A+ A A-

Τρία ποιήματα του Φίλιππου Βαμβουκάκη

Τρία ποιήματα του Φίλιππου Βαμβουκάκη


Για να μπορώ...

Διαβιώ σε πέλαγος ανασφάλειας,
αναζητώ τις σταθερές μου εδώ και καιρό...

Εκτρέπομαι τακτικά,
μα δε ντρέπομαι που χαλάω τη μόστρα...

 

Εμφανίσεις: 1625

Περισσότερα...

«Στο θόλο» της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

«Στο θόλο» της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη


Ο Γιώργος διάβαζε και την περίμενε∙ όταν χτύπησε το κουδούνι λύθηκαν τα γόνατά του. Ήταν ένα πρωινό στο τέλος του Απρίλη και ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με απαλή συννεφιά. Την είδε που ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας ένα μπουκέτο ανεμώνες, και βγήκε στο κατώφλι να την προϋπαντήσει σαν άρχοντας. Είχαν να ιδωθούν πολλά χρόνια, από τότε που γνωρίστηκαν έναν Δεκαπενταύγουστο στο ψηλό χωριό της. Ήταν καθισμένοι στην πλατεία με μια μεγάλη παρέα, η ορχήστρα έπαιζε ένα αδρό ρεμπέτικο κι εκείνη κρατούσε με τις παλάμες το ρυθμό. «Θέλεις να χορέψεις;» τη ρώτησε και την κάρφωσε η ματιά του. Είχαν περπατήσει και είχαν μιλήσει πολύ εκείνες τις μέρες, η Σοφία είχε ξεχάσει τα περισσότερα, αλλά θυμόταν πάντα εκείνο το βλέμμα.

Τρεις ώρες πέρασαν πάνω στα φυτολόγια και τα λεξικά για να καταλήξουν σε μια μόνο φράση: «Οι πικραλήθρες φυτρώνουν στα πλακαρά». Ο Γιώργος ήταν γεωπόνος σπουδασμένος στην Ιταλία και ήθελε να τον βοηθήσει η Σοφία να γράψει το σενάριο για μια ταινία μικρού μήκους με θέμα τα βρώσιμα χόρτα της Θεσσαλίας. Ο Γιώργος ήταν ειδικευμένος στα λαχανευόμενα χόρτα των γκρεμών, αλλά οι γνώσεις του ήταν εξίσου πολλές και για όλα τα άλλα. Από μικρός ακολουθούσε τη γιαγιά του στα οργωμένα χωράφια όταν μάζευε λάχανα. Πικραλήθρες, ραδικοστοιβάδα, ραδικοβλάσταρα, σέρις ή πικρίς η αγρία, λαγουδοφάγια, του κουνελιού το παξιμάδι, γαλατάκια, βρούβες, λαψάνες, αρκοσπάνακα, λουβουδιά η δυσόνειρος, τσουκνίδες, παπαρούνες, μάραθος, κουκάκια, πρασουλήθρες, καυκαλήθρες, μυρώνια με το αρχαίο όνομα, κτείς, η χτένα της Αφροδίτης, κρόμμυον το υπόδασυ, ξυνολάπατα, σιδερολάπαθα, αλαπαθιές. Άλλα σγουρά και σαρκώδη, άλλα χνοώδη και αρωματικά, ούλα και λεία, φαρμακευτικά και ευστόμαχα, ένας εύοσμος χορός στο μυαλό του που ανέβαινε τώρα στα ύψη καθώς τα ονόμαζε ένα-ένα, με την προσδοκία να τα δουν και να τα μυρίσουν μαζί.

 

Εμφανίσεις: 1175

Περισσότερα...

«Ούτε βήμα» της Δώρας Κουγιουμτζή

«Ούτε βήμα» της Δώρας Κουγιουμτζή


Ήταν το πρώτο φως στη διάρκεια της μέρας, αυτό που άναβε μέσα του όταν πατούσε το διακόπτη του παλιού πορτατίφ που στόλιζε το δωμάτιό του. Αυτό φώτιζε αμυδρά τους ξεθωριασμένους τοίχους, το σιδερένιο κρεβάτι με το χειροποίητο κουβερλί, φτιαγμένο απ’ τη μάνα του –ό,τι ομορφότερο και χρωματιστό υπήρχε σ’ αυτό το δωμάτιο–, τη δίφυλλη ντουλάπα και την καθόλου ευκαταφρόνητη βιβλιοθήκη, με τα βιβλία που είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του. Στις σελίδες εκείνου του τοίχου καρτερικά συνωστίζονταν παραταγμένοι δεκάδες διαφορετικοί κόσμοι, που ο ίδιος δεν είχε κάνει τον κόπο ν’ απλώσει το χέρι να τους ανοίξει την πόρτα...

Περίμενε την ώρα που θα πατούσε το διακόπτη, που το πορτοκαλί φως της λάμπας θα διαχέονταν στο δωμάτιο, αυτό σηματοδοτούσε μέσα του την αρχή της νύχτας, κι αυτό σήμαινε το τέλος μιας ακόμη ημέρας, το είχε ανάγκη, να περάσει από πάνω του και να ελπίσει στην επόμενη... κάθε μέρα η ώρα αυτή, υποκινούμενη απ’ την ανάγκη του, γινόταν και πιο μικρή, επτά, έξι, πέντε το απόγευμα, κάποιες φορές το ακόμη υπάρχον φως του ήλιου το εκμηδένιζε.

Την λέγαν Ήρα, έτσι τουλάχιστον την αποκάλεσε ο μανάβης της γειτονιάς. Στην αρχή νόμιζε πως απευθυνόταν στο σκυλάκι που κρατούσε στην αγκαλιά της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο διάλεγε τα ζαρζαβάτια της. Τις σπάνιες φορές που έβγαινε απ’ το δωμάτιό του τη συναντούσε πάντα στη γειτονιά, απευθυνόταν σε όλους με το μικρό τους όνομα, «χαρά στο κουράγιο της», σκεφτόταν με την κεκτημένη κριτική διάθεσή του, κάτι όμως τον εμπόδιζε να την προσπεράσει, κάρφωνε τα μάτια του στα δικά της ή μάλλον λίγο πιο κάτω, στα χείλη της, που ήταν πάντα ανοιγμένα σ’ ένα ολάνθιστο χαμόγελο.

 

Εμφανίσεις: 1852

Περισσότερα...

«Το τελευταίο σημείωμα» του Στράτου Φουντούλη

«Το τελευταίο σημείωμα» του Στράτου Φουντούλη


Πρωί. Για καφέ. Τη συνάντησα στον γνωστό κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο. Τα οπίσθιά της παρέμεναν θεσπέσια. Μου είπε ότι είναι ερωτευμένη με τη Λ. –μια παλιά, δικιά μου γνωριμία από την οποία ακόμη αποθεραπεύομαι–, δεν υπήρχε λόγος να της το αναφέρω και στο άκουσμα του δικού της έρωτα, αντέδρασα με το κλασικό, διφορούμενο ανασήκωμα των ώμων. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρουμε με ποιον π ρ α γ μ α τ ι κ ά είμαστε ερωτευμένοι και·δεν εξαιρώ ούτε τον ίδιο τον Έρωτα. Καθίσαμε. Εσπρέσο. Έγειρε στον ώμο μου κι άρχισε ψιθυριστά: «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα που αντικρίζω τη μαγεία του κόσμου. Ο πόνος μου θα λάμψει περιπαίζοντάς με, πλήρης τεχνασμάτων. Πολύχρωμα πουλιά θα εμφανιστούν και θα εξαφανιστούν. Η ψευδαίσθηση θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα. Η χαρά μου θα είναι τόσο επώδυνη όσο κι ο πόνος. Θα δω και θα αισθανθώ πράγματα που δεν θα πιστεύει κανείς».

 

Εμφανίσεις: 1670

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr