«Τρία ποιήματα του θέρους» του Νίκου Αλιφέρη

«Τρία ποιήματα του θέρους» του Νίκου Αλιφέρη

Νεκρή φύση

Δύο ψάθινα καπέλα κρεμασμένα
στο σοβατισμένο τοίχο
του κυκλαδίτικου σπιτιού
είναι ό,τι θα απομείνει

Θα υπαινίσσονται
για τους μυημένους
τις ζωές μας
που έλιωσαν σιγά σιγά
μες στον αμείλικτο ήλιο
του καλοκαιριού

Προς Πειραιά

Απ’ το παράθυρό μου βλέπω τη Νάξο
να επιπλέει νωχελικά σχεδόν άγνωστη
Μια μπλε πινελιά μάς χωρίζει φαρδιά
και τη χαράσσει ένα μπρίκι

Οι πρόγονοί μου θα έκαναν το ίδιο ταξίδι
ηλιοκαμένοι βρακοφόροι προς τον Πειραιά
Μια τέτοια μέρα θα ήταν ανεπαίσθητα
φύσαγε ο βοριάς Αύγουστος ίσως του 1830

Τους παρατηρώ από τούτη τη βίγλα σκυφτός
Μια μπλε πινελιά μάς χωρίζει

Το νησί

Το νησί είναι από πέτρα πολύτιμη
κατεργασμένη από τον δυνατό αέρα
που σε ζαλίζει σαν χόρτο

Λυγίζει τα σπίτια του χωριού
στα στενά συρίζει διαπεραστικά
σέρνει με βία τα πουλιά προς το μοναστήρι
τα μεταρσιώνει σε σύμβολα

Είναι όμως το νησί μιας άλλης εποχής
Τίποτε πια δεν είναι το ίδιο
Οι μέρες μας πεθαίνουν πριν από εμάς

Ο Νίκος Αλιφέρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία στο Λονδίνο και το Παρίσι αντίστοιχα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Άβυδος (Άγρα 1994), Eκ του Mετώπου (Άγρα 1998), Προσωπογραφίες και άλλα ποιήματα (Άγρα 2005), Η ζωοφόρος του ουρανού (Άγρα 2013).

Έχει μεταφράσει τα Γράμματα από την Eλλάδα του Γ. Φλομπέρ (Άγρα 1984), τις Φιλοσοφικές Eπιστολές του Βολταίρου (Αλεξάνδρεια 1990), το Φινιστέρε και άλλα ποιήματα του Ε. Μοντάλε (Άγρα 1995), το Hμερολόγιο του ΄72 του Ε. Μοντάλε (Άγρα 1999), το Περί Ποιήσεως (Άγρα 2005) και το Ημερολόγιο του ‘71 του Ε. Μοντάλε (Άγρα 2013).

 

Τρία ποιήματα του Φίλιππου Βαμβουκάκη

Τρία ποιήματα του Φίλιππου Βαμβουκάκη

Για να μπορώ...

Διαβιώ σε πέλαγος ανασφάλειας,
αναζητώ τις σταθερές μου εδώ και καιρό...

Εκτρέπομαι τακτικά,
μα δε ντρέπομαι που χαλάω τη μόστρα...

Αντέχω να υποφέρω τον καιρό,
αντέχω ν’ ανέχομαι όλον αυτόν τον συρφετό,
το όνειδος που με περιστοιχίζει,
τα λάθη που με ανατρέφουν...

Σώπασα...
Στο πλάτος της ημέρας είδα ξάφνου το βάθος,
ένιωσα την πιθανότητα της κατάδυσης στο κενό,
στο άγνωστο που περιμένει,
στην πιθανότητα που ζητάει κίνηση σφοδρή...

Έκλεψα...
Δανεικά χαμόγελα πολλών ειδών,
προσφορές πολυεπίπεδες θελκτικών κολάσεων,
κι εμπειρίες ξένες, φαιδρές...

Έσκουξα...
Μονάχος σα ψάρι χαμένο,
τυφλώθηκα από το μέγεθος
μιας αβάσταχτης φανταστικής πείνας,
από τις αλλεπάλληλες δοκιμές,
από το λαμπερό τίποτα...

Έφυγα...
Κρατώντας βατράχους από το λαιμό,
ανάμεσα σε κομμένες ουρές από σαύρες,
που κινούνται αυτόνομα,
μετατρέποντας τη σκόνη σε κάδρο
και το δρόμο σε ζωντανή πίστα ελιγμών...

Μάζεψα...
Την κραυγή απ’ τα μάτια σου,
για να τυλίξω τις στάχτες των ερώτων,
να πάρουν σχήμα, μη χαθούν,
για να μπορώ να βλέπω, ν’ αγγίζω και ν’ ακούω...

Πώς να σταθώ

Να πέσεις τώρα στα τάρταρα
και να χαθείς πατρίδα...
Αυτοί που υψώνουν τη φωνή τους στο όνομά σου,
λερώνουν το πνεύμα σου,
λογχίζουν τα πλευρά σου...

Πώς να σταθώ,
όταν η αγάπη βουτάει και χάνεται
δίχως μαχαίρι και δίχως αίμα,
όταν η πληγή ρέει αλάτι και πικρό νερό;

Πώς να προλογίσω
τις μαύρες στιγμές αυτές της στυγνής μαεστρίας,
πώς να υποφέρω
τον κρότο των σωμάτων στο κεφάλι μου,
πώς να ημερέψω
αυτά τα λυσσασμένα σκυλιά του χαμού,
πώς ν' ακουμπήσω
πάνω στην ιστορία των κανιβάλων;

Πώς να ζήσω τη θάλασσα,
όταν είναι γεμάτη με τάφους παιδιών,
πώς να ξαπλώσω στην αμμουδιά,
όταν οι κόκκοι της με μαστιγώνουν,
πώς να πατήσω στο κύμα,
όταν τα κρίματα με στέλνουν στο βυθό;

Τι να χαρώ τις μέρες τούτες,
που φτύνουν την παράλογη ξενοιασιά μας,
πού να πιστέψω,
όταν οι άγιοι λιβανίζουν την εξουσία του μίσους;

Πώς να υποστείλω μια σημαία,
που δεν υπάρχει στον ιστό,
παρά σα σάβανο της ντροπής πλεούμενο,
στους υγρούς αγρούς του θανάτου χάνεται...

Ειρήνη θέλουμε!

Ειρήνη λέμε, τη θέλουμε τώρα!

Την απαιτούμε άμεσα να ‘ρθει,
με κόκκινη ρομφαία
και μάτια κάρβουνα αναμμένα!
Όχι με τη λευκή αθώα μορφή,
όχι άλλο με πλαδαρότητα και αφέλεια!

Ειρήνη θέλουμε ορμητική σαν άτι,
σα χείμαρρο και νάμα καθαρτικό!
Ειρήνη θέλουμε,
για να κερδίσουμε τη δική μας ζωή,
για ν’ απαιτήσουμε το δίκαιο μερτικό μας!

Όχι για να παρακαλέσουμε,
όχι για να προσπέσουμε,
όχι για να προσευχηθούμε,
μα για να πολεμήσουμε,
μ’ επιχειρήματα βαριά,
για να δουλέψουν τα μυαλά και οι καρδιές μας,
τα πνεύματά μας να μερέψουν τους βαρβάρους
κι ο λόγος μας τη θέληση να θρέψει!

Ειρήνη θέλουμε και απαιτούμε ειρήνη εσέ,
να τις σαρώσεις του κόσμου τις προφάσεις!

Ειρήνη θέλουμε να ρέει σα μουσική και μέλι,
να προκαλεί και να θέλγει, να απλώνει την ορμή της
και το άρωμά της να μεθά τα σύμπαντα,
να περιστρέφει ανάστροφα τη γήινη σφαίρα,
να ζαλιστούν τα ανδρείκελα,
να σπάσουν, να διαλύσουν οι ψυχές του σκότους...

Έρωτας είναι η Ειρήνη φλογερός,
πύρινος εφιάλτης για τους καθημερινούς θανάτους!

Ο Φίλιππος Βαμβουκάκης γεννήθηκε στο Μρούξαλ της Δυτικής Γερμανίας στις 06.04.1966 από γονείς μετανάστες. Μεγάλωσε στο χωριό Κρουσώνας του Ηρακλείου Κρήτης. Σπούδασε στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του πανεπιστημίου Georg August στη Γοττίγγη της Γερμανίας στα τμήματα Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, Πολιτικών Επιστημών και Παιδαγωγικών. Αρθρογραφεί τακτικά σε τοπικά και πανελλαδικά έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Γράφει ποιήματα από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι σήμερα.

 

Τρία ποιήματα του Κώστα Χωρεάνθη

Τρία ποιήματα του Κώστα Χωρεάνθη

Πενθούν πνεύμα

Γνώση πικρή καθημερνή
πουλί στου κυνηγού το μάτι
δρομάκηδες τυφλοί στενοί
χωρούν το βήμα του σακάτη.

Παίζουν τ’ ανήξερα παιδιά
κι ολημερίς κλωτσούν τη μοίρα
κρατούνε αταίριαστα κλειδιά
έξω απ’ της άρνησης τη θύρα.

Της γης το πρόσωπο σπαθί
μες στου πελάγου τον καθρέφτη
πού είν’ οι φρουροί που έχουν στηθεί
για του προσώπου μας τον κλέφτη;

Αρχάγγελος με τα φτερά
πενθεί και σκύβει βαρυμένα
θλίψη πικρότερη η λαλιά
τα χαμογέλια δάκρυα ξένα.

1954

Το άστρο του Μπεζούρο*

Λάμπει τ’ αστέρι του Μπεζούρο
του Φτωχολέοντα το σπαθί
το θόλο σκίζοντας το σκούρο
του θεού η γύμνια να φανεί.

Και βάφει το αίμα του Μπεζούρο
την πλάση που έχει λυτρωθεί
κι είναι στη σάρκα μαύρο μούρο
που τ’ ωριμάζουν οι ουρανοί.

Οι λαοί σηκώνουν τον Μπεζούρο
στον ώμο αρχάγγελο σπαθί
της δικαιοσύνης τροβαδούρο
του κόσμου που έχει αναλωθεί.

Και λάμπει το άστρο του Μπεζούρο
ώσπου να μεταμορφωθεί
του θεού το πρόσωπο το σκούρο
και φως καθάριο να φανεί...

31 Οκτωβρίου 1975
*Ύστερα από ξαναδιάβασμα του βιβλίου του Χόρχε Αμάντο Νεκρή Θάλασσα

Φίλοι των ανέμων

Ο ξένος τόπος πάντα μου φέρνει στο νου τα φιλικά μου πρόσωπα
σαν υποφέρουνε στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης.
Δεν ξέρω πώς, αλλά θαρρώ μια σκέψη
που περιφέρεται στα κύματα,
αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα κοχύλια των ανέμων
κι η ποίηση περιδινείται αδέσποτη πολλές φορές,
κυριαρχημένη από το σχήμα του ανεπίτρεπτου
και του περαστικού.
Τι να σου κάμει ένα σώμα άρρωστο
και μ’ όλη του τη σκέψη και μ’ όλο του το πνεύμα,
όταν δεν βοηθάει ο στεναγμός.
Τι να ζητήσεις από τον άρρυθμο καιρό και τον σακάτη,
που άλλο δεν κάνει παρά
να σε χτυπάει κατάμουτρα με τα σκληρά του δεκανίκια.
Λένε πως είναι όλα μέσα σ’ αυτό το άθλιο παιχνίδι,
που καλεστήκαμε άξαφνα να παίξουμε απροετοίμαστοι,
ανίδεοι, απροστάτευτοι.
Φίλοι μου των ανέμων,
σας καλώ κι αποζητώ τη συντροφιά σας,
το υπομονετικό χαμόγελό σας,
γεμάτο από την πίκρα της ζωής,
γεμάτο από την αγωνία
γι’ αυτό που περιμένεις και δεν σου έρχεται.
Δώσε μου το αίνιγμα της ευφωνότερης γραφής
για να μπορέσω να περάσω
από τα ράμφη στις φτερούγες των πουλιών.
Κάποτε θα παρηγορηθούμε μ’ αυτό που τώρα
ούτε καν υποψιαζόμαστε.

Βούλα, Νοέμβρης του ’92

Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή Λόγια Σιωπής, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.

 

«Οι λέξεις ούρλιαζαν» της Ανδρονίκης Γωγοπούλου

«Οι λέξεις ούρλιαζαν» της Ανδρονίκης Γωγοπούλου

Άνοιξα το παράθυρο στη νύχτα
οι λέξεις ούρλιαζαν
και η ηχώ
έφτανε στ’ αυτιά μου
διαπεραστική.
Φράσεις ακατανόητες αμφίσημες
τρύπωναν στις σκέψεις μου
με έσχιζαν με τρόπο
βασανιστικό.
Λέξεις μου φωτιά
τρέχω ξοπίσω σας άσαρκη σκιά άπνοη
ικετεύοντάς σας
να με εναποθέσετε ανάμεσα σε ήχους και απόηχους
να με παρασύρετε σε αλλόκοτους χορούς
με Βάκχες και Κορύβαντες
μέσα από τα δάκρυά σας να με κάνετε ένα με τη γη μου.

Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες.
Εκλιπαρώ να ξεκλειδώσουν μυστικές φωνές
να μου αποκαλύψουν έναν κόσμο μαγικό
τον ουρανό με σχήματα αλλόκοτα
τη γη με οσμές φθινοπωρινής ανάσας
έναν κόσμο άδολο που δε ζητάει ανταλλάγματα.
Τον κυνηγώ
μα φεύγει
όλο φεύγει.
Και οι λέξεις είναι ανήμπορες να τον κρατήσουν πια...

Από το υπό έκδοση βιβλίο Ευτοπία, που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

 

«Το ποίημα για τον αναγνώστη» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν

«Το ποίημα για τον αναγνώστη» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν

μετάφραση: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη

Τι μας κράτησε μακριά; Αν κοιτάξω στον καθρέφτη και αναρωτηθώ, τότε θα δω μια παραποιημένη μορφή, μια μοναχική γραφή και δεν θα με καταλαβαίνω πια ούτε εγώ η ίδια. Σε αυτή την απέραντη παγωνιά έπρεπε να αποξενωθούμε, παρά την ασίγαστη αγάπη; Σου ξεστόμισα ίσως φλέγοντα λόγια, καμένες, κακόγουστες, διαπεραστικές προτάσεις ή και ανούσιες, χωρίς λάμψη, σαν να ήθελα να εντείνω την αθλιότητά σου και να σε διώξω με το νου μου από τον κόσμο μου. Ήρθες βέβαια έχοντας εμπιστοσύνη, κάποιες φορές αδέξια, αξιώνοντας μια λέξη με όμορφα χρώματα, ακόμη και παρηγοριά ήθελες και εγώ δεν ήξερα να σε παρηγορήσω. Ούτε τα βαθυστόχαστα νοήματα είναι η δουλειά μου.

Αλλά μια ασίγαστη αγάπη για σένα δεν με εγκατέλειψε ποτέ και τώρα αναζητώ σε ερείπια και στους αιθέρες, στον παγωμένο άνεμο και στον ήλιο, τα λόγια για σένα που θα με ρίξουν ξανά στην αγκαλιά σου. Επειδή ο πόθος μου για σένα με αναλώνει.

Δεν είμαι κομμάτι υφάσματος, ούτε και φτιαγμένη από ρούχο που θα μπορούσε να καλύψει τη γύμνια σου, αλλά από το κράμα όλων των υλικών του κόσμου. Κι επιθυμώ να εκραγώ στις αισθήσεις σου και στο μυαλό σου, όπως οι φλέβες του χρυσού στη γη, να σε ποτίσω με φως και να λάμψεις, την ώρα εκείνη που η μαύρη φωτιά, η θνησιμότητα, θα ξεσπάει μέσα σου.

Δεν ξέρω τι θέλεις από μένα.
Δεν είμαι ικανή για τον ύμνο που θα σε έκανε να κερδίσεις μια μάχη.
Μπροστά από βωμούς αποσύρομαι.
Δεν μεσολαβώ.
Όλες σου οι υποθέσεις με αφήνουν αδιάφορη.
Αλλά όχι εσύ. Μόνο εσύ όχι.
Εσύ είσαι τα πάντα για μένα.
Και τι δεν θα ήθελα να ήμουν εγώ για σένα!
Να σε ακολουθήσω θα ήθελα, όταν θα έχεις πια πεθάνει
να γυρίσω να σε κοιτάξω κι ας μαρμαρώσω
ν’ αντηχήσω σαν ένα τραγούδι
να κάνω τα θηρία που θα έχουν απομείνει να δακρύσουν
τις πέτρες να ανθίσουν
να αποδεσμεύσω το άρωμα από κάθε κλαδί.


Στις 25 Ιουνίου συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη γέννηση της Αυστριακής ποιήτριας και πεζογράφου Ingeborg Bachmann. Γεννήθηκε στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας και πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στη Ρώμη. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές της ποίησης και της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Σπούδασε σε Πανεπιστήμια της Αυστρίας Φιλοσοφία, Ψυχολογία, Γερμανική Φιλολογία και Νομικά. Το 1949 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα «Η κριτική κατανόηση της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Μάρτιν Χάιντεγκερ». Ήταν μέλος της ομάδας 47, η οποία σηματοδότησε μία στροφή στη μεταπολεμική Γερμανία. Το πλούσιο έργο της αποτελεί ορόσημο στο χώρο της λογοτεχνίας, της ποίησης και της διανόησης και φυλάγεται στο Λογοτεχνικό Αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας. Η γενέτειρα πόλη της Κλάγκενφουρτ απονέμει κάθε χρόνο το βραβείο «Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν» προς τιμήν της, ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία στον γερμανόφωνο χώρο. Έγραψε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, λιμπρέτα, ραδιοφωνικά έργα και δοκίμια. Από τα γνωστότερα μυθιστορήματα της είναι Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι εγώ και Η περίπτωση Φράντσα.

 

Δύο ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη

Δύο ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη

Κοιμήσου, μικρή Αριάδνη

Της νεογέννητης Αριάδνης

«Βρέχει απόψε.
Ο ουρανός βρέχει αστέρια.
Μη φοβάσαι, μικρή Αριάδνη.
Έρχεσαι από τα βάθη του χρόνου,
βρίσκεσαι στην καρδιά του αινίγματος.
Είναι βαρύ το τίμημα,
μη σε δειλιάζει το δίλημμα,
κρατάς τον μίτο που θα βγάλει τον κόσμο
από τον Λαβύρινθο της γνώσης.
Τώρα κοιμήσου.

Κοιμήσου.
Όλος ο χρόνος είναι εδώ, στην πηγή σου.
Τα νερά θα κυλήσουν,
οι δρυμοί θα πλημμυρίσουν,
ο χώρος θα κατακλυστεί από φωνήεντα ύδατα
και όντα αμφίβια θα βλαστήσουν των αιώνων οι κόρφοι
όταν φτάσεις στα όρια του πεπρωμένου χρόνου.
Όλα είναι γραμμένα στο κρανίο του ήλιου
και δεδομένα.

Βρέχει απόψε αστέρια.
Ο ουρανός βρέχει αστέρια,
χαράζει ραβδώσεις χρυσές στον ορίζοντα χρόνο,
να συλλαβίσεις με νότες τον όρθρο.
Βρέχει αστέρια να μουσκέψει,
να μουλιάσει ο κόσμος,
να βλαστήσουν τα όνειρα.
Κοιμήσου, μικρή μου Αριάδνη,
τώρα κοιμήσου».



Μη υπάρχων παραλήπτης


«…Ήταν παιδί στα δεκαεφτά!»

Ήταν παιδί, δεκαεφτά χρονών
που πήγε στην Αμερική
με έναν έρωτα σφοδρό για τη Φανή.
«Περίμενέ με και θα έρθω να σε βρω
με δακτυλίδι, με παρά
και με ολόχρυσο σταυρό…»,
της έγραφε στο πρώτο γράμμα και στερνό.

Μέρες και μήνες, χρόνια δίσεκτα
κόμπο στο μαντιλάκι της δεμένο
είχε η Φανή τον όρκο φυλαγμένο
προσμένοντας από την ξενιτιά
ένα γράμμα του, μια λέξη, μια γραφή.

Ερχόταν, έφευγε ο ταχυδρόμος,
μοίραζε γράμματα, επιταγές,
εμβάσματα, καλούδια, απαντοχές,
δίχως του αγαπητικού το γράμμα, τη γραφή.
Έμενε η Φανή με την απαντοχή
και την καρδιά σφιχτά
με συρματόσκοινο δεμένη,
να μη φανεί του πόνου της η ανοιχτή πληγή.

Πέρασαν χρόνια εβδομήντα από τότε και οκτώ.
Έφυγε η Φανή στην ξενιτιά με την απαντοχή.
Ο ταχυδρόμος έφερε απ’ την Αμερική το γράμμα.
Όμως δεν βρήκε τη Φανή
να καρτερεί στο κεφαλόσκαλο.

Ο ταχυδρόμος κοίταξε περίλυπος το γράμμα.
«Τι κρίμα» ψέλλισε,
«η άτυχη χρόνια περίμενε ένα γράμμα…»
«Επιστρέφεται ως ανεπίδοτον, μη υπάρχων παραλήπτης»,
έγραψε με κόκκινο του αίματος στο φάκελο.
Και το ‘ριξε στον άδειο ταχυδρομικό του σάκο.
«Μια ολόκληρη ζωή περίμενε
ό, τι κι αν ήταν η γραφή,
ό,τι μαντάτο κι αν της έφερνε», μουρμούρισε.

Κανένας δεν τον άκουσε.
Κανείς δεν ήξερε
πόσο πονούσε η ψυχή του ταχυδρόμου
κάθε φορά που η Φανή δεν είχε γράμμα,
κανένας δεν υποψιάστηκε ποτέ
πόσο λιγόστευε του ταχυδρόμου η αντοχή
κάθε φορά που έγραφε στο φάκελο
εκείνο το επάρατο:
«επιστρέφεται ως ανεπίδοτον»,
και το αναθεματισμένο:
«μη υπάρχων παραλήπτης»,
μια ολόκληρη ζωή σαράντα τόσα χρόνια
κάθε Τετάρτη και Παρασκευή
κι έφευγε με το «ανεπίδοτον»
στον ταχυδρομικό του σάκο.

Ήταν κι ελόγου του «παιδί στα δεκαεφτά»
όταν ξεκίνησε να φέρνει γράμματα, επιταγές,
εμβάσματα, ελπίδες,
να μοιράζει απαντοχές
χρονιάρες μέρες και καθημερινές.

Ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που είχε τη Φανή
σφόδρα κρυφά ερωτευτεί
και έχει πια γεράσει
με κείνο το «ανεπίδοτον»,
κι ένα «γιατί»,
φαρμακερό καρφί
μπηγμένο στην αμίλητη καρδιά του.

 

«Ο Σεφέρης επιστρέφει στη Σμύρνη» του Πίτερ Μπαλακιάν

«Ο Σεφέρης επιστρέφει στη Σμύρνη» του Πίτερ Μπαλακιάν

μετάφραση: Ιωάννα Καρατζαφέρη

 

Καθώς πλησιάζεις
η παραλία
είναι πιο άσπρη
από τον ουρανό,
τα ψαράδικα δεν ρίχνουν σκιές
και ο φάρος στέκεται
σαν ένας κύλινδρος από αλάτι.

Ο δρόμος που παίρνεις
από το λιμάνι ζάρωσε.
Τα πόδια σου είναι μουδιασμένα
σαν ο οπωροπώλης
ν’ αναγνώρισε τα μάτια σου.

Στην αυλή που περνά
από τον Άγιο Νικόλαο
τώρα ξανάγινε σχολείο
οι αμυγδαλιές είναι κούτσουρα.

Οι ροδιές που μύρισες
σαν φλεγόμενο χυμό
όταν τρύπωσες
στην αποβάθρα για να πάρεις
το νυχτερινό φορτηγό για τη Μασσαλία
είναι τώρα ξεθωριασμένα στίγματα
κάτω από τα πόδια σου.

Στον κήπο της γιαγιάς σου
όπου κάθονταν οι χήρες
για να βλέπουν το φως να πέφτει
πάνω στο σιωπηλό λιμάνι,
οι κληματαριές φορτωμένες
σταφύλια αναδίνουν ένα άρωμα.
από του αδελφού σου τα μαλλιά
και το πουκάμισο.
Στις συκιές
όπου έδεναν
τις βαμμένες κουρελούδες
κρέμονται ακόμα
με την τσίκνα
του καπνισμένου φρούτου
που ανέβαινε σαν τρύπα
ψηλά στον γαλάζιο ουρανό –
και ακόμα υπάρχει
στις ζάρες των ρούχων σου.

Όλο το δείλι περπατάς τους δρόμους,
οι λουκουμάδες φτάνουν
ζεστοί και γλυκείς
στη μύτη σου,
οι κούφιες βίλες πέφτουν
στην αγκαλιά σου –
ένας άντρας σαν τον θειό σου
ψάχνει ένα σπίτι χωρίς στέγη

και το λιμάνι
γεμάτο προβιές και άνεμο
βγάζει μια ανάσα
και ο φάρος
χάνει το σχήμα
κόντρα στον ουρανό.

Ο Peter Balakian είναι καθηγητής Ανθρωπιστικών Επιστημών, Αγγικής Γλώσσας και διευθυντής του Τμήματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Κολγκέιτ της Νέας Υόρκης. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές και 4 λογοτεχνικά βιβλία. Είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από τα βιβλία του Το μαύρο σκυλί της μοίρας που αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα των Αρμενίων το 1915 –σε μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη– και Ο Τίγρης φλέγεται σε μετάφραση Ηλία Μαγκλίνη, και τα δυο από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Πρόσφατα τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ Ποίησης.

 

Δύο ποιήματα της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

Δύο ποιήματα της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ    

…τα φύλλα εις μεν το κέντρον είνε πράσινα,
εις δε την περιφέρειαν κίτρινα, εις δε το
διάμεσον διαγράφετaι  δίχρους στεφάνη
ερυθρά και καστάνινος.

Φυτολογικόν Λεξικόν, Π. Γ. Γενναδίου                                                

Δουλεύω σταθερά στις Διηγήσεις
κι ο τόνος  είναι ακόμα ζωντανός
καθημερνές, γιορτές  και πώς ν’ αφήσεις 
στον κόσμο  όπου κλώθεται  σκοπός

το πρόσωπο στον τοίχο να πεθάνεις       
που γύρω ανασταίνεται η γη
στο χρώμα της καστάνινης στεφάνης       
το πελαργόνι αγάντα που κρατεί

στις καταιγίδες, γύρω λαζαράκια              
οι βρούβες ανθισμένες, διαδρομή
στην εθνική οδό, στα μοβ κουκάκια        
στα χαμηλά παρτέρια, τη ριπή

την απαλή φυσά  φουσκοδεντρίτης          
αέρας και τ’ ατλάζι των σπαρτών
λάμπεται  και βαρεί μες στην αφή της     
μετάξι για το ρίγος της που στον

παλμό της ηλιογέννητης λιβάδι                
ουράνιο χάδι, πούπουλο, ψυχή
το σκεφτικό το μέτωπο αναπαύει             
τον πόνο τον πικραίνει, αναπνοή

η δύναμη που κόκκινο γεράνι                 
λευκό και ροζ στο γύρο του κρατά
την ερυθρή καστάνινη στεφάνη             
κι αντέχει με τα φύλλα τα τραχιά

 

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Το δέντρο μένει τώρα στο μυαλό μου       
διάφωτο, σκιασμένο σιωπηλό
στην άκρη του περίφρακτου του δρόμου   
που οδηγεί το τρένο στο σταθμό

σαν σήμερα που κοίταζα τα φύλλα          
και γρήγορη να τρέχει η μηχανή
τα φανερά  τα κρύφια και τα δήλα             
άλλη τροπή στο αύριο να φανεί

στο πείραμα τη λάμψη επιταχύνει            
τριακόσιες τις φορές ο φυσικός
κι ανάποδα στο χρόνο, ελπίδα δίνει          
να πάμε γρηγορότερα απ’ το φως

μα η σκέψη μου ταχύτερη προφταίνει     
και φτάνει στη γεννήτρια  αρχή
αιτία συνοχή φανερωμένη                         
αναφορά και πάλι που ζητεί

νηστεία λόγου τώρα θα επιβάλω             
και μόνο μια φορά θα ρωτηθώ
στον τόπο του αγάπησα του άλλου                   
στο πριν και τώρα ένα και αυτό

αν πάω πίσω θα βρω σταματημένη         
ακίνητη εικόνα μες το νου
την ίδια τη  μορφή μου σαν να μένει       
αιώνια στη σκέψη του Θεού

εγράφη, με καιρό, θα μας φωνάξει         
κι όποιος ακούσει πάντοτε θα ζει
σ’ αληθινή ζωή καινούργια τάξη           
ανώτερη από κάθε καλλονή

ο ήλιος κατεβαίνει, βελουδένια        
φυλλώματα τρεμίζουν τρυφερή
υφή στις λέξεις έκπαγλη την έννοια      
τη ζωντανεύει γρήγορη πνοή
εγώ μιλώ κι εικόνα ομοιώνω                 
παράσταση  μπροστά μου που φυσά
αέρας και δροσίζει μου τον πόνο         
στη σπάταλη που δίνεται ομορφιά

στο πνεύμα που συνέχει γυρίζει             
στους επιταχυντές των φυσικών
βέλος του χρόνου ορμή που καθορίζει 
συμπαντική διάνοιξη και στον

αγώνα κάθε μέρα με μαθαίνει               
στο φύλλο το γραμμένο που κινεί
το φως στο δέντρο εικόνα ορισμένη    
να γεννηθεί σ’ ανώτερη μορφή

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER