A+ A A-

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ


1.
Δώσε μου χρόνο

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο,
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα,
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα,
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.

 

 

2.
Σαρδανάπαλος

Εγώ που τρόμαζα την πάσα γη
και που διαφέντευα μυριάδες τόπους,
ο κοσμοξάκουστος μες στους ανθρώπους,
που κάθε λέξη μου ήταν διαταγή,

πώς με κυκλώνει τώρα η σιγή,
το ξίφος μου πώς πέφτει από το χέρι
και στον αυχένα νιώθω το μαχαίρι
που το μηδέν τροχίζει και με σβει…

Με τους στερνούς, αδύναμούς της χτύπους
όλα η καρδιά μου τ’ αποχαιρετά,
τις οδαλίσκες μου, τους άγριους ίππους,

που δίχως μου δεν θα ’ναι άλλο πια…
Και τούτο ακόμη το καλό μου ασλάνι…
Ό,τι αγάπησα μαζί μου θα πεθάνει.

 

 

3.
Μicrotractatus

O Λόγος που απ’ τη Σάρκα σου δονείται
την Ομορφιά να εξεικονίσει αποτυγχάνει.
Απόψε κάτι άστραψε κι εφάνη

εκείνο που ποτέ δεν εξηγείται
μα ερμητικό τον εαυτό του αρνείται
βορά της όποιας γνώσης μας να κάνει.

Ο Λόγος που τη Σάρκα σου αφηγείται
κι ενίοτε το Σώμα παριστάνει
γνωρίζει πως στο ελάχιστο αρκείται

αφού ως Σώμα πρέπει πρώτα να πεθάνει.

***

Όσοι εξ υμών τον Λόγο διακονείτε
στου δόλου του πιασμένοι το δοκάνι
και για να παραστήσετε σχεδόν δεν ζείτε

πλεγμένοι στης εκφράσεως την πλεκτάνη
ενώπιον των σωμάτων διαπορείτε.
Κι αν διά του Λόγου εσείς φιλοδοξείτε

να λυτρωθείτε απ’ των σωμάτων το χαρμάνι
και ως Λόγοι κραταιοί ν’ αναστηθείτε
τους Λόγους των νεκρών ας θυμηθείτε.

Εδώ – κι ο νικητής τα πάντα χάνει.
Ό,τι προσθέτει ως Λόγο τού αφαιρείται.
Το νήμα απ’ την αρχή ο καθένας πιάνει.

Η Ομορφιά ποτέ δεν εξαντλείται
κι ό,τι εγράφη ή θα γραφτεί – δεν φτάνει.
Με κάθε ποίημα ήττα ομολογείται

μέχρι ο Κόσμος ή ο Λόγος να πεθάνει.

 

 

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Βιβλία του: Σονέτα (Γαβριηλίδης, 2016), Sexus (Γαβριηλίδης, 2015), Ο Pietro Aretino εν έτει 2013 (Παρισιάνου, 2013), Μissa Brevis (Παρισιάνου, 2012), Γιουβενάλης (Παρισιάνου, 2012), Τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης (Γαβριηλίδης, 2004).  

 

Εμφανίσεις: 1887

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Στην Ασίζη

Κλαίω σαν μωρό
σαν συλλογίζομαι τα γόνατά σου
πληγωμένα απ’ τις
πέτρες
Το σώμα σου
τσακισμένο
– με τα σημάδια των καρφιών
και της λόγχης
να ζωντανεύουν –
Κι εσύ
να μην σηκώνεις κεφάλι
απ’ την αγωνία.

 

Μήνυμα

Απ’ όταν αρπάχθηκες
Αιφνίδια
Μέσα από τα χέρια μου
Άνοιξα λογαριασμούς
Με τον θάνατο
Ή δεν ήταν τότε;
Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω
Είναι
Πως
Ενώ γνωρίζω ότι
Είσαι νεκρός
Με κάποιον τρόπο
–μυστικό–
Ακόμη περιμένω
Να γυρίσεις.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Η αναιδής σκιά.

 

Εμφανίσεις: 2704

«Μπλε μαρέν» της Κωνσταντίας Σωτηρίου

«Μπλε μαρέν» της Κωνσταντίας Σωτηρίου


Το παντελόνι μου είναι γκρίζο. Είναι γκρίζο σκούρο με δύο πιέτες μπροστά όπως προβλέπουν οι κανονισμοί. Το πουκάμισο μπλε μαρέν, το μπλε στο πιο σκούρο μπλε, μου πέφτει κάπως φαρδύ, θα μπορούσε να ήταν ένα νούμερο μικρότερο. Δεν έχει σημασία σκέφτομαι, θα μπει στο παντελόνι, κανένας δεν θα το δει, από πάνω θα βάλω το μπλε πουλόβερ με την κόψη στο λαιμό που έχει σχήμα V. Μπλε γραβάτα και καφέ κάλτσες. Μου παίρνει λίγη ώρα να αποφασίσω αν θα βάλω σακάκι. Μπλε μαρέν σακάκι λένε οι κανονισμοί ή μαύρο. Το δικό μου σακάκι είναι μαύρο. Όποιος σκέφτηκε τους κανονισμούς της σχολικής στολής δεν έχει φαντασία σκέφτομαι. Ή ίσως έχει χιούμορ. Όταν βάζω τα παπούτσια (σκούρα μαύρα δερμάτινα δετά) η ώρα έχει πάει ήδη 8 και σχεδόν έχω αργήσει. Στο τσακ να προλάβω το σχολικό.

 

Εμφανίσεις: 2267

Περισσότερα...

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη


Η εν τοις ουρανοίς

Απομακρύνθηκε, τις στέγες άφησε, το τζάκι. Κι η προγιαγιά που τρόμο έσπερνε
στον τοίχο σε μια κορνίζα κλείστηκε να κλαίει. Μήτηρ ημών η εν τοις ουρανοίς,
η ούτε που ξέρω πόσο καιρό στο θάνατο χαμένη και στις κουρελούδες.
Σταμάτα πια με δάκρυα λιμνούλες να κεντάς. Στο λέω εγώ αφού κι η ιστορία
έτσι μιλά. Τα χρόνια οι αιώνες. Καθώς κρεμιούνται αγιάζουν οι Σοφούλες.
Με το τσιγκέλι και τον αργαλειό.

 

Εμφανίσεις: 3050

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr