ΓΕΝΕΣΗ

ΓΕΝΕΣΗτου Αλέξη Σταμάτη

Ξύπνησα. Και το ξύπνημα πιο βαρύ από τον ύπνο ήταν. Ανοίγοντας τα μάτια μου, από τα βλέφαρα κατρακύλησαν μαζεμένα τα όνειρα τόσων ημερών κι απλώθηκαν στην ελευθερωμένη κοιλιά μου και σκίρτησα. Εμπρός μου, που κοίταζα, ένας τοίχος κατάλευκος και γύρω μου μια καινούργια ζωή.

Η ανάσα του έχει φωλιάσει ήδη μέσα μου. Κακώς που λέω φωλιάσει, γιατί σωματικά το αντίθετο έγινε, την απέδωσα. Είναι παράξενο – τον ένιωσα σαν να υψώθηκε κάποια στιγμή. Εκεί που δεν έχει ο χρόνος τίποτα. Δηλαδή ούτε δευτερόλεπτα ούτε λεπτά ούτε στιγμές. Ήταν εκείνο που αισθάνθηκα σαν ανάληψη, ένα αίσθημα που πάνω από τα αισθήματα υπάρχει.

Θέλω να πω πως ήταν κάτι σαν δώρο, η κάθε στιγμή αθάνατο μυστήριο. Μιλώ βέβαια δίχως να γνωρίζω ακριβώς, γιατί έτσι όπως είναι τόσο πρόσφατο –μόνο ένα χρόνο έχω που γνώρισα και παρασύρθηκα κι έφτασα ως εδώ– μόνο να το ακουμπήσω μπορώ, και ούτε καν, γιατί φοβάμαι πως αυτή είναι αξία άλλη, αξία διάφορη, που δεν την κατέχω, δεν τη δικαιούμαι κι αμφιβάλλω αν θα την αξιωθώ ποτέ.

Εκείνος τώρα βρίσκεται ήδη στον κόσμο. Είναι ώρες τώρα που είναι εδώ, μα δεν το ξέρει. Για εκείνον ο πριν κόσμος δεν υφίσταται, ό,τι έχουμε ζήσει όλοι εμείς ως τώρα είναι ανύπαρκτο, τίποτα, κενό. Τώρα, πριν από λίγες ώρες, άρχισε γι’ αυτόν το σύμπαν.

Για μένα όμως σαν ένα κομμάτι του σύμπαντός μου να κόπηκε, μάλιστα μπορώ να θυμηθώ και τη στιγμή. Ήταν μέσα στο λήθαργο, όταν άκουσα τέσσερις ήχους, έναν από κάθε σημείο του ορίζοντα, και συνέκλιναν οι ήχοι μέσα μου κι οι συχνότητές τους όλες μαζί με τράνταξαν και λύθηκα κι ένιωσα να συσπάται μέσα μου η ζωή. Τότε κατάλαβα πως τον απέδωσα κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή μού φάνηκε πως ένα ακαθόριστο αντικείμενο έπεσε από τον ουρανό, βυθίστηκε στη θάλασσα κι απλώθηκε σαν μια τεράστια κηλίδα. Όπως έπεφτε, προσπάθησα να το αρπάξω, να το αιχμαλωτίσω με την όραση, αλλά δεν μπόρεσα.

Κάτι τέτοια περνάνε τώρα από το μυαλό μου ύστερα από έναν τόσο ταραγμένο ύπνο, ύπνο που με πήγε στα έγκατα και με τράνταξε ώσπου με ξέσφιξε και μ’ ανέβασε και να με τώρα μόνη να κοιτάζω έξω από το παράθυρο τους ευκάλυπτους και να χάνομαι σ’ αυτή την άγρια ησυχία και να συνειδητοποιώ ότι όσα μου συμβαίνουν είναι τόσο φτωχά, είναι συρμός, είναι πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν την εμπειρία, είναι αυτό που λένε πράγματα καθημερινά, που αν συγκριθούν με τα των άλλων, τα δικά μου μπορεί και να ωχριούν, όμως δικά μου είναι, μοναδικά δικά μου βιώματα, μόνο ετούτα έχω, κι αν με ταράζουν, αυτό είναι το μέτρο μου και βάσει αυτού θα κριθώ. Το μόνο που θέλω είναι κάποτε σε χρόνο πιο αληθινό, σε χρόνο ωριμότερο, τότε θέλω όλα αυτά να εξηγηθούν κι εκεί να κάνω την αποκατάσταση και να πω, να ειπωθώ.

Τέτοια σκέφτομαι, κι είμαι ξαπλωμένη, γιατί να σηκωθώ δεν επιτρέπεται κι αν σηκωνόμουν το μόνο που θα ’θελα θα ήταν να χαθώ και να μην ξαναδώ ούτε αυτούς τους ανθρώπους, ούτε τις σκιές που τους κρύβουν και κρύβουν και την ίδια μου την πράξη, αλλά φοβάμαι, και προσεύχομαι, και κρατώ ενός λεπτού σιγή. Κι εκεί φεύγει ο νους μου από την πράξη με τους ανθρώπους, το συμβόλαιο, και πάει στην πράξη μ’ εκείνον, που έκανε και δημιούργησε κι η πράξη του αναπτύχθηκε, κι αυτός να ’χει ήδη φύγει, να ’χει φύγει με πάταγο. Μ’ εκείνο τον πάταγο που αφήνουν τα αισθήματα όταν ξαφνικά προσγειώνονται.

Η ίδια η πράξη είναι ψυχρή εξ ορισμού, πόσο μάλλον εκείνες που προηγήθηκαν με τα σεντόνια και το πάλεμα, όταν ο άντρας είναι τόσο επιβλητικός, το εννοώ απόλυτα αυτό, επιβλητικός, κάτι που είναι αδύνατον να συλλάβεις από πριν, πού να καταλάβεις εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη στιγμή που είσαι το φύλο σου, είσαι η φωλιά του που θα μπει και θα σε τραντάξει και θα σε ταξιδέψει, η ίδια λοιπόν η πράξη, που πράξη όπως την εννοούμε δεν είναι, παρά μοιραία εξέλιξη, πως αυτή ακριβώς η πράξη είναι ψυχρή εξ ορισμού, γιατί ξέρεις τι κάνεις και το κάνεις επιτούτου κι ύστερα αναπολείς και προτιμάς όπως ήταν πριν, τότε που όλα ήταν τόσο αθώα, τόσο μελωδικά, τόσο ρυθμικά στη γλυκιά προσωρινότητά τους.

Γιατί όταν βρεθήκαμε, που τον πρωτοσυνάντησα, αυτό είχα πει, δηλαδή αυτό είχα νιώσει, πως εκείνη η φορά που το βρίσκεις, εννοώ εκείνο που νομίζεις ότι είναι εκείνο, τότε είναι που όλα γύρω τραγουδούν κι η συχνότητα της ζωής ξαφνικά αλλάζει, καμπυλώνει και πορεύεται μες στην αρμονία και τη γλύκα. Ένα γλύκασμα ήταν που μπήκε μέσα μου, που επεκτάθηκε και με κάλυψε ολόκληρη, και δεν έβλεπα, γιατί αν έβλεπα, θα είχα βάλει ίσως φρένο και δε θα παρασυρόμουν, δε θα έφτανα ως εκεί. Και μπορούσα. Ναι, μπορούσα. Γιατί όσο κι αν υπήρχε το γλύκασμα, είχα δει εκεί στην άκρη του ματιού εκείνη την τόση δα μικρή φλεβίτσα, εκείνο το μικρό αλλά ανεξίτηλο σημάδι, αυτό που λέει πως όχι, δεν είναι τα πράγματα όπως φαίνονται, όχι, υπάρχει κάτι που ναι μεν εμφανίζεται πυρετικό, κόκκινο, κατακόκκινο μες στην παραφορά του, αλλά στην πραγματικότητα είναι μαύρο, κατάμαυρο, και θα με καταπιεί. Κι όπως πάντα συμβαίνει με τους ανθρώπους, πάω κόντρα σ’ αυτή τη γνώση, και το αφήνω πίσω μου, πως εντάξει, μια διαίσθηση είναι αλλά ξέχασέ τη, πρόκρινε το καλό, πρόκρινε όσα λέει το σώμα, κι έτσι το αφήνω πίσω, αλλά… γιατί έτσι είναι, πάντα ξέρουμε από την αρχή αυτό που θα μας σκοτώσει και παρ’ όλα αυτά δινόμαστε (πήγα να πω ωδινόμαστε), κι έτσι κι εγώ αφέθηκα και βούτηξα στο γλύκισμα ως τον πάτο και ιδού τι συνέβη. Και θα ’λεγε κανείς ότι απλώς μια πράξη ήτανε όπως όλες οι άλλες, κι είχα εμπειρίες αρκετές, όχι ότι δεν είχα, αλλά εδώ πέρα αμέσως ένιωσα αυτό το κάτι άλλο που κάνει την πράξη να ίπταται, ν’ ανεβαίνει πάνω από το έδαφος και να γίνεται –πώς να το πει κανείς;– δοξαστική, ναι, μ’ αρέσει αυτή η λέξη, δοξαστική, πολλές σκάλες πιο πάνω από τις άλλες που είναι μόνο να χαίρεσαι και να νιώθεις τα μέσα να συσπώνται – όχι, εδώ συσπώνται τα μέσα των μέσων, τα τρίσβαθα. Γιατί όταν έγινε –εκείνη ειδικά τη φορά–, εκείνη όπου έγιναν όλα, εκείνη που ήταν η αιτία να φτάσω ως εδώ, εκείνη τη φορά ήμουν σίγουρη πως τον ήθελα πιο πολύ απ’ όλους στη ζωή μου, και ήμουν σίγουρη πως αυτή η πράξη δεν ήταν μόνο πράξη. Και ιδού.

Ιδού που υπήρχε αυτή η αναθεματισμένη κόκκινη φλέβα που κόκκινη δεν ήταν, ήταν μαύρη κατάμαυρη, κι απλώθηκε το μαύρο κι έφυγε, εκείνος έφυγε, εξαφανίστηκε και δεν έμαθα ποτέ γιατί. Έφυγε αλλά άφησε κάτι. Άφησε τα πάντα. Ήρθε, με τάραξε, κι έφυγε αφήνοντας. Ο «έφυγε αφήνοντας», έτσι θα τον λέω από δω και μπρος.

Εδώ που βρίσκομαι δεν έχω σχεδόν τίποτα. Δεν υπάρχει κανείς να με επισκεφτεί, δεν ξέρω πια κανέναν. Δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο εγώ, ξαπλωμένη με τις σκέψεις και τα ερωτήματά μου. Κοιτάζω προς τα πάνω να δω, να εποπτεύσω τι με περιβάλλει. Βλέπω μόνο το ταβάνι, μια λευκή σαγρέ επιφάνεια, κι ένα γυμνό γλόμπο. Πιο κάτω σκέφτομαι, σε έναν άλλο όροφο, θα κοιμάται. Ο μικρός αυτός θεός θα ’ναι ξαπλωμένος – ποιος ξέρει άραγε τι θα νιώθει. Τι θα νιώθει αυτό το σώμα το άοπλο, στον νέο θύλακα, στο νέο θάλαμο, μέσα σε αυτή τη σιωπή; Τη νομίζει για νέο κόσμο; Πού γυρίζει η μικρή του ψυχή, για πρώτη φορά σε ελεύθερο ύπνο; Η ψυχή του, που τώρα είναι δίχως μνήμες, με το φύλλωμά της αμόλυντο, ακόμη πεντακάθαρη και απαστράπτουσα, κι ύστερα θα δούμε με τη ζωή.

Και τότε ξαφνικά μου έρχεται η διάθεση να σηκωθώ και να πάω στο παράθυρο να δω ξανά τους ευκάλυπτους, αλλά όχι οριζοντιωμένη, όρθια θέλω να δω τα δέντρα, να νιώσω παράλληλη στον κορμό τους και να αισθανθώ την αγαλλίαση να ’μαι κι εγώ ποθητή ξανά κάπου μέσα στον κόσμο.

Αφού λοιπόν με μεγάλη προσπάθεια ανασηκώνομαι, πριν ακόμη σηκωθώ τελείως όρθια, παρ’ όλες τις ενοχές και τα πρέπει-δεν πρέπει, ότι δηλαδή πιθανόν κάτι κακό θα συμβεί, τότε κάτι όντως συμβαίνει, τελείως διαφορετικό κι αναπάντεχο. Εμπρός μου, όχι ακριβώς αντικριστά, μα σε κάποια απόσταση κι αριστερά στον απέναντι τοίχο, είμαι εγώ, με την εικόνα μου, εγώ είμαι που μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κοιτάζομαι, ένα μεγάλο καθρέφτη που με χωράει τόσο ώστε να με διακρίνω κάτω αριστερά, έναν καθρέφτη που δεν υπήρχε πριν κοιμηθώ, γιατί ο τοίχος ήταν γυμνός, είμαι σίγουρη γι’ αυτό, μόνη μου κοιτάζομαι μ’ εμένα και το είδωλό μου, και τα μάτια μου ξαναφτιάχνουν την εικόνα μου.

Όμως δεν είμαι αλήθεια μόνη μου, καθώς μου λέει ο καθρέφτης πως όχι, δεν είσαι μόνη σου, δεν είσαι μόνη σου εσύ, και μη νομίζεις πως όλα αυτά είναι καταστάσεις ψυχικές, ψευδείς εννοώ, ή αποκυήματα, σαν αυτές που προκαλούν οι γυναικούλες, κι εγώ ξέρω καλά, ήξερα ήδη από τότε πως δεν είμαι καμιά γυναικούλα, σε καμία περίπτωση, εγώ είμαι ταγμένη για σπουδαία πράγματα, θα δείτε, να όμως που τώρα είμαι εδώ ανακαθισμένη στο κρεβάτι, να θέλω να σηκωθώ να ξεσκάσω, να δω τον κήπο, τους ευκάλυπτους, να δω την πόλη, κι όμως να αυτό που έρχεται και μ’ εμποδίζει, ένας καθρέφτης του οποίου την ύπαρξη πριν αγνοούσα όπου να κοιτάζομαι και να ’μαι εγώ, να με αναγνωρίζω, να έχω αποδείξεις χειροπιαστές –όσο μπορείς να θεωρήσεις μια αντανάκλαση χειροπιαστή–, εν πάση περιπτώσει να ’μαι σίγουρη για αυτή την εμπειρία που ζω, γιατί εγώ είμαι αυτή η εικόνα, διακρίνονται σαφώς τα σημάδια της ταλαιπωρίας και του άγχους, ιδίως στα μάτια κι επιπροσθέτως φαίνεται καθαρά αυτή τη γλυκιά κούραση που μου ’λεγαν, αυτό τον παράξενο συνδυασμό που είσαι μαζί και θεός και άνθρωπος και δημιουργείς.

Κι όλα αυτά καλά, γιατί αν εξαιρέσουμε την αναπάντεχη εμφάνιση του καθρέφτη, ίσως θα ήταν αναμενόμενα, όμως υπάρχει και κάτι άλλο που δεν εξηγεί όλη αυτή την εμπειρία, γιατί όπως είπα και πριν εγώ μόνη μου κοιτάζομαι κι όμως δεν είμαι μόνη.

Δεν εξηγεί την εμπειρία, γιατί ψηλά εκεί, στο πάνω δεξί μέρος, διακρίνεται πεντακάθαρη η μικρή εικόνα, όχι το σώμα ολόκληρο, μονάχα το πρόσωπο, μονάχα ένα πρόσωπο ακαθόριστο ενός παιδιού όπως αρχικά νόμισα, αλλά τώρα που κοιτάζω προσεκτικά ανατριχιάζω επειδή είναι το είδωλο ενός βρέφους μαζί και ενός ενήλικα, που αμέσως αναγνωρίζω, έχει κάτι η αύρα του από μένα και φαντάζομαι ποια θα ήταν η πορεία του στο μέλλον και ποια η εξέλιξη, και περνάει σαν αστραπή εμπρός μου όλη η μελλοντική ζωή του, κι ανατριχιάζω μ’ αυτά που βλέπω γιατί ξέρω πως είναι πραγματικά εκείνος, ένα πρόσωπο που το στόμα του κλαίει και γελάει μαζί και τα μάτια μισοκλείνουν, γιατί είναι μάτια που μαζί και σώμα είναι και ψυχή και να διαλέξουν δεν ξέρουν, κι ούτε πρόκειται να μάθουν.

Δεν έχω πια πολύ χρόνο μόνη μου, σε λίγο θα έρθουν, είναι πολύ φιλικοί και συμπαθητικοί, η επαφή μας ήταν πολύ καλή – ο άντρας αρχιτέκτονας, η γυναίκα αρχαιολόγος. Είναι κάτι ο καθένας. Κάτι είναι. Κι εγώ τίποτα. Καθρέφτης. Και στον καθρέφτη ένα παιδί σαν νεκρό και ζωντανό μαζί κι εγώ που το γέννησα, να μιλώ γι’ αυτό, μ’ ένα άγριο άλογο να καλπάζει στην καρδιά, ξέροντας πως οι πιο βαθιές μου συλλαβές χτυπάνε εκεί –στο είδωλο της μελλοντικής απουσίας του– κι επιστρέφουν, μαύρα, ανυπόφορα βέλη στην κοιλιά μου.

Γένεση ανέβηκε το 2009 στο «Θέατρο Χώρα» σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου και ερμηνεία Ρηνιώς Κυριαζή).

Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και έκανε μεταπτυχιακά Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο. Έχει γράψει είκοσι ένα βιβλία και μυθιστορήματά του έχουν εκδοθεί σε 7 γλώσσες. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο Κολλέγιο Αθηνών-Ψυχικού και στο Μουσείο Ηρακλειδών.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr