«Το Φως στην Ιστορία» του Λεωνίδα Κακάρογλου

 «Το Φως στην Ιστορία»  του Λεωνίδα Κακάρογλου


Φωτεινή Γραμμή

Τα πράγματά σου όλα τα ’βαλα
Στο δωμάτιο που είχες τα βιβλία
Τα παράθυρα είναι κλειστά
Κι η πόρτα κλειδωμένη
Όταν κάηκε το φως του δωματίου
Δεν έβαλα καινούργιο
Καμιά φορά
Ξυπνώ πολύ αργά το βράδυ
Και σέρνομαι απ’ έξω απ’ το δωμάτιο
Μια φωτεινή γραμμή κάτω απ’ την πόρτα
Ξεσκίζει το σκοτάδι
Κι ένας ψίθυρος σαν μιλιά
Τη μοναξιά
Ημερεύει

 

Ακόμη θα ονειρεύομαι

Στο σπίτι τα πάντα τρίζουν
Όπως και στη ζωή μου
Φοβάμαι να κλείσω το φως
Γιατί όλα τα περασμένα όνειρα
Θα ’ρθουν να μ’ αγκαλιάσουν
Τόσο που και να ξυπνήσω
Ακόμη θα ονειρεύομαι

 

Ανοιξιάτικη Βροχή

Αλήθεια από τι γράφεται η Ιστορία

Από τις λεκιασμένες φωτογραφίες
Από τις μαρτυρίες απόντων
Από το αίμα που ποτάμι κύλησε
Ή από τα φιλιά σου που μύριζαν κανέλα
Εκείνο τον Μάιο που έβρεχε
Είκοσι μέρες συνέχεια
Και το ραδιόφωνο μετέδιδε
Την άλωση της Σορβόνης
Από αναρχικά στοιχεία

 

Ο Λεωνίδας Κακάρογλου γεννήθηκε στα Χανιά το 1952, σπούδασε στο ΕΜΠ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα (Η ζωή και τίποτ’ άλλο, εκδόσεις της Εστίας, 2011). Η πρόσφατη συλλογή του: Μνήμη σχεδόν πλήρης (εκδόσεις της Εστίας, 2014) προτάθηκε για Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Ζει στα Χανιά.

 

Εμφανίσεις: 1840

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ


1.
Δώσε μου χρόνο

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο,
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα,
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα,
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.

 

 

2.
Σαρδανάπαλος

Εγώ που τρόμαζα την πάσα γη
και που διαφέντευα μυριάδες τόπους,
ο κοσμοξάκουστος μες στους ανθρώπους,
που κάθε λέξη μου ήταν διαταγή,

πώς με κυκλώνει τώρα η σιγή,
το ξίφος μου πώς πέφτει από το χέρι
και στον αυχένα νιώθω το μαχαίρι
που το μηδέν τροχίζει και με σβει…

Με τους στερνούς, αδύναμούς της χτύπους
όλα η καρδιά μου τ’ αποχαιρετά,
τις οδαλίσκες μου, τους άγριους ίππους,

που δίχως μου δεν θα ’ναι άλλο πια…
Και τούτο ακόμη το καλό μου ασλάνι…
Ό,τι αγάπησα μαζί μου θα πεθάνει.

 

 

3.
Μicrotractatus

O Λόγος που απ’ τη Σάρκα σου δονείται
την Ομορφιά να εξεικονίσει αποτυγχάνει.
Απόψε κάτι άστραψε κι εφάνη

εκείνο που ποτέ δεν εξηγείται
μα ερμητικό τον εαυτό του αρνείται
βορά της όποιας γνώσης μας να κάνει.

Ο Λόγος που τη Σάρκα σου αφηγείται
κι ενίοτε το Σώμα παριστάνει
γνωρίζει πως στο ελάχιστο αρκείται

αφού ως Σώμα πρέπει πρώτα να πεθάνει.

***

Όσοι εξ υμών τον Λόγο διακονείτε
στου δόλου του πιασμένοι το δοκάνι
και για να παραστήσετε σχεδόν δεν ζείτε

πλεγμένοι στης εκφράσεως την πλεκτάνη
ενώπιον των σωμάτων διαπορείτε.
Κι αν διά του Λόγου εσείς φιλοδοξείτε

να λυτρωθείτε απ’ των σωμάτων το χαρμάνι
και ως Λόγοι κραταιοί ν’ αναστηθείτε
τους Λόγους των νεκρών ας θυμηθείτε.

Εδώ – κι ο νικητής τα πάντα χάνει.
Ό,τι προσθέτει ως Λόγο τού αφαιρείται.
Το νήμα απ’ την αρχή ο καθένας πιάνει.

Η Ομορφιά ποτέ δεν εξαντλείται
κι ό,τι εγράφη ή θα γραφτεί – δεν φτάνει.
Με κάθε ποίημα ήττα ομολογείται

μέχρι ο Κόσμος ή ο Λόγος να πεθάνει.

 

 

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Βιβλία του: Σονέτα (Γαβριηλίδης, 2016), Sexus (Γαβριηλίδης, 2015), Ο Pietro Aretino εν έτει 2013 (Παρισιάνου, 2013), Μissa Brevis (Παρισιάνου, 2012), Γιουβενάλης (Παρισιάνου, 2012), Τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης (Γαβριηλίδης, 2004).  

 

Εμφανίσεις: 1828

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Στην Ασίζη

Κλαίω σαν μωρό
σαν συλλογίζομαι τα γόνατά σου
πληγωμένα απ’ τις
πέτρες
Το σώμα σου
τσακισμένο
– με τα σημάδια των καρφιών
και της λόγχης
να ζωντανεύουν –
Κι εσύ
να μην σηκώνεις κεφάλι
απ’ την αγωνία.

 

Μήνυμα

Απ’ όταν αρπάχθηκες
Αιφνίδια
Μέσα από τα χέρια μου
Άνοιξα λογαριασμούς
Με τον θάνατο
Ή δεν ήταν τότε;
Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω
Είναι
Πως
Ενώ γνωρίζω ότι
Είσαι νεκρός
Με κάποιον τρόπο
–μυστικό–
Ακόμη περιμένω
Να γυρίσεις.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Η αναιδής σκιά, η οποία θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μελάνι μέσα στο 2017.

 

Εμφανίσεις: 2662

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη


Η εν τοις ουρανοίς

Απομακρύνθηκε, τις στέγες άφησε, το τζάκι. Κι η προγιαγιά που τρόμο έσπερνε
στον τοίχο σε μια κορνίζα κλείστηκε να κλαίει. Μήτηρ ημών η εν τοις ουρανοίς,
η ούτε που ξέρω πόσο καιρό στο θάνατο χαμένη και στις κουρελούδες.
Σταμάτα πια με δάκρυα λιμνούλες να κεντάς. Στο λέω εγώ αφού κι η ιστορία
έτσι μιλά. Τα χρόνια οι αιώνες. Καθώς κρεμιούνται αγιάζουν οι Σοφούλες.
Με το τσιγκέλι και τον αργαλειό.

 

Εμφανίσεις: 3017

Περισσότερα...

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα


τα παιδιά γίναν κύματα

ναυάγια οι γλώσσες τους
μας βουλιάζουν

 

Μπορείς;

Μπορείς να πιάσεις
το πιάτο
χωρίς να το σπάσεις;
Μπορείς να γράψεις
το άλφα καλύτερα;
Μπορείς να μαζέψεις
τα παιχνίδια σου
χωρίς φασαρία;

Δε θέλω πιάτο
μπορώ να φάω
στον ουρανό.
Ούτε το άλφα μ’ αρέσει
έτσι και αλλιώς
γράφω αόρατα
με την προβοσκίδα μου.
Ησυχία μπορώ να κάνω
μονάχα
αν κοιμάται ο θεός.
Κοιμάται ο θεός;

Ο θεός πάντα κοιμάται
κι εμείς υπάρχουμε
στα ωραία του όνειρα.

 

Στο μυρμήγκι

Έλα μικρό μου
να σου κλείσω τον δρόμο
μ’ ένα κλαδάκι
απ’ τα στάχυα του κήπου.

Έλα μικρό μου
μην τρέχεις ανάποδα
δεν μου ξεφεύγεις
θα σε βάλω στο χέρι μου.

Έλα μικρό μου
μη με φοβάσαι
δεν χωρώ στη φωλιά σου
μεγάλωσα πια
δεν είμαι σποράκι

μου είπαν παλιά
ήμουν σπόρος μικρούλης
μα εγώ δεν τους πίστεψα
θα είχα γίνει λουλούδι
όχι αυτό το περίεργο
με χέρια και πόδια.

 

Στον καθρέφτη

Τα άλλα παιδιά πιάνουν το βλέφαρο
και το γυρνάνε έξω
και γίνεται το μάτι τους
σαν δράκουλας.
Προσπαθώ τόσες ώρες
το άσπρο κοκκίνισε
το μαύρο τυφλώθηκε
και ο κόσμος θολός
απ’ την άχνα μου.

Με βλέπει ο παππούς
και φωνάζει αγριάδες
πως τα μάτια μας είναι
το καπάκι του ύπνου
και όταν χαλάσει
θα περνάω τα βράδια
σαν σβούρα στο σπίτι

καλύτερα να φύγω
μακριά απ’ τον καθρέφτη
κι ας μην μάθω ποτέ
πώς να γίνομαι απαίσια.

 

Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Εμφανίσεις: 2121

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr