Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη

Στις ερημιές της αγάπης,
αφηγούμαι
άλλοτε τους πρόωρους βίους
των αργοναυτών
και άλλοτε τις εποχές
της λεηλασίας των νυχτολούλουδων
της Κολχίδας.

Στις ερημιές της αγάπης,
μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της
ρούχα
θέριευαν Πανσέληνοι τ’ Αυγούστου
οι ρώγες της.
Στις ακρώρειες του στήθους της
Πλανόδιος Μουσικός ο Έρωτας,
Κλαίει
την έβδομη μέρα της δημιουργίας,
Κλαίει
καθώς χορδίζει το έγχορδο.

Τι νύχτα και αυτή;
Πόσο δειλή να θέλει
Ν’ ακούσει τραγούδια Ξενιτεμένων Τρώων,
άσματα Λυράρηδων
για τις απάτες των νερών
στους πλόες της αστροφεγγιάς
εκεί στην ωμοπλάτη του Αιγαίου.

Έτσι περνά η ζωή
Με την προσμονή των ήχων της
πτώσης,
έτσι περνά η ζωή,
με Τρώες νεκρούς,
και Αχαιούς μισότρελους,
να ρίχνουν στα μάρμαρα,
σκουριές να ξαναρχίσουν,
οι χρόνοι του Χριστού
και η εποχή
της Δελφικής Περγαμηνής
στ’ αγίνωτα φεγγάρια.


…-…

 

Ιδρωμένες Μέρες

Έπιασε ο Αύγουστος
να ξεραίνει το πέλαγος.

Καταμεσής των ιδρωμένων σκίνων,
η κολακεία των ρημάτων
για τα εδώδιμα
του Μυστικού Δείπνου.

Άχνιζε ο τόπος θυμάρι.

Σπόνδυλοι Ελληνικών ναών
κι αυτό το θέρος
κατηφόριζαν την πλαγιά
με δρασκελιές Ηνίοχου.

Τα θεόκτιστα των μηρών σου
στο λουλάκι των γλάρων λιωμένα.

Έκαιγε ο ήλιος,
αντίδωρο μίας σπάταλης ελευθερίας,
η αρμαθιά κλειδιά που άφησε
στο αυλιδάκι
της μυστικής οδοιπορίας μας.

Γελούσε δυνατά
και έφευγε για να μαζέψει
την Βασιλεία των ουρανών
σ’ ένα ποτήρι ξίδι.

«Δει γαρ το φθαρτόν τούτο
ενδύσασθαι αφθαρσίαν,
και το θνητόν τούτο
ενδύσασθαι αθανασίαν».

Ακούσαμε εκεί στα ύψη.


…-…

 

Μοναχικοί Πλόες

Στα έτη της μοναξιάς,
στην ερημόνησο της ποίησης,
τα κουφάρια των λέξεων
ορίζουν
στους αντίλαλους των κυμάτων,
Καβαφικούς πλόες.

Στα έτη της μοναχικότητας,
οι ποιητές,
ασχημονούν
στη χάβρα των αγριελιών,
γνέθοντας ομίχλη
στο καντηλέρι των ψυχών,

εκεί που όρισε ο Όμηρος,
το φως.

 

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς σπούδασε χημικός μηχανικός, ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Έχουν εκδοθεί αρκετά βιβλία του και 10 ποιητικές του συλλογές, με τελευταία την Ευγενία, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 11 γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Συνδιηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Ελίτροχος τη δεκαετία του ’90. Έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται το «Γραφείον Ποιήσεως».

 

«Οδυσσέας  ή  Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας  
(ή
Κοιτάζοντας το νερό)

Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.

 

Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό
και το γνώριζε. 
Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες,
τα κόκκινα ψάρια,
δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία,
ο λαιμός της γυναίκας
στα χείλη του.

Δεν τον ένοιαζε όλη αυτή η ξεγνοιασιά του χαμένου.

Ήξερε πως θα γύρναγε. Είχε κύμα, 
ήταν ολότελα χαμένος, μα ήξερε πως θα ’ρθει ο καιρός.

Εγώ όμως, ο Ελπήνορας,
που δε γνωρίζω

πηγαίνω πάλι στο κάγκελο
κοιτώ τ’ ακίνητα δέντρα 
κοιτώ το κατακάθι της βροχής
στις στέγες
κοιτώ το μολύβι στα χέρια μου 
με κοιτούν σαν νεκρό
τα σπουργίτια.

 

~~..~~   

 

Μπλε περίοδος   
(2η εκδοχή)

Άνεμος και ειρήνη.

 

Στην άκρη του κάβου
έρχεται κάθε απόγευμα
ένας ψηλόλιγνος ζωγράφος
με μυτερό γενάκι σαν πινέλο

στήνει το καβαλέτο απέναντι
απ’ την παραίτηση
και το βλέμμα του
στο προπατορικό σάπισμα
της βενζινάκατου

πιέζει το τελευταίο χρώμα
απ’ τα σωληνάρια
σαν οδοντόκρεμα

ατενίζει την κάθοδο του βουνού
στη θάλασσα
και τα ερείπια της εξόρυξης
του μαγγανίου

και ζωγραφίζει τον εαυτό του
κοντά σου.

 

~~..~~   

 

Κάτι φυσικό

Δέξου και μη στερήσεις.

 

Μιλώ μαζί σου στο τηλέφωνο
σαν να σε κοιτώ ξαπλωμένη.

 

~~..~~  

 

Κάτι ακόμα για τα βράδια μας

Δε θα σου κρύψω τίποτα.

 

Τα βράδια κατεβαίνουμε συχνά
στη θάλασσα. 

 

~~..~~    

 

Η επιλογή των ζώων   

Ό,τι αφήσαν τα δόντια.

 

Περνούσε ο καιρός και παλεύαμε.
Φθινόπωρο με φεγγάρι.

Η νέα εποχή έφερνε την παλιά.
Μόνο ο χρόνος δεν ήταν ίδιος.

Πέφταν βροχή οι στάλες σαν έβρεχε 
και ήλιος
και μετά ριχνόταν κι αυτός.

Έλεγες αγαπάς τα μεγάλα σκυλιά 
γιατί έχουν ανάγκη από φαΐ
και ξυπνάνε τις νύχτες και κλαίνε.

Συχνά σηκωνόσουν πριν φέξει
κι αναζητούσες τη γάτα σου
που σε πρόδιδε
κι ονειρευόταν άλλα.

Ύστερα πάλι τ’ απόγευμα
προτιμούσες τα μαύρα σκυλιά
που κοιτούν απ’ το τζάμι το χιόνι,
που ρίχνουν την ουρά στο χαλί 
γιατί τα μπέρδεψε η κίνηση,  
τα μπέρδεψε η γλύκα κι ο κόσμος

και τα φόβισε η ύπαρξη
που τυλίγει η σιωπή και το κρύο

κι επιστρέφουν με το βλέμμα στο πάτωμα
να τριφτούν στο σοφά
μπρος στα πόδια σου
και να το παίξουν σκλάβοι.

 

~~..~~ 

 

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Ο διαμελισμός του Αδάμ

 

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά ως συντάκτης (Αποικία, Διάστιχο, κ.ά.). Η ποιητική συλλογή του Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, και βραβεύτηκε στο Συμπόσιο Ποίησης το 2012. Πιο πρόσφατη συλλογή του είναι: Το ξυράφι του Όκαμ (εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί Ο διαμελισμός του Αδάμ.   

 

«Τέσσερα ποιήματα» της Ελένης Χωρεάνθη

Τέσσερα ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη

Ζοφώδης τε και ασέληνος

Ο ζόφος ουρλιάζει από άγρια χαρά
πέφτει το βράδυ
σμίγουν τα πάθη στο χάος των οικτιρμών
των δακρύων στερεύει ο ρους
βαθαίνοντας της αβύσσου η ένδεια

Στενεύουν
οι δρόμοι του ανώνυμου πλήθους
τελειώνουν
στ’ ανήμερα του πόντου νερά
ίσαμε τ’ απόκρημνα μονοπάτια της θλίψης

Πίσω
γέρνοντας στον καιρό η απόφαση
σε νύχτας ζοφώδες τε
και ασέληνο σκότος
σε άπατο
δίχως έρμα βουλιάζει κενό
βυθομετρώντας το νυν
και αεί
και το αύριο

Νυξ ολοή
ζοφώδης τε
και ασέληνος

30-10- 2015 πρώτη γραφή
Ανάπλαση 20-12-2015

 

Ο θρήνος των νυχτερινών ωρών 

 «…Φωνή εν Ραμά ηκούσθη,
θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς.
Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής
Και ουκ ήθελε παρακληθείναι, ότι ουκ εισίν».
(Κατά Ματθαίον 2:18)

Τη φονική νύχτα του τρόμου
σέρνονταν στις αιματοβαμμένες γειτονιές
ψυχές αθώων δολοφονημένων
Φωνές και θρήνοι και αλαλαγμοί
αιμάτων σταλαγμοί κι ολοφυρμοί
λυγμοί και δάκρυα ποταμοί
χαράκωναν την πληγωμένη άσφαλτο

Οι δρόμοι της μεγάλης πολιτείας ματωμένοι
θλιβεροί φρουροί και μουδιασμένη οιμωγή
οχλοβοή τυλίγει με πυκνή ομίχλη την αιθρία
Ο θρήνος των νυχτερινών ωρών
αιμάτινη πληγή στο μέτωπο της ιστορίας

Η ζοφερή ώρα του τρόμου
καλύπτει με ταχύτητα φωτός τον απολιθωμένο κόσμο
Οι τύχες των λαών
παίζονται με των ισχυρών τα ζάρια
στην τράπεζα των μισερών διαπραγματεύσεων

Η αιχμηρή λεπίδα της εκδίκησης
ζυγιάζεται πάνω απ’ την κλίνη των εφησυχαζόντων
Φόβος την έπαρση διακατέχει
διαβρώνει την αφυδατωμένη άσφαλτο
διαμελίζει την ασύλληπτη έκταση του χρονο-χώρου
σερπετό
φωλιάζει στην ακατοίκητη μνήμη
των τρομερών δυνάμεων του σκότους
ακυρώνοντας τη δικαιοσύνη της ημέρας
σαρκοφάγος το πέλαγος
καταπίνει τα βρέφη του έαρος ανελεήμον.

Πίσω από το πεποικιλμένο πρόσωπο της Εξουσίας
χρωματιστό πολύπρισμα η Δύναμη
σπάει σε γραμμές τρόμου τεθλασμένες
στο ρημαγμένο πρόσωπο της Οικουμένης
πάλαι τε και νυν και αεί

Αναφέρεται στα ολοκαυτώματα: Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973 /
Ν. Υόρκη, 11 Σεπτεμβρίου 2001 / Παρίσι, 13-14 Νοεμβρίου, 2015 /
Βερολίνο, 19-Δεκεμβρίου-2017

 

Εν συντομία

Είναι η ζωή μας
μια μικρή ιστορία
από τον λίκνο
ως την εξώπορτα
αν δεν βρεθεί
ενδιάμεσα
εξώστης
για ένα
ηρωικό
–θα το έλεγες–
άλμα
εις βάθος
Εν συντομία

Π. Φάληρο, Οκτώβρης 2014

 

Τα βήματα της σιωπής

Στο σταυροδρόμι της ζωής
στο μεταξύ του εδώ και του επέκεινα
ακούω τα βαριά βήματα της σιωπής
στην ερημιά
να γυροφέρνουνε
στο Τώρα
στο Αεί
και στο Ποτέ
Νιώθω να σέρνεται στην άμμο της διαφυγής
να με κυκλώνει το κενό
Βλέπω το χάος να με διαπερνά
να με συνέχει
να με κατοικεί
να με ενώνει με το σύμπαν
Ολόγυρά μου ένας κόσμος θλιβερός
βουλιάζει στο κενό
στην άγνοιά του
Τρώει τις σάρκες του με νύχια και με δόντια
Ρουφάει ηδονικά το αίμα
των βρεφών του λογισμών
κι από την τέφρα του σταυραετός ξαναγεννιέται

Π. Φάληρο, 9-3-2017

 

Προδημοσίευση από υπό έκδοση ποιητική συλλογή

 

«Τρίπτυχο» του Αλέξανδρου Βαλκανά

«Τρίπτυχο» του Αλέξανδρου Βαλκανά

Ρόζα

Η Ρόζα έχει μια μάνα και δυο κόρες. Η Ρόζα φυλάει το σπίτι του γιατρού. Η Ρόζα αγαπάει τους σκύλους τις γάτες και τα λουλούδια. Και τώρα η μάνα της.
Μαζεύει σπασμένες πόρτες και παράθυρα μια νύχτα Κατέβηκε στην αυλή Άνοιξε Μια γερμένη πόρτα Γύρισε Στην Αρμενία.

 

Ανίσα

Σ’ ένα σπίτι στο βουνό μικρή πηγή εκεί
τη βάφτισαν κρυφά την είπανε Ανίσα
από μια κούκλα της αδελφής της
Τεσσάρων στην Ελλάδα σχολείο
έγραφε το όνομά της στο τετράδιο
η δασκάλα το γύριζε πίσω διορθωμένο Ανίτα
της έμεινε, το γράφει με το δεξί˙ το αριστερό
το λάθος, το διόρθωσαν κι αυτό.

 

Ο Σεβαστιανός της Αχαρνών

Χέρια στην κολόνα πίσω σταυρωμένα μεσημέρι το κεφάλι έγερνε λοξά βλέμμα που κάπνιζε μια γλύκα προς τα κάτω στα πόδια του ο κουβάς με το σαπούνι και το ταφ το κόκκινο των φαναριών και η ουρά των αυτοκινήτων.

 

Ο Αλέξανδρος Βαλκανάς γεννήθηκε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας το 1972. Είναι απόφοιτος Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης ενώ έχει κάνει σπουδές στη φωνητική και τη θεωρία της μουσικής. Απασχολείται ως φιλόλογος στην ιδιωτική εκπαίδευση και παράλληλα ως μουσικός-τραγουδιστής (δισκογραφία: Ο κήπος που έσβησε κι εχάθη, σε ποίηση Ναπολέοντος Λαπαθιώτη και μουσική Anastazios). Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο. Ζει στην Αθήνα.

 

 

«Μετά τη φωτιά» της Πέννυς Μηλιά

«Μετά τη φωτιά» της Πέννυς Μηλιά

Ομηρικό

Υπάρχουν δυο άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο.

Ο ένας, αιώνια ψάχνει τη φύση του και απορεί.
Ο άλλος, πλήρως την αποδέχεται και την απολαμβάνει.


Ο δεύτερος 
πληρώνει 
τον ποιητή
να του τραγουδά
τα κατορθώματα
του πρώτου.

 

Τύμβος

τι θα μας χωρέσει;
τις σφαγιασμένες ελπίδες

το ασθενοφόρο δεν φάνηκε
ούτε το πρωί

κι ένας σκύλος 
βρήκε ένα κόκκαλο

ήταν η φωνή μας
που ακόμα τραγουδούσε

το έγλειψε ευχαριστημένος

γυρνούσε γύρω στην πεσμένη πύλη
και τραγουδούσε κι αυτός

στο τέλος
αποκοιμήθηκε 
στα αίματα

τον νανούρισαν οι μπότες
και οι ειδήσεις των τηλεοράσεων

το φεγγάρι
έπεσε πάνω μας
μια βόμβα από σκοτάδι

 

Σπατάλη

Έφαγα τον χρόνο μου
ανασταίνοντας πεθαμένα μυαλά.
Τώρα μόνο σκοτώνω.

Τέτοιους θεούς προτιμούν οι άνθρωποι.

 

Τραγούδι

Είμαι ο ήλιος 
είμαι κελάηδισμα 
είμαι ένα ζωντανό τρένο 
που ενώνει τους πεθαμένους 
κάτω απ’ το χώμα

Είμαι χθες 
είμαι τώρα 
θα είμαι 
το παντοτινό ημερολόγιο 
η μουσική που δεν ξεχνιέται

Είμαι χλωρό 
είμαι μια ξερή σανίδα 
πιασμένη στον τοίχο σου 
με χίλια καρφιά

Είμαι το αβγό 
που κλωσάνε χίλιες σκέψεις 
το εξορισμένο πριγκιπόπουλο 
η πιο παλιά σου μητέρα

Είμαι η λέξη 
πριν το στόμα 
κάθε πρωί

Είμαι πενήντα χέρια πιασμένα 
το δόκανο της καρδιάς

Είμαι μια φυλακή για το φως 
είμαι ο λαιμός του πολέμου 
ο ήλιος σου.

 

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Μετά τη φωτιά

«Μετά τη φωτιά» της Πέννυς Μηλιά
Φωτογραφία: Ηλίας Λιατσόπουλος


Η Πέννυ Μηλιά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε μετάφραση και ασχολείται με το θέατρο και τη μουσική. Έχει βραβευτεί από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2007) και την Ένωση Συγγραφέων-Λογοτεχνών Ευρώπης (2009). Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στις συλλογικές εκδόσεις Υπέρ ονειρίας (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012) και Ομάδα από ποίηση (εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2010). Ζει στην Αθήνα.

 

«Απόλυτα όμορφο» του Χαρίλαου Νικολαΐδη

«Απόλυτα όμορφο» του Χαρίλαου Νικολαΐδη

Εισαγωγή στην παγκόσμια ιστορία

Στα επτά
έπεσε για πρώτη φορά
από το ποδήλατο,

την έριξαν.

Γέμισε αίματα,
έκλαψε
για την αδυσώπητη βία.

Κουτί

Ξάπλωνες
απέναντί του,

το εξαφάνιζες
με τον αντίχειρά σου.

Ήταν απόλυτα όμορφο,
τετράγωνο και κλειστό.

 

Επίλογος στην παγκόσμια ιστορία

Μεθυσμένη
στη μέση του δρόμου,

για την απόρριψη
ή
για το χαμένο βράδυ,

περίμενε ασθενοφόρο
ή
ταξί,

με τζιν εφαρμοστό
ή
με μίνι φουστίτσα,

ελπίζοντας στους φίλους
ή
στους ξένους.

Δεν ανησυχήσαμε,
αυτά
έχει η εφηβεία.

Πήγε όμως
δώδεκα
και δεν έχει γυρίσει.

 

O Χαρίλαος Νικολαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1986. Είναι δικηγόρος και λέκτορας Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Essex στη Μ. Βρετανία. Η συλλογή του Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο (2015) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.

 

«Ποίημα για ένα Πάσχα» του Γιώργου Χαντζή

«Ποίημα για ένα Πάσχα» του Γιώργου Χαντζή

Του Γιάννη

Ευγενικός όπως πάντα – μου ζήτησες τα χρειώδη πασχαλινά 
και μ’ έφερες πίσω στην πρώτη γλώσσα της γιορτής

Στο ράδιο κλαρίνα για πρωινό, πέρασμα εντέρων με φραπέ
και οι μαμάδες αφράτες σαν τη ζύμη τους
κρασί από βαρέλια ποτισμένα στη μυρωδιά τους
(«μπρούσκο» περήφανα το λέγαν και το λεν)
τσίκνα ως την αλμύρα της θάλασσας
αυγουλίλα ως τον κόκκινο αγρό  
και να τα τσάμικα στα τσιμέντα,
τα «όπα παιδιά», τα «δώστου», το βάρος στο στομάχι
Να κι η αρχή του σχίσματος σε μια γλώσσα που όσο την σκεφτόμασταν
κρυβόμασταν μην τυχόν και φανεί πως δεν την κατέχουμε

Ποιητές Απριλίου, σκληροί κι αθέατοι σε άλλες παραδόσεις.

Χρέη Πνευματικού τελείς – πότε νήστεψα, πότε πίστεψα
Μόνο χώνευα· και άλλοι σαν εμένα. 

Ποιοι; Eμείς. Παιδιά θεοσεβούμενων
γονείς εικονικών παιδιών, ανάδοχοι κειμένων πλέον.

Ποια Θαύματα, ποιος Λάζαρος, ποιο Πέρασμα εννοείς;

Ο Παύλος ίσως. Η πίστις, η ελπίς, η αγάπη
γλώσσες κι αυτές δίχως ανάσταση νεκρών

Κοινωνικοποιούμαι, δεν ελπίζω, φοιτώ στην τρίτη εξ αυτών

 

Αδημοσίευτο ποίημα που διαβάστηκε από τον ποιητή Γιώργο Χαντζή  
στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (11.4.2017) στο πλαίσιο της εκδήλωσης:
«Το δικό μου Πάσχα» – Οι νέοι ποιητές.
Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιάννης Τζανετάκης   

 

Ο Γιώργος Χαντζής γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία και μετάφραση λογοτεχνίας. Kυκλοφορούν τα ποιητικά βιβλία του Mπέλλα Μπουμ (εκδόσεις Λευκή Σελίδα, 2013) και Έρωτας Μικρού Μήκους (εκδόσεις Concept Books, 2016). 

 

«Κατά τας γραφάς» της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη

«Κατά τας γραφάς» της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη

Κατά τας γραφάς 

Δε σήκωνε πολλά-πολλά.Το κάθε τι
πασχαλινό ήταν ιερό για κείνον.

Το κάθε λουλουδάκι που άνθιζε και
δήλωνε ανάσταση Χριστού και γης·

η κάθε μέρα που περνούσε σε νηστεία και
δήλωνε εγκράτεια κι υποταγή

στα θεία. Από παιδί είχε αποδεχθεί με
ταπεινότητα πως κάποιος άλλος όριζε

την ύπαρξή του κι επουδενί δε σήκωνε
καν μύγα στο σπαθί του για κάτι τέτοια.

Μόνο ό,τι λέγαν οι γραφές.

 

Ταράχτηκε λοιπόν σαν έμαθε πως τούτες,
καθώς κι ο εορτασμός της άσπιλης

Λαμπρής, ήταν προϊόντα απόφασης
πολιτικής στη Βιθυνία του 325.

Κι ότι το άγιο αυτό μυστήριο της
Εκκλησίας γιορτάζεται την πρώτη
Κυριακή απ’ την

πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Εκτός,
βεβαίως, κι αν συμπέσει με το Πέσαχ,

οπότε πάει για την επόμενη.

 

Αν άλλαζαν, λοιπόν, τα καλαντάρια, εάν
αρχίζαν νε μετρούν μ’ άλλη αρχή,

ο μόνος τρόπος να υπολογίσουν τη
Λαμπρή θα ήταν με φεγγάρια κι
ισημερίες

και άλλα παγανιστικά. Χώρια οι εβραϊκές
γιορτές, η έξοδος, η Αίγυπτος

και τα λοιπά.

Την Κυριακή, λοιπόν, εκείνη των Βαΐων,
σαν ένα αγρίμι στριφογύριζε μέσα στην

εκκλησία. Και όταν ακούστηκε ο παπάς να
απαγγέλει από το Ζαχαρία

εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα
των Ελλήνων, κάτι συνέβη μέσα του,

κάτι έσπασε για πάντα. Ταύρος μαινόμενος,
βγήκε στη συνοικία βράζοντας σαν του

Ακράγαντα το μπακιρένιο τέρας· η κάμινος,
που γύρευε να καταπιεί τους παίδας.

Γύρω του η πλάση οργίαζε.

 

Το κόκκινο αυτοκίνητο έφερνε γέλια και
τυφλό εορτασμό. Ο γδούπος εκκωφαντικός·  

τσούγκρισαν πριν της ώρας τους. Μέσα στο
βουητό του πράσινου, στις ανθισμένες

νεραντζιές, τα βλέφαρά του ανοιγόκλεισαν λίγες
φορές, να πιούνε το συμπόσιο της φύσης.

Έπαψε ο νους του να σκαλίζει τις γραφές.
Τα μάτια σφάλισαν στερνή φορά, γελώντας,

δακρύζοντας γλυκόπικρα
κι ανάσταση νεκρών
μην προσδοκώντας   

 

Αδημοσίευτο ποίημα που διαβάστηκε από την ποιήτρια Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη 
στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (11.4.2017) στο πλαίσιο της εκδήλωσης:
«Το δικό μου Πάσχα» – Οι νέοι ποιητές.
Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιάννης Τζανετάκης  

 

Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λονδίνο-Ιστανμπούλ (εκδόσεις Πόλις, 2009) και Αστικά ερείπια (εκδ. Πόλις, 2013). Σύντομα θα κυκλοφορήσει η τρίτη της ποιητική συλλογή: Η Επιστροφή των Νεκρών. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα αγγλικά, τα τούρκικα και τα σλοβένικα.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER