«“Βάκχες”: τα χορικά» του Ευριπίδη
«“Βάκχες”: τα χορικά» του Ευριπίδη

«“Βάκχες”: τα χορικά» του Ευριπίδη

μετάφραση/διασκευή: Ελένη Χωρεάνθη

-Α-
Οι Μαινάδες υμνούν τον Διόνυσο

Ποιος είναι στον δρόμο;
Στον δρόμο ποιος είναι; Ποιος;
Έξω απ’ τ’ ανάκτορα βγείτε,
το περίφημο στόμα ας βουλώσει ο καθένας,
γιατί τον Διόνυσο με πανάρχαιους ύμνους
εμείς θα υμνήσουμε.

Ω, τρισμακάριστε, καλότυχος όποιος
γνωρίζοντας τελετουργίες θεών
διάγει βίο αγνό
και σε τελετουργίες μετέχει ολόψυχα
στα όρη βακχεύοντας
με ιερούς καθαρμούς,
και της μεγάλης μητέρας
Κυβέλης τις τελετές καθιερώνει,
κι ανατινάζοντας θύρσο,
και με κισσό στεφανωμένος
τιμά τον Διόνυσο.

Εμπρός, Βάκχες! Βάκχες, εμπρός!
Τον Βρόμιο θεό, τον γιο του θεού,
τον Διόνυσο, π’ ακλουθήσατε
απ’ τα βουνά της Φρυγίας στης Ελ-
λάδας τις ευρύχωρες πόλεις, τον Βρόμιο,
που κάποτε μέσα σ’ ωδίνες
φοβερές βίαιου τοκετού
απ’ τη φτερωτή του Δία βροντή,
πρόωρα η Σεμέλη τον γέννησε,
τη ζωή της πρόωρα χάνοντας
απ’ το κεραύνιο χτύπημα.
Κι ο γιος του Κρόνου, ο Δίας,
ευθύς εγκυμοσύνης χώρο
στον μηρό του ανοίγει,
τον γιο του κρύβει
τη σχισμή με χρυσές
πόρπες κλείνοντας,
κρυφά τον κρατεί απ’ την Ήρα.

Κι οι μοίρες σαν έκριναν,
γέννησε ο Δίας θεό ταυροκέρατο
και με φιδίσια στεφάνια στεφάνωσε
κι από τότε οι θηριοτρόφες μαινάδες
τα μαλλιά τους με φίδια στολίζουν.

Εμπρός, τροφοδότρα της Σεμέλης Θήβα,
με κισσό στεφανώσου!
Ω, γεμίστε,
τα πάντα γεμίστε με χλωρούς βλαστούς
βελανιδιάς καρποφόρας
ή με κλάδους ελάτου
και στις βακχείες ριχτείτε.
Κατάστικτα δέρματα ελαφιών να ντυθείτε,
ζωστείτε μ’ ολάσπρους πλοκάμους μαλλιών
και γύρω στους περήφανους
νάρθηκες υψωθείτε.
Και μαζί όλη η γη θα χορέψει –
είναι ο Βρόμιος αυτός που οδηγάει τους θιάσους-
στο βουνό, στο βουνό, όπου μένει
το πλήθος των θηλυκών μανιασμένων
που παράτησαν αργαλειούς και σαΐτες,
απ’ τον οίστρο του Διόνυσου τρελαμένες.

Ω, θάλαμε των Κουρητών
και θεϊκά σπήλαια της Κρήτης,
που του Δία φιλόξενα γίνατε,
όπου οι Κορύβαντες που φορούν τρία κράνη
εφεύραν ετούτο το δερμάτινο τύμπανο.
Και στην ομόηχη βακχεία τους
τον διαπεραστικό ταιριάξανε ήχο
με τον απαλό των φρυγικών αυλών
και στης μητέρας Ρέας τα χέρια απιθώσανε
των Βακχών τις ιαχές να συνοδεύει ο χτύπος.
Κι από της θεάς μητέρας τα χέρια
οι μανιακοί το αρπάξανε Σάτυροι,
και στους χορούς
των Τριετηρίδων το ταίριαξαν
που μ’ αυτές ο Διόνυσος χαίρεται.

Είναι πολύ γλυκό στα βουνά να πλανιέσαι
πότε δω πότε κει
απ’ το γοργοπόδαρο κοπάδι ξεφεύγοντας
φορώντας δέρμα παρδαλού ελαφιού,
για αίμα σκοτωμένου τραγιού ψάχνοντας και κρέας ωμό,
στα φρυγικά ξαμολυμένη βουνά και τα λυδικά,
κι ο θορυβώδης οδηγός
να αλαλάζει!

Και να ρέει το γάλα στον κάμπο, και να ρέει το κρασί,
και να ρέει των μελισσών το γλυκύτατο νέκταρ.
Και σαν το συριακό το λιβάνι
να μοσχοβολάει του πεύκου ο καπνός
από το δαυλί το φλεγόμενο
που ο Βάκχος κουνάει
χοροπηδώντας και τρέχοντας
και τους αφηνιασμένους κεντρίζει,
τα τρυφερά του πλεξούδια στον αέρα πετώντας.

Και με ιαχές και ευάν, ευοί, κάπως έτσι κραυγάζει:
Ω, τρέξετε, Βάκχες,
Τρέξετε, Βάκχες,
με του χρυσορέματου Τμώλου τα πλούτια
τον Διόνυσο υμνείστε
με κραυγάζοντα τύμπανα, εύηχα
και με χαρούμενες ιαχές τον θεό τέρποντας
με φρυγικές δοξολογείστε τον ιαχές,
σαν ο γλυκόλαλος ιερός αυλός
ιερούς παίζει σκοπούς, μαζί
να βρίσκονται στο βουνό. Στο βουνό!
Και χαρούμενα, σαν πουλαδίτσα
που όταν φτάνει στη φοράδα σιμά,
τη μητέρα της,
γρήγορα και με σκέρτσα κι η Βάκχη
κουνάει τα καπούλια.

-Β-

Σεβαστή κυρά των θεών,
σεβαστή που στη γη
με τα χρυσά σου φτερά γυροφέρνεις,
τ’ ακούς τα που λέει ο Πενθέας;
Ακούς την ασέβαστην ύβρη
που προσβάλει τον Βρόμιο,
τον θεό που είναι πρώτος
στων θεών τις ομορφόστεφες απολαύσεις;
Που πρωτοστατεί στους χορούς,
με τον αυλό να σκορπάει το γέλιο
και τις μέριμνες να αποδιώχνει,
όποτε πίνουν πολύ κρασί και μεθούν
οι θεοί στο τραπέζι, και στους κισσο-
στεφείς στα συμπόσια άντρες
το κρασί σε ύπνο βαθύ ρίχνει.

Για τ’ αχαλίνωτα στόματα
και την αφροσύνη την άνομη
η δυστυχία είναι το έπαθλο.
Ο ήρεμος βίος και η φρόνηση
απαρασάλευτα μένουν
και τους οίκους βαστάζουν. Ψηλά
στους αιθέρες κατοικούν οι ουράνιοι
και των ανθρώπων βλέπουν τα έργα.
Η σοφία δεν είναι σοφία,
αν αυτός που την έχει
δε σκέφτεται πως είναι θνητός.
Η ζωή είναι σύντομη. Γι’ αυτό
κι όποιος κυνηγάει τα μεγάλα
το παρόν να χαρεί δεν προφταίνει...
Θαρρώ κάπως έτσι μανιακοί
και κακόβουλοι άντρες
συμπεριφέρονται.

Ε, και να πήγαινα στην Κύπρο ποτέ
στης Αφροδίτης τη νήσο,
που οι καρδιοκατακτητές των θνητών
τη χαίρονται έρωτες,
και στην Πάφο που μ’ εκατό εκβολές
ορμητικού ποταμού οι ροές
στης ανομβρίας τους καιρούς την καρπίζουν.
Στην πανέμορφη των μουσών κατοικία, στα Πιέρια,
στην όμορφη βουνοπλαγιά του Ολύμπου,
εκεί πήγαινέ με, Βάκχε μου, Βάκχε,
προβόδισέ με, καλέ θεέ, οδηγέ μου.
Εκεί είναι οι Χάριτες,
εκεί κι ο Πόθος. Εκεί για τις Βάκχες
είναι θεσμός να οργιάζουν.

-Γ-

Ο θεός τούτος, του Δία ο γιος
χαίρεται μεν στα συμπόσια,
όμως την πλουτοδότρα ειρήνη αγαπάει,
τη θεά που ανατρέφει τους νέους.
Που ίσα στον ευτυχισμένο
και στο χειρότερο άνθρωπο
το δικαίωμα δίνει
χωρίς λύπη ν’ απολαμβάνουν τον οίνο.
Και μισεί όποιον για τούτα δεν γνοιάζεται,
την ημέρα και τις αγαπημένες του νύχτες
να περνάει ωραία,
αλάργα πάντα τον νου να κρατεί
και τη σοφή του καρδιά
από άντρες πολλούς.
Και θα δεχόμουν αυτό που το πλήθος
των ασημότερων ανθρώπων
πιστεύουν και πράττουν.

-Δ-
Ωδή στη Δίρκη

Του Αχελώου θυγατέρα,
σεβαστή, τιμημένη, παρθένα Δίκη,
γιατί κάποτ’ εσύ στις πηγές σου
τον Διόνυσο βρέφος παρέλαβες,
όταν απ’ το πυρ το αιώνιο
ο πατέρας του, ο Δίας, τον άρπαξε,
στον μηρό του τον έκρυψε,
κι αυτά εδώ τα λόγια εφώναξε:
Μπες εδώ μέσα, Διθύραμβε,
στην αρσενική, τη δική μου τη μήτρα,
να γεννηθείς δυο φορές.
Σε παρουσιάζω μ’ αυτό το όνομα, Βάκχε,
έτσι να σε λένε στη Θήβα.
Μα εσύ, μακαρισμένη μου Δίρκη,
μου διώχνεις τις στεφανοφόρες
που έκρυβες βάκχες;
Γιατί μ’ απαρνιέσαι; Γιατί μ’ αποφεύγεις;
Στων σταφυλιών τους χυμούς σου τ’ ορκίζομαι
πως κάποτε θα νοιαστείς κι εσύ για τον Βρόμιο...

-Ε-

Δείτε εκεί τι οργή, τι οργή
βγάζει πάνω ο Πενθέας
που από γήινο κάποτε φύτρωσε
γένος φιδιού, που ο Εχίονας,
ο γήινος φύτεψε,
το αγριόμορφο τέρας,
όχι άντρα θνητό, ένα γίγαντα αιμοβόρο
στους θεούς να ‘ναι αντίπαλος.
Αυτόν που γρήγορα κι εμάς θε να δέσει
στα ίδια με τον Βρόμιο βρόχια,
τον οδηγό μας που έχει ήδη κρυμμένο
στις θεοσκότεινες φυλακές του.
Τα βλέπεις ετούτα εσύ, γιε του Δία,
Διόνυσε, με ποιες φουρτούνες οι βάκχες σου
θ’ αναγκαστούν να παλαίψουν;
Έλα, κατέβα απ’ τον Όλυμπο
το χρυσό σου σείοντας θύρσο,
και του δολοφόνου άντρα πάψε την ύβρη.

Σαν πού να βρίσκεσαι άραγε;
Μήπως στης θηριοτρόφου Νύσας
τους θυρσοφόρους θιάσους, Διόνυσε,
ή μήπως στου Παρνασού ψηλά τις κορφές
πάνω από το Κωρύκιον άντρο;
Ή μήπως στου πολύδεντρου Ολύμπου
τα σπήλαια, εκεί όπου κάποτε
τη λύρα του κρούοντας ο Ορφέας
με τα τραγούδια μάζευε γύρω του
δέντρα κι αγρίμια;
Ω, μακαριστή Πιερία,
που σε τιμάει ο Διόνυσος,
θα ρθει στις τελετές να χορέψει,
και τις συχνοκουνάμενες θα φέρει μαινάδες,
τον γοργόρροο διαβαίνοντας ποταμό Αξιό,
και τον πατέρα Λουδία,
που στους θνητούς τα καλά του πλούσια δίνει,
αυτόν που ρέει τα ωραία νερά του
τη χώρα που όμορφα άλογα τρέφει
να λιπαίνουν.

-Στ-

-Εέ!
Με ακούτε; Τη φωνή μου ακούτε!
Εέ, βάκχες, εέ, βάκχες!
Οι Βάκχες ξαφνιάστηκαν και απόρησαν:
-Ποιος είναι αυτός; Από πού ήρθε
η γλυκιά φωνή του Διόνυσου
που εμάς αναστάτωσε;
-Εέ, εέ! Θα ξαναφωνάξω:
της Σεμέλης είμαι και του Δία ο γιος!
-Εέ, εέ! κύριέ μας, ω, κύριέ μας,
αχ, έλα αμέσως στη συντροφιά μας,
Βρόμιε, εέ, Βρόμιε!
Ήχησε πάλι βροντερή η φωνή του θεού από μέσα:
-Εμπρός, σεισμέ ιερέ, ταρακούνα τη γη!

-Ζ-

-Ποπό!
Γρήγορα του Πενθέα τα μέγαρα
θ’ ανατιναχτούν και συντρίμμια θα γίνουν.
Ο Δυόνυσος είναι μέσα στα μέγαρα!
-Σεβαστείτε τον!
-Ω, τον σεβόμαστε!
-Δεν είδατε που ξεχαρβαλώθηκαν
οι λίθινοι αρμοί των κιόνων;
Ο Διόνυσος είναι αυτός που αλα-
λάζει μέσα στο μέγαρο.
Και ξανά από μέσα ο Διόνυσος πρόσταξε:
-Άναψε κεραύνια μαύρη λαμπάδα.
Κάψε πατόκορφα, κάψε συθέμελα
του Πενθέα τα μέγαρα!
Και η μια μετά την άλλη δυο μαινάδες ενάκραξαν:
-Εέ!
Δε θα φέρεις τη φλόγα, και δε θα λάμψει
στον ιερό της Σεμέλης τον τάφο,
τη φλόγα που κάποτε άναψε
η κεραυνοβόλα του Δία βροντή;
-Ριχτείτε χάμω και χτυπηθείτε,
ριχτείτε χάμω, μαινάδες. Γιατί ο θεός,
του Δία ο γιος, συγκλόνισε τούτα τα μέγαρα.

-Η-

Αχ, πότε σ’ ολονύχτιους χορούς
θε να σύρω κι εγώ το λευκό μου το πόδι
στις βακχικές τελετές να χορέψω,
τα μαλλιά μου ανεμίζοντας
στον ολόδροσο αέρα,
σαν το λαφάκι που στις χλοερές
του λιβαδιού τρελοπαίζει χαρές,
όταν από την κακή παγίδα ξεφύγει
κι έξω μπορέσει να βγει απ’ τα
καλοπλεγμένα τα βρόχια,
καθώς των λαγωνικών του
χουγιάζοντας τις κινήσεις
ο κυνηγός κατευθύνει.
Με κόπους ξεστρίβοντας
πηδάει και γλιτώνει
και πλάι στο ποτάμι όμορφη βλέπει
κοιλάδα εκεί ερημική,
χωρίς ανθρώπου απειλή.
και μέσα στου δάσους την πλέρια χαρά,
και στων φυλλωμάτων την πλούσια σκιά
βρίσκει ξεκούραση κι απανεμιά...

Τι τέλος πάντων είναι σοφό,
ή τι καλύτερο έπαθλο οι θνητοί
απ’ τους θεούς έχουν λάβει,
από το να είναι ανώτεροι
μπροστά στους εχθρούς τους;
Ό, τι ωραίο και καλό,
αγαπητό είναι πάντα.

Αργούν μα δε λησμονούν οι θεοί
τη δύναμή τους να δείξουν.
Κι απεχθάνονται τους θνητούς
που την αχαριστία τιμούν
με λυσσασμένη συχνά αλαζονεία
και τους θεούς δεν λατρεύουν.

Ποικιλοτρόπως ενεδρεύουν,
περιμένοντας την κατάλληλη ώρα
και συλλαμβάνουν τον άσεβο.
Γιατί ουδέποτε υπήρξε καλύτερο
από το να πρέπει να γνωρίζεις τους νόμους
και να τους μελετάς.
Σίγουρα κόπος χαμένος είναι
να σκέφτεσαι αν αυτό έχει δύναμη,
οποιοδήποτε κι αν είναι το θείο,
αφού αιώνες απαρασάλευτο μένει
κι από μιας αρχής γεννήθηκε έτσι...

Και πάλι αναρωτιέμαι και λέω:
Τι τέλος πάντων είναι σοφό
ή τι καλύτερο έπαθλο οι θνητοί
από τους θεούς έχουν λάβει
από το να είναι ανώτεροι
μπροστά στους εχθρούς τους;
Ό,τι ωραίο και καλό
αγαπητό πάντα είναι.

Μια ηλικιωμένη μιλάει με τη δική της σοφία και πείρα:

Ευτυχής όποιος γλύτωσε
από τη φουρτούνα της θάλασσας
και σ’ ένα λιμάνι απάνεμο άραξε.
Ευτυχής κι όποιος όλους
τους μόχθους τους ξεπέρασε.
Με άλλο τρόπο ο ένας ξεπερνάει
τον άλλο σε ευτυχία και δύναμη.
Αναρίθμητες ελπίδες υπάρχουν
για θνητούς αναρίθμητους.
Κάποιες ελπίδες μ’ ευτυχία
στους θνητούς καταλήγουνε κάποτε
ενώ άλλες τους χάνονται.
Εκείνον, που όλες της ζωής του τις μέρες
ευτυχισμένος έζησε, αυτόν εγώ μακαρίζω.

-Θ-

Τρέξτε, γρήγορες σκύλες της Λύσσας,
τρέξτε στο όρος
εκεί που βακχεύουν οι κόρες του Κάδμου,
κεντρίστε με οίστρο και πάνω ρίξτε
στο λυσσασμένο που ντυμένος γυναίκα
τις μαινάδες κατασκοπεύει.
Από λείο βράχο ή από δέντρο
πρώτη θα τον δει η μητέρα του
τις μαινάδες κρυφά να κοιτάει και θα κράξει:
Ποιος είναι αυτός που τόλμησε
κι ήρθε σε τούτο εδώ το βουνό
τις ορεσίβιες κόρες του Κάδμου γυρεύοντας,
στο βουνό, βάκχες, ποιος ήρθε;
Ποια μάνα αυτόν να τον γέννησε;
Από σπλάχνα γυναίκας αυτός δεν βγήκε,
μα από κάποιας λύκαινας
ή από Λιβυκής Γοργόνας το γένος.

Εμπρός, δικαιοσύνη, εμφανίσου,
και με το ξίφος σου όρμα και σφάξε τον,
κόψε του το λαιμό πέρα πέρα,
τον άθεο, τον άνομο, τον άδικο,
του Εχίονα τη γήινη φύτρα.

Όποιος με άδικη γνώμη και παράνομη οργή
τις δικές σου βακχείες
και τα μυστήρια της μάνας σου,
με νου σαλεμένο, και παράτολμη απόφαση
φτάνει να καταβάλει με βία το ανίκητο,
θάνατος αδυσώπητος απ’ τους θεούς θα του έρθει
και μυαλό θα του βάλει...
Ζωή χωρίς λύπες να έχει ανθρώπινη.
Δεν τη φθονώ τη σοφία,
χαίρομαι να την κυνηγάω.
Και ό,τι άλλο φανερό και μεγάλο.
Ω, και να έρρεε προς τα καλά η ζωή μου,
μέρα και νύχτα τα θεία να σέβομαι,
κι αλάργα από τα άνομα
τους θεούς να τιμώ.

Όρμα, δικαιοσύνη, εμφανίσου,
όρμα με ξίφος και σφάξε τον,
κόψε του το λαιμό πέρα πέρα,
τον άθεο κι άνομο κι άδικο
του Εχίονα τη γήινη τη φύτρα.

Φανερώσου σαν ταύρος ή σαν πολυκέφαλο
φίδι ή σαν λιοντάρι στις φλόγες.
Έλα, πρόβαλε, βάκχε,
και τον κυνηγό των βακχών ξεγελώντας
με βρόχο θανάσιμο τύλιξε
καθώς στων μαινάδων θα ορμάει την αγέλη.

-Ι-
Οι Βάκχες πανηγυρίζουν

Και τώρα ας χορέψουμε,
τον Βάκχο ας τιμήσουμε
τη συμφορά κραυγάζοντας
του Πενθέα που φίδι τον γέννησε.
Αυτός φόρεμα φόρεσε γυναίκειο
και νάρθηκα, τον ίδιο το θάνατο,
ωραίο θύρσον εκράτησε,
έχοντας μπρος του οδηγητή
της συμφοράς του τον... ταύρο.
Αχ, βάκχες Θηβαίες,
τον ωραίο και περίφημο επινίκιο ύμνο
σε θρίαμβο στεναγμών και δακρύων
εσείς με τα έργα σας μεταβάλατε.
Ωραία νίκη, με αιματόβρεχτο χέρι
η μάνα ν’ αγκαλιάζει το τέκνο της...

Μα να τη! Να τη η Αγαύη,
του Πενθέα η μάνα,
με αλλήθωρα μάτια
ορμάει στο παλάτι να μπει,
υποδεχτείτε την πομπή του ενδόξου θεού.

-ΙΑ-
Ο θρήνος της Αγαύης

Ποιος είναι τούτος ο νεκρός
που ’χω στην αγκαλιά μου;
Και με τι χέρια η δύστυχη
να σφίξω στην καρδιά μου;
Πώς να σε κλάψω, γιόκα μου,
και πώς να σε θρηνήσω
όπως σε κατασπάραξα
και σ’ έκαμα κομμάτια,
η μάνα που σε γέννησα
και σε ανάθρεψα η σκύλα;
Έλα, γέρο πατέρα μου,
πιάσε κι εσύ μαζί μου
καλά να συναρμόσουμε
του δύστυχου τα μέλη
κι ωραίο να ξαναφτιάξουμε
το όμορφό του σώμα.
Πολυαγαπημένο πρόσωπο,
μάγουλα τρυφερά μου,
σ’ αυτό το χρυσομάντιλο
εγώ η πικρή θα κρύψω
τα ματωμένα μέλη σου
και το όμορφο κεφάλι…
Δεν έχω πέπλα, γιόκα μου,
η έρμη να σκεπάσω
τα ξεσκισμένα μέλη σου.
Και ποια θα σε κηδέψουνε
χέρια, γλυκό μου αγόρι;
Γιατί, παιδάκι μου, γιατί
σου ’λαχε τέτοια μοίρα;

-ΙΒ-
Ο Διόνυσος ορίζει...

Είναι πολλές οι μορφές των θεών,
και πολλά παρ’ ελπίδα αποφασίζουν οι θεοί.
Δεν έγιναν αυτά που θα περίμενε κανείς,
τα απρόσμενα πάντα στέλλει ο θεός.


(Παλαιό Φάληρο, 17 Ιουλίου 2017)

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: