κύμα των κατέργων.

Οι άνεμοι περνούν και η σιγή
παν' απ' τη χώρα που τη λεν των Λωτοφάγων
έχουν τη νύχτα και μιαν άχαρη ζωή
πλάι στη θάλασσα των βράχων.

Ιθάκη σε λησμόνησαν μικρή
αυτοί που είχαν τόσο ταξιδέψει
χαθήκαν σε μια θάλασσα πικρή
και θα γυρίσουν μόλις τ' άστρο τους μερέψει.

Δεν θάναι πάντα η Πηνελόπη η καλή
θάχει χαθεί φορώντας άσπρα
μα το τραγούδι της θα μείνει στη ζωή
και στου γιαλού τα κύματα μυριάδες άστρα.

Οι Λωτοφάγοι θάχουν ξεχαστεί
μακριά σε κύμα περασμένο
θα είναι ο χρόνος μια ανάμνηση χρυσή
και το νησί απ' το κύμα φωτισμένο.

Η Σκύλλα και η Χάρυβδη, κ' οι Λαιστρυγόνες οι σκληροί
θα μείνουνε για πάντα ξεχασμένοι
θα μείνουν δίχως ύπνο και πικροί
κι από τους ναύτες μια για πάντα νικημένοι.

Τη νύχτα τη μεγάλη έζησαν
και δεν ελπίσανε ποτέ σε άσπρη μέρα
τα νύχια του θηρίου μόνοι γλύτωσαν
και βάδισαν στην πίκρα και πιο πέρα.

Ήταν αυτοί στην Ιωλκό που δάκρυσαν
με το τραγούδι να πλανιέται στον αέρα
τ' αφήσανε τα βήματα στο άδυτο
και μες στα μάτια τους ανέτειλε η μέρα.

Δεν ήταν κύμα ούτ' ο πόντος που τους τρόμαζαν
ήταν η νιότη που σφραγίζει τον πλανήτη
τη μάνα τους στον άνεμο τη φώναξαν
κι απ' την καρδιά τους το φεγγάρι εγενήθη.

Η Ναυσικά ήταν ωραία σαν κρασί
και το βαθύ της το κορμί τους εδωρήθη
στα χείλη της μεθύσαν οι μισοί
κ' οι άλλοι οι μισοί παντρεύτηκαν τη λήθη.

Κορίτσια τούς χαρίσαν τη ζωή
που βγήκαν σαν αστέρια μες στον κάμπο
γκρεμίσαν τα ντουβάρια τ' ουρανού
και ξάπλωσαν σαν πάχνες μες στην άμμο.

Δε θα τους βρεις στ' αλώνια σαν βροχή
γινήκαν πια τραγούδια του Ομήρου
έτσι που έγινε για νάνους η ζωή
και μοιρολόι στις χαράδρες του ονείρου.

Ήτανε σώματα για πόλεμο πικρά
ήταν τραγούδια που αστράψαν στο μαχαίρι
φιμώσανε τ' αγρίμια στα βουνά
και κάθε νύχτα τούς εχάρισ' ένα αστέρι.

Δε θα τους βρείτε πια, σπηλιές του ουρανού,
τέτοια κουπιά δε θα διαβούνε το Αιγαίο
σε μια σπηλιά θε να κοιμούνται του βυθού
και θάναι χιόνι που θ' αστράφτει στο Παγγαίο.

Δε θα τους βρει ξανά η Κίρκη να τους πει
ποιος είν' ο δρόμος να διαβούν και να ξεχάσουν
μεσ' απ' τη νίκη θα περάσει ο καιρός
και μιαν αλήθεια απ' τη λήθη θα γιορτάσουν.

 

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ
Μάρμαρα, σκάλες και δομές
Ορίζοντας, βουνά και λόφοι
στο βάθος θάλασσα και ο Ναός
ο Παρθενώνας
με τσακισμένα τα πλευρά
να μπάζει πέρα απ' τη Νοτιά
το μήνυμα του Αιώνα.

Η σκέψη, ο λογισμός, η νόηση και ο Λόγος
όλα θρεμμένα στην αιώνια τούτη γη
στη μαγεμένη ούρια θάλασσα
στα πόδια του Αιγαίου.

Ο Ήλιος, ο Σαρωνικός
και πέρα ο πλατύς ισόβιος Πλάτων.

Η Πνύκα, ο Λαός και ο Αριστοτέλης
εκεί ψηλά
βαθιά κι ως μέσα κλειστά
και στα πικρά του λόγου
ισόθεος ο Αισχύλος.

Και ο Λαός. Και ο Πολίτης
ελεύθερος και έτοιμος ν' ακούσει.

Κι ο Σοφοκλής και πρώτη η Αντιγόνη
με το σπαθί του λόγου και του ήθους
μια άγρια εκτεταμένη ομορφιά
κι ο πόλεμος κατάδικος στο στόμα του Ευριπίδη.
Ο Αριστοφάνης κι ο βαθύς αμείλικτος Σωκράτης.

Πέρασαν τόσοι
οι πολλοί
και 'σύ Ναέ τι είπες;

Να ηρεμήσει ο άνθρωπος
να βρει τα μέτρα τα λιτά
να λογαριάσει το μικρό κι απέραντο του χρόνου
και μαζί
το πρότυπο του κόσμου.

Να χτίσει ένα ένα τα σκαλιά
στον λόφο που ημέρεψε το πνεύμα και μαζί
φωτίστηκε απ' τη φωνή
της Αθηνάς – Ειρήνης.

Να πάρει από το μάρμαρο
το στέρεο της ομορφιάς
κι από τις πόρτες του Ναού, να μπουν-να βγουν οι ανέμοι
που θρέφουν το αιώνιο και χτίζουν την ειρήνη.

Κ' η Ελλάδα πρώτη πέταξε
στα πόδια του Απόλλωνα, τ' οξειδωμένο της σπαθί
για να διαβεί το ούριο και να πνιγεί το χθόνιο
μέσα στην πέτρα της σιωπής.

Τότε, ωραία και μόνη αύγασε η Ειρήνη όλη μάρμαρο
με κόρες, και εφήβους, και άντρες με βαθύ
κι αναστημένο έλεος.

Ο πόλεμος κατάδικος κι ελεύθερη η Ειρήνη.
Ωραία και μόνη τραγουδισμένη απ' τα νερά
τα πεύκα, τα ποτάμια, κλεισμένη μες στην ποίηση
και στην καρδιά του αιώνα.

Ηράκλειτος το στόμα της κι ο Αριστοφάνης όρθιος
ν' αποσυμπλέκει τα νεφρά και τα μυαλά της σύγχυσης.
Ειρήνη είπε, κ' η ζωή άστραψε μες στα Φάληρα
κ' η Ιωνία έπλεξε τον πόλεμο και τη βροχή
χιτώνα άσπρο απέριττο στη διαδρομή του σύμπαντος.

Σε ποια στιγμή αφήσαμε
θηρία να σπαράξουνε
τον Λόγο και την Αθηνά;

Και ποιος σε πυροβόλησε Ακρόπολη μες στα πλευρά;
Ποιος Μοροζίνης έσυρε τα πυροβόλα απ' τα νεφρά
να 'ρθούν να σε χαράξουν...

ΠΟΛΕΜΟΣ.

Το γκρέμισμα της ηδονής και η συντριβή της ομορφιάς.

Καταπαχτή που άνοιξε να καταπιεί την ποίηση
και να σταυρώσει τη χαρά στην άκρη της Ευρώπης.

Ρωγμή στα άσπρα σου πλευρά ισόβιε Παρθενώνα
τ' ανθρώπου το υπόβαθρο στην κλίμακα των αξιών
πιο κάτω απ' την καταπακτή.

Κλείσε τις πόρτες σου Ναέ, να μην ακούς τις μηχανές
που σ' έχουν κάνει καρτ-ποστάλ, αντίρροπο ερείπιο
κι αιμορραγείς στο μάρμαρο με τη χημεία του μύθου.

Γύρνα τις πλάτες σου πικρέ στην αδικία των καιρών
μέχρι ναρθούν ελεύθεροι, ειρηνοφόροι πίδακες
μπροστά στην πύλη σου οι Λαοί μ' έναν ψαλμό παράφορο
συμβόλαιο γι' αυτή τη γη.

τ' άσπρα φτερά της ποίησης

στην πέτρα της ΕΙΡΗΝΗΣ.

Ο Δημήτρης Χριστοδούλου (1924-1991) γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και παρακολούθησε μαθήματα στο τμήμα οικονομικών επιστημών της Παντείου Σχολής. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έγινε μέλος του ΕΑΜ και το 1944 κρατήθηκε από τους άγγλους στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στην Αίγυπτο. Κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας έζησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Νυχτοφύλακες» στο περιοδικό Μακεδονικά Γράμματα και το 1954 κυκλοφόρησε η ομώνυμη πρώτη ποιητική συλλογή του. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία , το θέατρο και τη στιχουργική. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ολλανδικά και σουηδικά. Στίχους του μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μάνος Λοΐζος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Λίνος Κόκοτος, ο Ζορζ Μουστακί κ.ά.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr