Η ΤΡΕΛΗ

Η ΤΡΕΛΗτου Γιώργου Μανιώτη

(Τραπέζι σε καφετέρια. Τρεις νέοι κάθονται χυμένοι στις ξεχαρβαλωμένες καρέκλες και χαζολογάνε, πίνοντας τον καφέ τους. Άσπρο, σκληρό φως μεσημεριού.)

Νέος Α’: Οχ! Η τρελή!

Νέος Β’: Η Πιπίτσα! Η Πιπίτσα!

Νέος Γ’: Φώναξέ την! Φώναξέ την, να σπάσουμε πλάκα!

Νέος Β’: Φώναξέ την!

Νέος Α’: Πιπίτσα! Πιπίτσα! Έλα, κερνάμε καφέ…!

Πιπίτσα: (Μπαίνει παραπατώντας, σαν να υπνοβατεί. Δεν καταλαβαίνει ποιος τη φωνάζει. Είναι μια γριά περίπου εβδομήντα πέντε ετών. Είναι ντυμένη έξαλλα και προκλητικά, σαν να είναι είκοσι ετών. Έντονα βαμμένη, με ξανθιά περούκα και ένα βρόμικο τεράστιο πλαστικό άνθος καρφιτσωμένο πάνω. Κρατά μια μεγάλη λερωμένη άσπρη τσάντα. Φορά κάτι στραβοπατημένες λαμέ γόβες και περπατάει σχεδόν κουτσαίνοντας.) Πώς; Τι;

Νέος Γ’: (Της κάνει νόημα.) Εδώ! Εδώ!

Νέος Β’: Εδώ, μωρή Πιπίτσα!

Νέος Α’: (Σηκώνεται και της προσφέρει μια καρέκλα.) Έλα, κάτσε! Κερνάμε καφέ…!

Πιπίτσα: (Τους εντοπίζει και τους πλησιάζει καχύποπτα.) Δε θέλω κεράσματα! Έχω λεφτά!

Νέος Β’: Έλα, κάτσε!

Πιπίτσα: (Κάθεται.) Κάθισα.

Νέος Α’: Δεν κρυώνεις, μωρή Πιπίτσα;

Νέος Β’: Θα πάθεις καμιά πνευμονία!

Νέος Γ’: Ρίξε κανένα ρούχο απάνω σου!

Πιπίτσα: (Κοιτάει γύρω της, σαν να την κυνηγάνε.) Κοίτα τη δουλειά σου! Κοίτα τη δουλειά σου! Κοίτα τη δουλειά σου!

Νέος Α’: Τι αυτοκίνητο είναι αυτό που οδηγείς, μωρή Πιπίτσα;

Πιπίτσα: (Ταράζεται που της βρίσανε το αυτοκίνητο. Γυρίζει προς το μέρος του οργισμένη με το θράσος του.) Γιατί; Τι έχει το αυτοκίνητό μου; Μια χαρά αυτοκίνητο είναι!

Νέος Β’: Από τον καιρό του Νώε…!

Νέος Γ’: (Ψιθυρίζει στους άλλους. Προσπαθεί να συγκρατήσει τα γέλια του.) Δεν οδηγεί κανένα αυτοκίνητο! Εδώ και τριάντα χρόνια τής έχουν πάρει το δίπλωμα. Χι χι χι!

Πιπίτσα: (Έχει αρχίσει ν’ ανάβει.) Είναι ρετρό. Αλλά είναι το τελευταίο μοντέλο! Αλλά, τέτοιος μαλάκας που είσαι, πού να το καταλάβεις;

Νέος Β’: (Αποκτά μια παράξενη ζωηράδα.) Όπα! Αρχίσαμε..!

Νέος Γ’: Άρχισε ν’ ανάβει.

Νέος Α’: Το δικό μου είναι χίλιες φορές καλύτερο!

Πιπίτσα: (Εξοργισμένη) Βρε, άι στο διάβολο, που αυτό το σαράβαλο είναι χίλιες φορές καλύτερο!

Νέος Α’: (Το πήγαινε κοροϊδευτικά, αλλά τελικά τσιμπάει.) Γιατί; Τι έχει το αυτοκίνητό μου;

Πιπίτσα: (Του την μπαίνει.) Μα είναι μάρκα αυτή που αγόρασες;

Νέος Α’: Γιατί; Τι έχει η μάρκα του;

Πιπίτσα: (Ξεσπαθώνει.) Δεν ντρέπεσαι, όταν σε ρωτάνε «τι μάρκα οδηγείς», να λες «οδηγώ ένα κορεάτικο»; Είναι πρεστίζ αυτό; Τι ιδέα θα σχηματίσει ο άλλος για το άτομό σου;

(Οι άλλοι δύο νέοι προσπαθούν να πνίξουν τα γέλια τους, με το πάθημα του φίλου τους.)

Νέος Α’: (Αγριοκοιτάζει τους φίλους του, για την ανάρμοστη συμπεριφορά τους.) Βελτιωθήκανε, Πιπίτσα. Όλα αυτά τα χρόνια βελτιωθήκανε!

Νέος Β’: (Προσπαθεί να συγκρατήσει τα γέλια του και να προσχωρήσει πάλι στη συμμαχία τους.) Καλά σου λέει! Τα κορεάτικα βελτιωθήκανε όλα αυτά τα χρόνια.

Πιπίτσα: (Ετοιμάζει το τελειωτικό χτύπημα.) Αυτά τα οδηγούνε οι φτωχομπινέδες!

Νέος Γ’: (Ξεσπά σε γέλια.) Πιπίτσα! Άχαχαχα… άχαχαχα! Πώς μιλάς έτσι, Πιπίτσα;

Νέος Γ’: Άχαχαχα… άχαχαχα! Δεν ταιριάζει στην ηλικία σου!

Νέος Α’: Στα νιάτα της είχε δουλέψει σε μπουρδέλο. Τι περιμένεις;

Πιπίτσα: (Ψάχνει στην τσάντα της, να βρει κάτι.) Αγόρασε ένα καλύτερο, αν δε θέλεις να σε βρίζω. (Βγάζει ένα τεράστιο κινητό και προσπαθεί να πάρει κάποιον.)

Νέος Β’: Εε! Τι κάνεις εκεί;

Πιπίτσα: Δε βλέπεις; Παίρνω το φίλο μου.

Νέος Α’: Την ώρα που μιλάμε, εσύ παίρνεις στο κινητό το φίλο σου;

Πιπίτσα: Ναι! Γιατί, κακό είναι;

Νέος Γ’: Δεν παίρνει κανέναν. Το κινητό είναι μούφα!

Νέος Β’: Αυτός την έχει χωρίσει… πάνε τριάντα χρόνια τώρα!

Πιπίτσα: (Μιλά στο κινητό δυνατά, για να ακούνε και οι άλλοι. Δίνει παράσταση.) Έλα! Έλα! πού είσαι; Στο γραφείο…; Στη δουλειά;

Νέος Α’: (Μιλάει στους φίλους του, που έχουν αρχίσει να γελάνε.) Σκάστε! Σκάστε, ν’ ακούσουμε!

Νέος Β’: Τώρα αρχίζει η πλάκα! Χι χι χι!

Πιπίτσα: (Μιλάει στο κινητό.) Άκου να σου πω, σε πήρα να σου πω μερικά πράγματα. Εντάξει! Εντάξει, αρχίζω, μη φωνάζεις! Αρχίζω! Άκου να σου πω….! Θρασύβουλε, αν θέλεις να είμαστε μαζί, θέλω να φύγεις από τη γυναίκα σου και το παιδί σου. Θέλω να πιάσουμε ένα διαμέρισμα και να ζήσουμε μαζί. Ναι! Ναι! Θέλω να τη χωρίσεις την πουτάνα και να κάνουμε δικά μας παιδιά. Καινούργια! Το άκουσες; Ναι! Αυτό είναι τελεσίγραφο και καλά το κατάλαβες! Και θέλω να μου δώσεις λεφτά, για να αλλάξω το αυτοκίνητό μου. Με κοροϊδεύουν, Θρασύβουλε! Δεν μπορώ να κυκλοφορώ με αυτό το σαράβαλο. Ποιοι με κοροϊδεύουνε; Κάτι αλήτες, κάτι τσογλάνια με κοροϊδεύουνε. Άκου τι σου λέω! Θέλω καινούργιο αυτοκίνητο! Κι άσ’ τα αυτά, ότι «δεν πέρασε ένας χρόνος που το πήραμε»! Εγώ θέλω καινούργιο αυτοκίνητο!

(Κλείνει το κινητό και το πετάει στην τσάντα της.)

Του το’ κλεισα! Αν δε μου πάρει καινούργιο αυτοκίνητο, δεν έχει «κοκό»! Εγώ ξέρω το κόλπο και τους κουμαντάρω τους άντρες μια χαρά!

(Οι νέοι έχουν σκάσει στα γέλια. Σιγά σιγά ησυχάζουν και αποφασίζουν να την κανιβαλίσουν.)

Νέος Β’: Ποιο κόλπο, ρε Πιπίτσα; Άχαχαχα!

Νέος Γ’: Εδώ ακούγεται ότι αυτός ο τύπος σε χώρισε! Άχαχαχα!

Νέος Α’: ­Πάνε τριάντα χρόνια τώρα! Σε πέταξε σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι και γύρισε στη γυναίκα του και το παιδί του!

Πιπίτσα: (Σηκώνεται όρθια. Σιγά σιγά γίνεται έξαλλη.) Α! Εσείς τα διαδίδετε αυτά; Θα σου κάνω μήνυση! Θα σου κάνω μήνυση και θα σ’ τα πάρω όλα! Θα σου κάνω μήνυση! Για να μάθεις, κωλόπαιδο, να μην ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου! Με ποιο δικαίωμα, βρε αληταρά, ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου;

Νέος Α’: Θα μου κλάσεις τα… άντε, να μη σου πω τώρα!

Πιπίτσα: (Έξαλλη) Αλλά τι να πάρω από σένα; Ένας άνεργος είσαι, με ένα παλιοσαράβαλο. Έχεις και τίποτα να σου πάρω; Ένας άχρηστος είσαι, ένα τεμπελόσκυλο που όλη μέρα κάθεται και τα ξύνει και περιμένει να του πέσει το λαχείο. Γιατί δε βάζεις τέρμα στη ζωή σου; Τι περιμένεις και δεν αυτοκτονείς; Εσύ πας για εκτέλεση. Δεν το βλέπεις, παλιομαλάκα; Σε έχουν προγράψει. Γιατί δεν το παίρνεις απόφαση, να τελειώσεις μια ώρα αρχύτερα; Τι περιμένεις; Να σου πέσει το λαχείο; Αυτό περιμένεις, κάθαρμα;

Νέος Β’: Άχαχαχα! Όπα, σ’ την μπήκε! Άχαχαχα!

Νέος Γ’: Άχαχαχα! Δεν είναι και τόσο τρελή όσο φαίνεται! Άχαχαχα!

Νέος Β’: Άχαχαχα! Όταν θέλει να δαγκώσει, δεν είναι τρελή! Άχαχαχα!

Νέος Α’: (Κάτωχρος από το κακό του) Θα την τακτοποιήσω εγώ!

Νέος Β’: Τι θα κάνεις;

Νέος Α’: Κοίτα να δεις.

(Κάνει ότι βλέπει κάποιον που κουβαλάει ένα μεγάλο σκύλο.)

Ρε συ, τι σκύλαρος είναι αυτός; Άκου πώς γρυλίζει…!

Νέος Β’: (Μπαίνει στο κόλπο.) Πω, πω! Κοίτα πώς σέρνει το αφεντικό του!

Νέος Γ’: (Μπαίνει κι αυτός στο κόλπο.) Λένε ότι έχει μυϊκή δύναμη τίγρης!

(Προσποιούνται ότι το σκυλί τούς πλησιάζει.)

Νέος Α’: (Γυρίζει από την άλλη πλευρά και γαβγίζει άγρια.) Γάουρρρρ! Γάουρρρ! Γάουρρρ!

Πιπίτσα: (Παθαίνει υστερία και αρχίζει να ουρλιάζει.) Αααα, σκυλί! Πού είναι το σκυλί; Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί! Βοήθεια! Βοήθεια! Φοβάμαι! Φοβάμαι τα σκυλιά! Φοβάμαι τα σκυλιά! Πάρτε το σκύλο! Βοήθεια! Βοήθεια! Φοβάμαι!

Νέος Γ’: Γάουρρρ, γάουρρρ! Όλη μέρα το έχει στο υπόγειο, μέσα στο σκοτάδι, και του δίνει και τρώει κρέας ωμό! Γάουρρρ! Γάουρρρ!

Νέος Β’: Γάουρρρ, γάουρρρ! Το ετοιμάζει για αγώνες. Γάουρρρ! Δεν του φοράει φίμωτρο! Γάουρρρ!

Πιπίτσα: (Σε υστερἰα. Προσπαθεί να τρέξει, αλλά μένει ακίνητη στη θέση της.) Βοήθεια! Βοήθεια! Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί! Θα τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Πάρτε το σκυλί! Βοήθεια!

(Κατουριέται. Δε φοράει βρακί και τα ούρα τρέχουν ελεύθερα.)

Νέος Β’: Άχαχαχα, άχαχαχα! Κατουρήθηκε η τρελή! Άχαχαχα!

Νέος Γ’: Άχαχαχα! Δε φοράει βρακί! Άχαχαχα! Κατουρήθηκε!

Νέος Α’: Τι κάνει, ρε; Ανεβαίνει στο τραπέζι! Θα μαγαρίσει το τραπέζι! Άχαχαχα!

Πιπίτσα: (Ανεβαίνει στο τραπέζι. Ουρλιάζει.) Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί! Βοήθεια! Βοήθεια! Θα πάρω την αστυνομία! Θα πάρω την αστυνομία! Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί!

Νέος Α’: (Προσπαθεί να την ηρεμήσει.) Έλα, έλα! Έφυγε! Πέρασε!

Νέος Β’: Πήγε από την άλλη μεριά…!

Νέος Γ’: Έφυγε! Κατέβα. Δεν κινδυνεύεις!

Πιπίτσα: (Εξακολουθεί να ουρλιάζει πάνω στο τραπέζι.) Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί!

(Οι νέοι την κοιτάζουν έντρομοι και το βάζουν στα πόδια.)

Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί! Πάρτε το σκυλί!

Ο Γιώργος Μανιώτης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει γράψει, εκτός από πεζά λογοτεχνικά έργα, και πολλά θεατρικά, τα οποία έχουν παρουσιαστεί επανειλημμένως σε σκηνές της Αθήνας. Γνωστά θεατρικά του έργα είναι: Το ματς, Κοινή λογική, Ο λάκκος της αμαρτίας, Οι σύζυγοι, Διακοπές στην Ουρανούπολη, Μόνο θετικές σκέψεις κ.ά. Επίσης γνωστά πεζογραφικά του έργα είναι: Ο άγνωστος στρατιώτης, Τα μαύρα παραμύθια (Β’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, 1998), Η φοβερά προστασία, Το πονηρό μονοπάτι, Η αδρεναλίνη πάντοτε ψηλά, Τα Σαντέ της Σαπφώς, Το γκαζόν του μπαμπά, Η γνώση των νεκρών, Μίξερ κ.ά. Ασχολείται επίσης με τη σκηνοθεσία.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr