Τέσσερα ποιήματα της Ουρανίας Βασσιλάτου

Τέσσερα ποιήματα της Ουρανίας Βασσιλάτου

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ
Προϊόν ληγμένο
στο ντουλάπι.
Ανάμεσα σ’ άλλα
αντικείμενα
πακεταρισμένο.

Αγορά πολύτιμη.
Χρυσοπληρωμένη,
απ’ τα λίγα
που σου περισσεύουν.
Τα μετρημένα.

Το πόθησες.
Στερήθηκες,
για να τ’ απολαύσεις.
Μ’ αρκεί που
το απέκτησες.

Και τόση
που έκανες χαρά,
για μια στιγμή
μονάχα ήταν.
Η ώρα της κτήσης.

Κορεσμένος
απ’ τα πολλά
σου θέλω.
Ως πάντα κάνεις,
παίρνεις
και ξεχνάς.

Είναι φορές
αυτά που σου δίνουν
στερεύουν, χαλούν.
Σκουπίδια γίνονται.
Για πέταμα.

Αδηφάγο ον.

Σε κυρίευσε πάλι
η αχαριστία.
Μάθε πια να δίνεις.
Πριν κι εσένα
κάπου σε στοιβάξουν
και ρημάξεις.

 

ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ
Υποφέρεις.
Όσο πονάς
η καρδιά μου σκίζεται.
Ψέματα σου λέω.
Η λογική το επιβάλλει.
Οι πληγές δεν επουλώνονται.
Η χημεία δεν επιδρά.
Μα ούτε η αγάπη
τα καταφέρνει…

Ανήμπορος
τον πόνο να διαγράψεις
απ’ όλα τα λεξικά.
Η ψυχή να αγαλλιάσει.
Από ποιον έρχεται
η βοήθεια;
Ικεσία για λύτρωση
να κάνω.
Σε βωμό, θυσία να γίνω.

Ξαγρυπνάς.
Νύχτες ατελείωτες.
Κουρασμένες.
Η ησυχία παραπεταμένη
ανάμεσα σε τόσες λέξεις.
Πώς να σε γαληνέψω;

Άτιμε πόνε.
Δεν σέβεσαι τις καρδιές,
το σώμα, τις ψυχές.
Καραδοκείς,
ανελέητα το χτύπημά σου
άξαφνα ρίχνεις.

Το μονοπάτι σου θενά βρω.
Θαμμένο είναι.
Κάτω από τσουκνίδες, ζιζάνια
και αγριόχορτα.
Σκεπασμένο με λάσπες.

Με σκισμένα χέρια
τον δρόμο για το αύριο
θ’ ανοίξω.
Περίμενέ με. Φυλάξου.
Τώρα εσύ θα αισθανθείς
όσα σ’ άλλους δίνεις.

 

ΣΤΡΟΦΗ
Κέρμα στον αέρα.

Ώσπου να πέσει χάμω,
εικόνες φιλμ νουάρ
περνούν από μπροστά μου.
Μυριάδες,
για στιγμή
που φαντάζει αιωνιότητα.

Αποφάσισα.

Στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών
στον μέχρι τώρα
σταθερό άξονά μου.
Δεύτερη όψη.
Άλλη σκοπιά.

Στο σκοτάδι
να χαράξει φως.
Η λύπη
στάζει δάκρυα χαράς.
Οι εφιάλτες
μελένια όνειρα κάνουν.

 

ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ
Τα μάτια άνοιξε,
σηκώθηκε απ’ το
κρεβάτι,
με βήματα βαριά.
Έσυρε το κορμί της
μπροστά στον
καθρέπτη.
Την όψη της να δει.
Τι βλέπουν
οι άλλοι να καταλάβει.

Σώμα βελούδινης υφής.
Κύκνειος λαιμός
όλο χάρη καμωμένος.
Ακροδάχτυλα καλλιτέχνη,
που παίζουν τα πλήκτρα
ενός πιάνου, απαλά.
Πρόσωπο
όμορφο, αψεγάδιαστο
ως Αφροδίτης θεάρεστο έργο.
Βλέμμα έντονο,
σαγηνευτικό σε όποιον τ’ αντικρίζει.
Κι εκείνο το αέρινο φόρεμα
που στης θάλασσας τα κύματα μοιάζει.

Μα εκείνη πουθενά…

 

Η Ουρανία Βασσιλάτου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε ανθοκομία και μελισσοκομία, και τώρα είναι καθηγήτρια αγγλικών.

 

Τρία ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Τρία ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη*
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

[*Auber, Weir: Πιθανή αναφορά στους σύγχρονους με τον Πόε DanielFrançoisEspritAuber, συνθέτη ελεγειακής μουσικής όπερας, και RobertWalterWeir, φημισμένο ζωγράφο τοπίων της Σχολής Hudson River.]

 

ΣΟΝΕΤΟ – ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Πώς αυτός να σ’ αγαπήσει; Ή πώς σοφή να σε θεωρήσει;
Όταν εσύ δε θέλεις στις περιπλανήσεις του
να τον αφήσεις
να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;
Συ δεν είσαι που την Άρτεμη από το άρμα της βίαια έριξες
και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
για να βρει καταφύγιο και γαλήνη
σε μιαν άλλη πιο χαρούμενη σελήνη;
Συ άσπλαχνα δε χώρισες τη Ναϊάδα από τη νερομάνα της,
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της
κι εμένα από το όνειρο το θερινό
κάτω από τον κόκκινο ταμάρινθο;

 

Ο Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849) περιγράφει στα έργα του έναν κόσμο φανταστικό και νοσηρό, ενώ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θεμελιωτές της αστυνομικής λογοτεχνίας. Στην παγκόσμια αναγνώρισή του συνέβαλαν οι μεταφράσεις έργων του από τον Μποντλέρ.

 

Τέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Ι. Κορίδη

Τέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Ι. Κορίδη


ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Οι λέξεις πασχίζουν να βρουν μορφή
μες στων δακρύων σου το σύμπαν.
Σιωπή... γεννήθηκε το ποίημα.

 

ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ

Σ’ αγαπώ
όπως τ’ άνθος τον ήλιο.

 

ΜΝΗΜΗ

Σεβαστείτε τους ηττημένους.
Ανάψτε κεριά γι’ αυτούς,
αφήστε λουλούδια στους τάφους τους.
Χωρίς αυτούς δε θα ήσασταν νικητές,
δε θα γράφατε τη δική σας Ιστορία.

 

Περισσότερα...

«Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Jan Markezic» του Πέτρου Σκυθιώτη

«Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Jan Markezic» του Πέτρου Σκυθιώτη
ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Όπως ανοίγει η εποχή των παραθύρων έτσι κλείνει η κουρτίνα του κόσμου, είπε ο Αλμπέρτο, εγκαινιάζοντας την έκθεση των εκτεθειμένων.

Πίσω ο κόσμος περίμενε· ύστερα έβγαλε τις μάσκες από τα πρόσωπα και τις τοποθέτησε στους πίνακες. Κάθε πίνακας ήταν μια πλάκα μουσικής. Όσο προχωρούσε η ώρα, το σαξόφωνο έγινε νύχτα κι η νύχτα έγινε κλειδιά. Κάθε κλειδί μοιράστηκε στον κόσμο κι εφάρμοζε ακριβώς ανάμεσα στα μάτια. Ο μόνος που το παρατήρησε αυτό ήταν ένας κλειδαράς παλιών μπαούλων, ονόματι Μπιλ Φέλντοου. Προχώρησε σταθερά προς τη θάλασσα. Κι όσο η θάλασσα ερχόταν, το κλειδί γυρνούσε κι εκείνος έφευγε. Πάνω τα πουλιά σημασία δεν έδωσαν· δεν ήξεραν να ερμηνεύουν τα όνειρα.

 

ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΘΜΟΜΝΗΜΟΝΕΣ

Κάποιο απόγευμα παρατήρησα πως είχαν έρθει πουλιά απ’ τα ανατολικά. Οι τοίχοι είχαν γεμίσει φυσαλίδες. Θυμήθηκα πως ο Αλμπέρτο είχε αντιμετωπίσει κάτι ανάλογο γράφοντας έναν οδηγό σύνδεσης υπόγειου και απόγειου υλικού. Είχα βρει τη σύνδεση ανάμεσα στα δύο υπέροχη. Είχα βρει τον εαυτό μου τώρα στη μέση, γιατί γνωρίζω πως όλα τα ανάμεσα υλικά θεωρούνται ρολόγια. Την ώρα που τα πουλιά μπήκαν απ’ τους τοίχους μέσα στις φυσαλίδες και γέμισαν το δωμάτιο, κοίταξα με αντικειμενικό ύφος και είπα: είναι δώδεκα ακριβώς μετά ευρέτρων· στον επόμενο πυροβολισμό θα σας μετρήσω.

 

Περισσότερα...

Τρία ποιήματα της Μαρίας Καρδαρά

Τρία ποιήματα της Μαρίας Καρδαρά
ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ

Γλυκό μου πρόσωπο πολυαγαπημένο αβοήθητο
στις αλλεπάλληλες ριπές
και τα ραγδαία γεγονότα 
σε κόβουν κομμάτια
τρέχεις αιμόφυρτος
και πέφτεις στο τραπέζι των θεών
στρωμένο για το δείπνο
έτοιμοι όλοι
για το μακάβριο θέαμα.
Σαν άνθρωπος δεν αντέχω
ούτε σαν άλλο ζο.

 

ΑΝΤΕΧΩ

Από πόνο μεγάλο υποθάλπω άχωρον χθόνα
με τριαντάφυλλου μύρο
και συνέρχομαι σα βουή
σε όλους τους τόπους τους μακρινούς
και τους ξεχασμένους
και αντέχω
αντέχω με άνοια
την τραγική συνείδηση του όντος
αντέχω την ορφική φιλομάθεια
να πω τ’ όνομά σου
και το χέρι του σκελετού
μου κλείνει το στόμα.

 

Περισσότερα...

«Στιγμή κλεμμένη από το Χρόνο» της Φλώρας Αντωνακοπούλου

«Στιγμή κλεμμένη από το Χρόνο» της Φλώρας Αντωνακοπούλου
του Στυλιανού

Ο κιούρτος βγήκε από τη θάλασσα γεμάτος.
Οι δυο ψαράδες απολαμβάνουν τη σοδειά
και o μικρός τρέχει το δίχτυ για να φέρει
είν’ ένα αγόρι όμορφο, μ’ ένα λιανό κορμάκι,
μ’ ένα ελάχιστο μαγιό, κι έν’ άσπρο καπελάκι,
σαΐτα, αϊτός, φτερόπουλο, πλάι στο κύμα τρέχει.
Το δίχτυ αρπάζει γρήγορα και πάλι πίσω πάει,
τον ίδιο δρόμο παίρνοντας.
Τα πόδια δεν αγγίζουνε τα βότσαλα,
πετάνε στον αέρα, γράφουνε κυκλική τροχιά
και το χεράκι το δεξί κρατάει ψηλά το δίχτυ
και τ’ ανεμίζει τρέχοντας το δίχτυ το γαλάζιο
κι είναι από την αιωνιότητα μια ζωγραφιά βγαλμένη
ετούτο τ’ όμορφο παιδί.
Εικόνα ολοζώντανη που γέννησε η Τέχνη.
Είν’ το παιδί του Ηράκλειτου, ο Χρόνος, ο Αιώνας
αγόρι πλάι στη θάλασσα που τρέχει με το δίχτυ.

[στιγμιότυπο, καλοκαίρι 2014]

 

Τέσσερα ποιήματα της Σάντι Βασιλείου

Τέσσερα ποιήματα της Σάντι Βασιλείου
30 τ.μ.

Το σπίτι είναι τόσο μικρό
Πού να χωρέσει τέτοιες συνθήκες πολέμου
Έτσι δε ζω πια εδώ

Εδώ περιμένω

Τα βράδια δανείζομαι ένα ζευγάρι γκρίζα φτερά
Από τον θυρωρό που κάποτε ήτανε πουλί
Ανεβαίνω στην ταράτσα και χορεύω
Όλη νύχτα φλερτάρω με την ιδέα
Να πετάξω

 

ΕΝΑ ΠΡΩΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΑ

Ένα πρωί μεταμορφώθηκα σε κάδρο
Σηκώθηκαν όλοι μαζί και βιάστηκαν να με κρεμάσουνε στον τοίχο

Από εκεί
Κάθομαι και τους παρακολουθώ να ζουν
Χρόνια τώρα
Φοράω πόδια και χέρια διακοσμητικά
Είναι, λέει, πολύ της μόδας

Μα οι πληγές σταμάτησαν
να αιμορραγούν
Είμαι πια σχεδόν έτοιμη να ξεκαρφωθώ

Έτοιμη σχεδόν να σας κατασπαράξω

 

Περισσότερα...

Δύο ποιήματα της Ελένης Λιντζαροπούλου

Δύο ποιήματα της Ελένης Λιντζαροπούλου
ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ

Στον ποιητή Γιώργο Λίλλη

Θεέ μου, κάνε να πληθαίνουν οι ποιητές
που περιγελούν το σπουδαίο
κι αγκαλιάζουν στοργικά το ελλιπές

Έχε τους καλά
Γενναιόδωροι να
μας περιθάλπουν

Γιατί,
Εμείς τρέμουμε μόνοι
Διψασμένοι περιμένουμε

Γιατί, Θεέ μου,
Τι θα γινόμασταν
Χωρίς την ποίηση των άλλων;

 

ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΚΛΗΤΟ

Πόση υποκρισία για μία τήβεννο;
Όση εκπόρνευση για ένα βραβείο.

Καμία πλάνη

Η φωτιά θ’ ακυρώσει την Αθανασία
Αυτή είναι η τιμωρία για την Ύβρη και την Αναίδεια

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER