ANTHONY MARRA

ANTHONY MARRA ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης)Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Anthony Marra ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΖΩΤΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης), που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

2

1994   1995   1996   1997   1998   1999   2000   2001   2002   2003   2004

Λίγες μόνο μέρες μετά από την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Χασαβγιούρτ,6 η Σόνια χώρισε τον σκοτσέζο αρραβωνιαστικό της, παραιτήθηκε από την πρακτική της στο Νοσοκομείο τού Πανεπιστημιακού Κολεγίου τού Λονδίνου και πέταξε στο Βλαντικαφκάς μέσω Βαρσοβίας και Μόσχας. Το πίσω κάθισμα του πειρατικού ταξί που πήρε από το αεροδρόμιο είχε αφαιρεθεί για να μπαίνουν οι αποσκευές, και η μοναδική της βαλίτσα γλιστρούσε με κάθε στροφή κι όλο χτυπούσε στη ράχη του καθίσματός της, σαν να επαναλάμβανε το μάθημα ότι, παρά τις ψευδαισθήσεις που έτρεφε όταν το στήθος του Μπρένταν ανεβοκατέβαινε πάνω στο δικό της, η ζωή της ήταν τόσο μικρή ώστε να χωράει σε μία μόνο βαλίτσα. Γάμησέ τα, σκέφτηκε. Τι το ’θελα και γύρισα;

Πέρα μακριά, μαύρες τολύπες από τσιμινιέρες· ολόγυρα, βουνά σμιλεμένα από τον άνεμο· στο στόμα της, σαν βρόμικο πανί, μια γεύση μετασοβιετικής ατμόσφαιρας. Στο σταθμό των λεωφορείων, περίμενε ώσπου να βγει η βαλίτσα της με τα ροδάκια, και μετά πλήρωσε τον οδηγό. Αυτή η Samsonite, το τελευταίο δώρο του Μπρένταν, έτσι όπως την τσουλούσε δίπλα σε τσαρικά μπαούλα άλλων ταξιδιωτών, θα μπορούσε κάλλιστα να ’ναι μια νέον πινακίδα που θα διαλαλούσε ότι ήταν ξένη. Τα εθνικοποιημένα λεωφορεία δεν έκαναν πια δρομολόγια προς την Τσετσενία, αλλά, αφού περίμενε σε μια ουρά τριών ατόμων για μία ολόκληρη ώρα, ένας υπάλληλος την παρέπεμψε σ’ ένα κιόσκι που πουλούσε λεσβιακά πορνό, ουκρανικά τσιγάρα, κασέτες των Air Supply και εισιτήρια για ένα ιδιωτικό λεωφορείο που έκανε μία φορά την εβδομάδα το δρομολόγιο Βόρεια Οσετία-Τσετσενία. Η επόμενη αναχώρηση ήταν το άλλο πρωί. Παρότι κουρασμένη απ’ το ταξίδι, ήξερε ότι δε θα την έπιανε ύπνος. Πέρασε όλη τη νύχτα καθισμένη σ’ ένα ξύλινο παγκάκι, με τα κορδόνια του ενός παπουτσιού της δεμένα στο χερούλι της βαλίτσας, για να μην της την κλέψουν τίποτα τσιγγανάκια.

«Άλλος για τον τάφο του!» φώναζε ο οδηγός καθώς περνούσε από το διάδρομο κι έκοβε εισιτήρια στις έξι και τέταρτο το πρωί, γερμένος προς τα πίσω σαν να ισορροπούσε ένα σφηνάκι πάνω στο στρογγυλό στομάχι του. «Αν μου δοθεί η ευκαιρία, θα σας πουλήσω όλους στον πρώτο ληστή, απαγωγέα ή δουλέμπορο που θα πετύχω στο δρόμο. Μη πείτε ότι δε σας προειδοποίησα. Δε θα χρειαζόταν να οδηγήσω αυτό το λεωφορείο σ’ εκείνη τη χώρα αν δεν είχατε αγοράσει αυτά τα εισιτήρια, και γι’ αυτόν το λόγο θα οδηγήσω πάνω από κάθε λακκούβα και σκάμμα ώστε αυτή η διαδρομή να γίνει τόσο ελεεινή για σας όσο είναι και για μένα. Και όχι, δε θα κάνουμε στάσεις για τουαλέτα, και ναι, αυτό το λέω ακριβώς επειδή ξέρω τον πόνο που προκαλεί μια λακκούβα σε μια γεμάτη κύστη.»

Η Σόνια κοιμήθηκε λίγες ώρες, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο παράθυρο. Κάθε τράνταγμα του λεωφορείου μεταφερόταν μέσα απ’ το γυαλί και εγγραφόταν στον κρόταφό της. Ένα απότομο φρενάρισμα, κι αμέσως μετά η φωνή ενός ρώσου συνοριοφύλακα που έδινε εντολές από μια ντουντούκα, την ξύπνησαν ξαφνικά. Οι στρατιώτες ήταν φοβισμένα παιδαρέλια. Διέταξαν τους επιβάτες να κατέβουν από το λεωφορείο και ν’ ανοίξει καθένας τη βαλίτσα του σ’ ένα χωράφι είκοσι μέτρα από το δρόμο, ενώ εκείνοι κάθονταν οκλαδόν, με τα χέρια γύρω από τα πόδια τους και τα μάτια σφιχτοκλεισμένα, σαν να βουτούσαν σε μια λίμνη. Ο φουκαράς ο οδηγός ταλαντευόταν δεξιά-αριστερά. Από τότε που ήταν παιδί και ζούσε στις όχθες του Τέρεκ, ονειρευόταν ν’ αποκτήσει το δικό του τουριστικό καΐκι. Πριν από έξι χρόνια και οκτώ μήνες, ακριβώς μία εβδομάδα πριν πέσει το Τείχος του Βερολίνου, ο οδηγός επένδυσε όλες του τις οικονομίες σ’ ένα καΐκι (δε ναυπηγήθηκε ποτέ) και σ’ ένα συμβόλαιο (δεν τηρήθηκε ποτέ) μεταφοράς μελών του Κόμματος κατά μήκος του Τέρεκ. Τώρα καθόταν χάμω, με την πλάτη ακουμπισμένη στα λάστιχα του λεωφορείου, αλλά η γη ήταν ένας φουσκωμένος κι επικίνδυνος ωκεανός, κι εκείνος έμελλε να νιώθει ναυτία για πολλά χρόνια ακόμα.

Η Σόνια έφυγε μες στα νεύρα απ’ το σημείο ελέγχου και, καθώς το λεωφορείο ξαναπήρε να διασχίζει την ελεγχόμενη απ’ τους Ρώσους Βόρεια Οσετία προς την Τσετσενία, κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο πάνω στο οποίο είχε γείρει για να κοιμηθεί. Ο δρόμος ήταν γεμάτος κρατήρες, κι ο οδηγός τήρησε πιστά την υπόσχεσή του. Προσπέρασαν εγκαταλειμμένα χωράφια· μια γκρεμισμένη αγροικία· ένα άροτρο παρατημένο σ’ ένα αυλάκι, τέσσερις μήνες μετά την εποχή της σποράς· μια φλεγόμενη πετρελαιοπηγή. Στον ορίζοντα, τα βουνά φορούσαν σκούφους από χιόνι. Τους πήρε δέκα ώρες να διασχίσουν τα διακόσια χιλιόμετρα μέχρι το Βολτσάνσκ. Τα σημεία ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο ήταν πιο συχνά κι απ’ τα κλειστά βενζινάδικα. Σε καθένα απ’ αυτά κουβαλούσε τη βαλίτσα της είκοσι μέτρα από το δρόμο και την άνοιγε ενώ οι στρατιώτες περίμεναν κρατώντας τ’ αφτιά τους.

Έπιασε κουβέντα με την ηλικιωμένη που καθόταν δίπλα της, στριφογυρίζοντας κάθε λέξη μες στο στόμα της σαν κουκούτσι ελιάς πριν το φτύσει, και η γυναίκα ήταν μια υπέροχη ακροάτρια· σιωπηλή και προσηλωμένη, άκουγε τη Σόνια να ξετυλίγει αυτό που ήταν η ζωή της μέχρι πριν από δύο μέρες. Αράδιασε τα ελαττώματα του Μπρένταν (δεν έκοβε τα νύχια του, κατουρούσε τραγουδώντας Ρότζερς και Χάμερσταϊν, δεν της διόρθωνε τα λάθη στα αγγλικά), αλλά ακόμα και την ώρα που πάσχιζε να πείσει την ηλικιωμένη ότι ο Μπρένταν κάθε άλλο παρά ιδανικός θα ήταν σύζυγος, νοσταλγούσε τα σκληρά του νύχια να χαράζουν τα αρχικά του στο κεφαλάκι του αντίχειρά της, τον ήχο από το καζανάκι που συνοδευόταν απαραίτητα απ’ το the hiiiiiiiiillllls are aliiiiiiiive with the sound of muuuuuuuusiiiiiic,7 τα γραμματικά λάθη που έκανε σκόπιμα για να δει αν εκείνη θα τα ’πιανε, καθώς κονιορτοποιούσαν τους κανόνες των αγγλικών και ανασυναρμολογούσαν τα κομμάτια σε μια γλώσσα που μόνο εκείνοι καταλάβαιναν. Τι υπέροχο να ξαλαφρώνεις σ’ ένα πονετικό αφτί! Μετά από καμιά ώρα, η ηλικιωμένη έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα μπλοκάκι, έγραψε κάτι και το πέρασε στη Σόνια. Φαντάζομαι να το κατάλαβες, είχε γράψει η ηλικιωμένη. Είμαι κουφή.

Ο πάλαι ποτέ τετραώροφος σταθμός του Βολτσάνσκ ήταν τώρα ένας μονώροφος σωρός ερειπίων. Την ώρα που αποβιβάζονταν, ο οδηγός κρατούσε το καπέλο του ανάποδα για φιλοδωρήματα. «Θα πεθάνετε όλοι σ’ αυτήν την κόλαση» έλεγε, μες στην καλή χαρά. «Προτιμάτε να πάνε τα ρούβλια σας στους άθεους δολοφόνους σας, αντί να ’ρθουν σ’ εμένα, έναν τίμιο και πιστό σοφέρ, που κάθε βδομάδα αψηφά το θάνατο για να θρέψει την οικογένειά του;»

Χωρίς να το πολυσκεφτεί, η Σόνια έριξε μέσα στο καπέλο ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ρουβλίων και κατέβηκε πριν αυτός προλάβει να την βρίσει. Στο επόμενο τετράγωνο, έπεσε πάλι πάνω στην ηλικιωμένη, που είχε μόλις σταματήσει ένα λεμονί ταξί Lada. Η γυναίκα είχε μεγαλώσει σ’ ένα λεμονόκηπο, κι ώς τα δεκαεπτά της δεν είχε φάει τίποτα που να μην είχε μέσα λεμόνι: αγγουροσαλάτα με λεμόνι, φασόλια με σάλτσα λεμόνι, κοτόπουλο λεμονάτο, πέστροφα γεμιστή με λεμόνι, αρνίσιο κεμπάπ λεμονάτο, ρύζι με άνηθο και λεμόνι, μπούτια κοτόπουλου ψημένα με λεμόνι, μαγιονέζα λεμόνι, πουτίγκα λεμόνι, κέικ με λεμόνι και βερίκοκο, κουλουράκια με μαρμελάδα λεμόνι, και ούτω καθεξής. Σε τέσσερα χρόνια και ένα μήνα θα έκλεινε τα εβδομήντα έξι και θα γνώριζε το θαύμα του πρώτου της μοσχολέμονου.

Η ηλικιωμένη τής έγνεψε να πάρει εκείνη το ταξί, κι όταν η Σόνια αρνήθηκε, έβγαλε το μπλοκάκι της και, κάτω από το Είμαι κουφή, έγραψε: Όπου να ’ναι απαγορεύεται η κυκλοφορία, κι εσύ είσαι πιο νέα και πιο όμορφη από μένα.

Τρία τετράγωνα πριν από το διαμέρισμα, το δρόμο έκλεινε κάτι που πρέπει κάποτε να ήταν φορτηγάκι διανομών. Η Σόνια κατέβηκε και, πριν καλά καλά κλείσει την πόρτα, το λεμονί Lada έβαλε μπρος. Καθώς η πολυκατοικία στα αριστερά είχε χάσει τον εξωτερικό της τοίχο, η Σόνια άφησε το βλέμμα της να περιδιαβεί τα δωμάτια, σαν ποντικάκι που κρυφοκοιτάζει μέσα σ’ ένα κουκλόσπιτο. Ύστερα κοίταξε το δρόμο: ήταν σκαμμένος σε πολλά πολλά σημεία. Υποτίθεται ότι το έδαφος ήταν επίπεδο, χωρίς λόφους ή κοιλάδες για πενήντα χιλιόμετρα, και να τώρα που είχε βρεθεί να κατεβαίνει ένα φαράγγι, να βουλιάζει σ’ ένα χώμα υγρό και πηχτό από άσφαλτο και λάσπη, να σκαρφαλώνει πάνω σε σπασμένα τούβλα που είχαν διασχίσει πέφτοντας έξι ορόφους αέρα κι έναν όροφο χώμα, να πατάει σε σωλήνες αποχέτευσης, να βρίζει και να κλοτσάει τη Samsonite όσο θυμόταν ότι, σύμφωνα με το εγχειρίδιο οδηγιών, η βαλίτσα ήταν κατάλληλη μόνο για στρωτές επιφάνειες, να στέκεται στον πυθμένα ενός κρατήρα και να σου η πρώτη σκέψη σαν γροθιά –Στέκομαι στον πυθμένα ενός κωλοκρατήρα!– και, πριν προλάβει να συνέλθει από το χτύπημα, να ’ρχεται η ερώτηση-άπερκατ –Μα τι δουλειά έχω εγώ στον πυθμένα ενός κωλοκρατήρα;– η απάντηση στην οποία ήταν τόσο ανυπόστατη όσο η λέξη στα χείλη της: τρεις συλλαβές που κατονόμαζαν το λόγο τής επιστροφής της –Νατάσα– την αδελφή της, τη φαντασμένη και πανέμορφη κι απίστευτα κοινωνική αδελφή της με την οποία είχε μιλήσει στο τηλέφωνο για τελευταία φορά τη μέρα που ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος, πριν από ένα χρόνο, εννέα μήνες και τρεις μέρες, την οποία είχε δει για τελευταία φορά τη μέρα που έφυγε για το Λονδίνο, πριν από τέσσερα χρόνια, οκτώ μήνες και επτά μέρες, την οποία είχε ζηλέψει για τελευταία φορά πριν από πέντε χρόνια και δύο μήνες, την προηγουμένη της μέρας που έμαθε για την υποτροφία της στο Λονδίνο, και την οποία είχε αγαπήσει για τελευταία φορά σε κάποιο απροσδιόριστο σημείο στο παρελθόν, προτού εξελιχθούν και οι δύο στους ανθρώπους που έμελλε να γίνουν. Για χάρη της αδελφής της, ούτε απ’ το κρεβάτι δεν κατέβαινε, και τώρα είχε κατέβει σ’ έναν κρατήρα· ούτε ένα δωμάτιο δε θα διέσχιζε, και τώρα είχε διασχίσει μια ολόκληρη ήπειρο.

Η πολυκατοικία της βρισκόταν λίγο μετά το φούρνο όπου, όταν ήταν παιδί, της έδιναν κουλουράκια για να σκουπίζει το αλεύρι από το πάτωμα και να το ξαναβάζει σε καφετιές χάρτινες σακούλες. Τα τζάμια της πολυκατοικίας είχαν ανατιναχτεί, μια σειρά τρύπες από σφαίρες άφηναν να μπαίνει φως στην είσοδο, αλλά το κτίριο ακόμα στεκόταν. Η εξώπορτα ήταν ξαπλωμένη μπροστά στο κατώφλι, σαν χαλάκι. Η Σόνια ανέβηκε στον τρίτο. Της βγήκε η γλώσσα.

Το διαμέρισμά της ήταν κλειδωμένο. Χτύπησε την πόρτα, αλλά δεν της απάντησαν ούτε βήματα ούτε κανένα τρίξιμο στο πάτωμα. Όταν το τέταρτο χτύπημα προκάλεσε την τέταρτη σιωπή, η Σόνια έβγαλε το δεύτερο κλειδί απ’ το νεσεσέρ της κι άνοιξε την πόρτα. Δεν έβγαλε φωνή· σκέφτηκε πόσο θλιβερά θα ηχούσε η ίδια η ανήκουστη φωνή της. Στο βάθος του δωματίου, γυμνά παράθυρα αιχμαλώτιζαν τετράγωνα κομμάτια δειλινού. Ένα μισοκαμένο κερί βρισκόταν πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας, αγκιστρωμένο με λιωμένο κερί σ’ ένα σφηνοπότηρο. Τις τελευταίες δύο μέρες, η Σόνια είχε κοιμηθεί μόνο πέντε ώρες, και τώρα ένιωθε μια επώδυνη κόπωση που της μούδιαζε το δέρμα. Άναψε το κερί, και η αδύναμη λάμψη φτερούγισε στους άσπρους τοίχους. Δεν είχε μείνει ούτε λογαριασμός ούτε κανένας φάκελος ή γράμμα, τίποτα τόσο ελαφρό ώστε να το πάρει ο άνεμος μέσα απ’ τα παράθυρα που έχαιναν, τίποτα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να ’ναι γραμμένος ένας αποχαιρετισμός. Τα έπιπλα ήταν όπως τα θυμόταν: το ντιβάνι στον δεξιό τοίχο του δωματίου, ακόμα λεκιασμένο στο σημείο όπου η Νατάσα είχε ρίξει μια ολόκληρη κούπα μπορς· η ασπρόμαυρη τηλεόραση Ektran, πάνω σ’ ένα σκαμνί για το άρμεγμα· το ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, αλφαδιασμένο με τρία σπιρτόκουτα. Αυτό ήταν κάποτε το σπίτι της. Αυτή ήταν κάποτε η ζωή της. Αυτό ήταν κάποτε το ντιβάνι της. Και τώρα είχε γυρίσει. Έθαψε το πρόσωπό της στα μαξιλάρια κι έκλαψε πάνω σ’ ένα ύφασμα που ακόμα, μετά από τόσα χρόνια, μύριζε παντζάρια.

Το άλλο πρωί, χτύπησε τις πόρτες των γειτονικών διαμερισμάτων. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ονόματα των γειτόνων της, οι οποίοι, αν έκρινε απ’ το γεγονός ότι κανείς δεν της άνοιξε, είχαν φύγει όχι μόνο από τη μνήμη της, αλλά κι απ’ τα σπίτια τους. Την τέταρτη μέρα, άκουσε βήματα στο διάδρομο. Βρέθηκε μπροστά σε μια καμπουριασμένη γυναίκα που, αν και έξω είχε λιακάδα, φορούσε ένα πράσινο αδιάβροχο. Η γυναίκα κουβαλούσε ένα κομπόδεμα από καμιά δεκαριά πλαστικές σακούλες, η μία μέσα στην άλλη.

«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε η γυναίκα με τόση καχυποψία, ώστε η ερώτηση ακούστηκε σαν κατηγορία. Η Λάινα είχε ήδη περάσει προ πολλού τη μέση ηλικία όταν η Σόνια κέρδισε την υποτροφία για το Λονδίνο. Είχε δουλέψει στον πάγκο των καλλυντικών τού Κεντρικού Πολυκαταστήματος κι είχε ένα υπέροχο δέρμα· ένα δέρμα που θα το ζήλευε κάθε τριαντάρα· ένα δέρμα για το οποίο ο προϊστάμενός της είχε επισημάνει, και πολύ σωστά, ότι ήταν η πιο αποτελεσματική διαφήμιση του πάγκου καλλυντικών· ένα δέρμα φροντισμένο με κάθε ενυδατική κρέμα και γαλάκτωμα που βρισκόταν στη γυάλινη προθήκη· ένα δέρμα που το ’χαν θαυμάσει η Σόνια και η μητέρα της, ακόμα και η αδελφή της, και που τώρα έμοιαζε σαν του ροδάκινου που έχει μείνει μέρες κάτω από τον ήλιο.

«Είμαι η Σόνια.» Τα δάχτυλα της Λάινας την περιεργάστηκαν, πιάνοντας τους καρπούς της και τσιμπώντας τ’ αφτιά της. «Σόνια Αντρέιγεβνα, ε;» είπε η Λάινα, πεπεισμένη επιτέλους για τη σωματικότητα της Σόνιας. «Έμενες εδώ.»

«Σας άκουσα που ερχόσαστε στο διάδρομο» είπε η Σόνια λίγα λεπτά αργότερα, καθώς έπιναν τσάι στο διαμέρισμα της Λάινας. «Άλλον περίμενα.»

«Να μην ανοίγεις την πόρτα όταν ακούς ξένους. Δεν είναι ποτέ καλή ιδέα.»

«Αυτή τη φορά… ήταν.»

«Αυτή είναι η μία στο εκατομμύριο.»

«Τότε είμαι πολύ πολύ τυχερή.»

«Όχι. Είσαι πολύ πολύ ηλίθια.»

«Γιατί φοράτε αδιάβροχο; Δεν έχει ούτε ένα σύννεφο.»

Η Λάινα πήγε στο παράθυρο, μέσα απ’ το οποίο φαινόταν ό,τι είχε απομείνει από την πόλη – μια θέα, που απλωνόταν έξι στενά πιο πέρα απ’ όσο δύο χρόνια νωρίτερα. «Δεν εμπιστεύομαι τον Θεό. Ποιος ξέρει τι σκαρφίζεται εκεί πάνω…» Το παζάρι είχε σταδιακά ανασυσταθεί, με πωλητές, λαμαρινένια κιόσκια και ηλικιωμένες σαν τη Λάινα για τις οποίες κανένας πόλεμος δεν μπορούσε ν’ αποτελεί εμπόδιο σε μια καλή αγορά. Είχε μόλις ανταλλάξει ένα δοχείο λάδι κινητήρα για ένα ζευγάρι σανδάλια με τα μαυρισμένα αποτυπώματα σαράντα διαφορετικών ποδιών. Του άντρα της (πεθαμένος) μπορούσε να του ’χει εμπιστοσύνη πως δε θα την κεράτωνε σε κάνα μπορντέλο. Τον γιο της (αγνοούμενος) απειλούσε να τον παντρέψει με τη Σόνια αν δεν ήταν φρόνιμος. Ο Γιούρι Γκαγκάριν χαμογελούσε στο δίσκο του ρολογιού που κρεμόταν πάνω απ’ τις γκαζιέρες, και η Σόνια έμεινε να τον κοιτάζει όσην ώρα μάζευε κουράγιο για να ξεστομίσει την ερώτηση που επί ενάμιση χρόνο ήταν σφηνωμένη στις φωνητικές της χορδές. Όταν ο ωροδείκτης μπήκε στην τεντωμένη παλάμη τού κοσμοναύτη, η Σόνια πήρε μια βαθιά ανάσα και ρώτησε: «Μήπως ξέρετε πού είναι η Νατάσα;». Η Λάινα δάγκωσε το χείλι της και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Κανένας δεν ξέρω πού είναι.»

Κανένας δεν μπορούσε ν’ απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες, και η Σόνια, παρ’ όλο που είχε πλευρίσει τους λίγους εναπομείναντες ενοίκους την ώρα που έφευγαν για τη δουλειά, για φαγητό, για τη μάχη ή για καλύτερο καταφύγιο, δεν πήρε ποτέ ως απάντηση κάτι παραπάνω από ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα σήκωμα των ώμων, μια συγγνώμη. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι παραβίασης της εισόδου, και το στρωμένο κρεβάτι της Νατάσας σήμαινε εθελούσια αναχώρηση. Στο κάτω συρτάρι της σιφονιέρας η Σόνια βρήκε την μπορντό ζακέτα που είχε χαρίσει στη Νατάσα στα δέκατα όγδοα γενέθλιά της, που η Νατάσα έλεγε ότι έμοιαζε με πουλόβερ μπάμπουσκας, και που δεν την φόρεσε ούτε μία φορά για να κάνει το χατίρι της αδελφής της. Αν ήταν ένα πράγμα ν’ αφήσει πίσω της η Νατάσα, αυτήν ακριβώς τη ζακέτα θα άφηνε. Η Σόνια την κράτησε πάνω στο στήθος της, τυλίγοντας τα μανίκια γύρω από τους ώμους της, σαν σε αγκαλιά.

Το Έκτο Νοσοκομείο την προσέλαβε χωρίς να χρειαστεί αίτηση ή βιογραφικό. Όταν η Σόνια τούς παρουσίασε μια λίστα συστάσεων από το Λονδίνο, η Ντέσι την τσαλάκωσε, την πέταξε κάτω απ’ το γραφείο και είπε στη Σόνια ότι ο Δόκτωρ Καλαθοαχρήστοφ θα επικοινωνούσε με κάθε συστήνοντα. Οι παλιοί καθηγητές της Σόνιας είχαν φύγει δυτικά, στην επαρχία, εκεί όπου θα μπορούσαν ν’ ασκήσουν ιατρική και να σώζουν ζωές χωρίς να διακινδυνεύουν τη δική τους. Η Σόνια, ανεμπόδιστη από γραφειοκρατίες, ιεραρχίες και οργανωτικά κατεστημένα, προήχθη σε αρχιχειρουργό μέσα σε δύο μήνες. Οι νάρκες δεν υπάκουαν στη Συνθήκη Ειρήνης του Χασαβγιούρτ, και μέσα σ’ ένα χρόνο απέκτησε μεγαλύτερη χειρουργική εμπειρία από όσην είχαν όλοι μαζί οι διδάσκοντές της. Δούλευε ευγνωμονώντας τον πόνο των ασθενών της. Στις κραυγές τους άκουγε τ’ όνομά της σαν να ’ταν αυτή η χαμένη αδελφή που την καλούσαν τα παραληρήματά τους σ’ εκείνο το μέρος όπου ακρωτηρίαζε και σταματούσε αιμορραγίες, όπου οι γνώσεις της ήταν τόσο χρήσιμες, όπου οι ασθενείς της δεν την είδαν σχεδόν ποτέ να αιωρείται πάνω απ’ το κρεβάτι του νοσοκομείου ως ο τελευταίος προφήτης της ζωής, αυτός που επικαλούνταν και υμνούσαν και ικέτευαν στις προσευχές τους.

Οι μέρες ήταν γεμάτες, χωρίς διαλείμματα για αναστοχασμούς, πέρα απ’ την ανάγνωση περιπτωσιολογίας και εγχειριδίων ανατομίας. Τις νύχτες, γύριζε σπίτι. Αν το θυμόταν, έπλενε τα δόντια της με μαγειρική σόδα κι έλεγε τις προσευχές που της είχε μάθει η μητέρα της. Η γλώσσα της μπερδευόταν με τις τόσο περίεργες και αρχαίες λέξεις, και παρ’ όλο που κανείς δεν την άκουγε, έβρισκε ένα μέτρο γαλήνης σ’ εκείνη την παρωχημένη γλώσσα της ικεσίας. Αφού έκανε το σταυρό της, ξάπλωνε στο ντιβάνι και ράντιζε τα χέρια της με μια δροσερή λοσιόν που είχε φέρει απ’ το Λονδίνο. Σχεδόν πάντα, της έπεφτε λίγο παραπάνω, και τα χέρια της ήταν λεία και λαμπερά κάτω απ’ το φως του κεριού, και λαχταρούσαν ένα άλλο ζευγάρι χέρια για να μοιραστούν το περίσσευμα.

Οι εβδομάδες γίνονταν μήνες, και οι μήνες άλλαζαν βάρδια στο ημερολόγιο του Ερυθρού Σταυρού που ήταν κρεμασμένο πίσω απ’ το γραφείο υποδοχής· το ημερολόγιο ήταν του 1993 κι έμελλε να χρησιμοποιηθεί μέχρι και το 2006, οπότε, εκείνα τα δεκατρία χρόνια, τα γενέθλιά της έπεφταν πάντα Δευτέρα. Εκείνη σημείωνε μεν τις μέρες, αλλά ο χρόνος δεν πήγαινε μπροστά· αντίθετα, άλλαζε από μέρα σε νύχτα, από νοσοκομείο σε διαμέρισμα, από κραυγές σε ησυχία, από κλειστοφοβία σε μοναξιά και αντιστρόφως, σαν τις δύο όψεις του νομίσματος όταν το στρίβεις στον αέρα. Η ευτυχία ερχόταν σε στιγμές απρόβλεπτης ομορφιάς: ο τυφλός που της έπαιζε ακορντεόν ενώ εκείνη έβαζε σε νάρθηκα το σπασμένο πόδι του σκύλου-οδηγού του, το αγόρι με τη μηνιγγίτιδα που της διηγόταν τα όνειρά του.

Και ξαφνικά, ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο, ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα. Καθώς το πόμολο γλιστρούσε στη λιπαρή λαβή της, θυμήθηκε, κι αμέσως παράκουσε, τη συμβουλή της Λάινας. Όταν άνοιξε την πόρτα, της ήρθε να φωνάξει. Εκεί, μπροστά της, σε απόσταση αγκαλιάς, στεκόταν η Νατάσα. Φώναξε τελικά, κι αγκάλιασε τη Νατάσα, κι αργότερα, στο ντιβάνι, πήρε τα χέρια της Νατάσας στα δικά της και τα ’τριψε ώσπου τα δικά της στέγνωσαν.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr