Δύο ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου

Δύο ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου

Το ύψος των περιστάσεων

Σφαγμένη λέξη,
με μια ρωγμή καλά κρυμμένη.
Όπως γέρνεις πάνω της και ψάχνεις
ίσα που διακρίνεται το σκίσιμο.
Το κοφτερό μαχαίρι δεν βρήκε εμπόδιο,
έτσι εισχώρησε βαθιά
και υποχώρησε η σάρκα υπάκουα.

Το ποίημα τώρα πρέπει
να σταθεί στο ύψος του.
Χώρο κατάλληλο να βρει
και άλλες λέξεις συναφείς
να δέσουνε το νόημα.

 Αλλιώς ούτε μια κηδεία της προκοπής
δεν θα γραφεί.

 

συντροφιά

το ποίημα δεν συντροφεύει
είναι κακή παρέα
σε οδηγεί σ’ ένα καθρέφτη
καθόλου παραμορφωτικό
ειλικρινή τελείως

το ποίημα μόνο συντροφεύεται
διαρκώς αναζητά μια αθώα ερμηνεία
γιατί η μοναξιά του είναι αφόρητη

όταν ακούς ψιθύρισμα του στίχου
είναι γιατί η λάμα βρήκε στόχο

προσοχή μονάχα
γιατί σε μαγγανεύει με γητειές
να είσαι εσύ
που θα τραβήξεις το μαχαίρι
απ’ τη βαθιά πληγή

 

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει ποιήματα και πεζά, γράφει κριτικά δοκίμια λογοτεχνίας και δημοσιεύει κριτικές βιβλίου σε λογοτεχνικά περιοδικά (διαδικτυακά και έντυπα). Διατηρεί στο διαδίκτυο το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία».

 

Τρία ποιήματα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Τρία ποιήματα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Amour

Μου γύρισες την πλάτη και γδύθηκες
έτσι όπως γδύνονται 
όσοι γνωρίζουν την αφή του ροδοπέταλου
και πώς τρεμίζουν τα νερά του Αμούρ όταν φυσάει ο αέρας.

Κοίταξέ με, μου είπες,
καθώς κατευθυνόσουν με αργά βήματα προς το μπάνιο,
δεν σε ντρέπομαι!
μα εγώ σε κοιτούσα ήδη.

Το λευκό φουστάνι και το βρακάκι σου
που τ’ άφησες στο ξέστρωτο κρεβάτι
μού θύμισαν πως όσο κάναμε έρωτα
ακόμα τα φορούσες. 


NY

Μου αρέσουν οι νεοϋορκέζοι ποιητές
γιατί στα ποιήματά τους
βγαίνουν έξω από τα μπαρ για να καπνίσουν
και τρώνε νουντλς και σασίμι
και νιώθουν τύψεις που δεν πηγαίνουν
όσο θα έπρεπε στο γυμναστήριο
και έχουν γάτες
και το φθινόπωρο που ερωτεύονται
διαβάζουνε τους Ρώσους κλασικούς
και πηγαινοέρχονται στην πόλη με το μετρό
και φοράνε πάντα τα ωραιότερα κασκόλ,  

πράγματα συμπαθητικά· δικά μας.

 

Καταραμένοι ποιητές

Θυμάμαι την εποχή που ήμουν ακόμα
καταραμένος ποιητής,

πώς κατεβαίναμε με τους φίλους
στα Εξάρχεια
και πίναμε ως τα ξημερώματα
(το φουκαριάρικο συκώτι μου ας μαρτυρήσει)
και ταράζαμε τον ύπνο των αστών,

ξερνούσα ύστερα στον δρόμο για το σπίτι
κι έπεφτα με τα ρούχα στο κρεβάτι.

Το πρωί έβαζα τη μάνα μου
κι έπαιρνε τηλέφωνο στη δουλειά
να πει ότι είμαι άρρωστος
και θα αργήσω.

Τι ωραία κοτόσουπα που έφτιαχνε όμως.

 

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Γράφει, διαβάζει, μεταφράζει. Πρόσφατο βιβλίο του η ποιητική συλλογή Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής (εκδόσεις Πόλις, 2016). 

 

«Τρία ποιήματα» της Ελένης Γαλάνη

Τρία ποιήματα της Ελένης Γαλάνη

Κραυγή*

Έσταζε αίμα στο λόφο του Έκεμπεργκ
γλώσσες φωτιάς στον προσωρινό ουρανό σου ο ήλιος
το Οσλοφγιόρντ, ο όρμος Σκάγκερακ στο φόντο
δυο ανέμελοι περαστικοί
είναι μακριά η Ζανζιβάρη πολύ μακριά
τα άδεια κορμιά του πνιγμού δε φαίνεται
το παλιρροϊκό κύμα που έρχεται είναι μακριά
το Κρατακόα, οι κοραλλιογενείς βράχοι, η έκρηξη, αιώνες
μακριά δε φαίνεται «η σφαγή
φτιάχνει τα ωραιότερα τοπία», είπες
και ακούμπησες μισό χαμόγελο στη γέφυρα
πονάει η ομορφιά πώς χώρεσαν τόσα χρώματα
χαράς στο μαύρο κάδρο του θανάτου τόσες σβησμένες σιωπές
στο τελευταίο ουρλιαχτό σου

*Αναφορά στον ομότιτλο πίνακα του Έντβαρτ Μουνκ

 

«Τρία ποιήματα» της Ελένης Γαλάνη

 

Η Ζηνοβία ατενίζει για τελευταία φορά την Παλμύρα*

μνήμη του Χαλέντ Αλ Σαάντ

Φτάνει προσεχώς και στην πόλη σας
το τρένο του τρόμου στο εποχικό λούνα παρκ
αλέθει μασάει φωνές μες στη νύχτα
μες στα άγια Χριστούγεννα
ο Θεός είναι μεγάλος
οι νεκροί πολλοί
– μη φοβηθείς

δεν έχουν Θεό
κι αν πεις για τα αγάλματα, δεν έχουν το Θεό τους
κοιτάζουν τη φρίκη κατάματα με μάτια βγαλμένα
επιμένουν φρουρούν ερείπια σε κυνηγούν ρημαγμένα, τρέχουν όλο τρέχουν
στη λεωφόρο των κιόνων, στο ανάκτορο
στο πεδίο του Διοκλητιανού, στην κοιλάδα των τάφων, σπαράγματα λευκά ασβεστόλιθου
βανδαλισμένες προτομές, παμπάλαιες επιγραφές θρυμματισμένες,
στο ναό του Βαάλ

η βασίλισσα Ζηνοβία ατενίζει για τελευταία φορά την Ταδμόρ
ντύνεται αργά τα ακριβά της κοσμήματα
διαδήματα με πολύτιμους λίθους
από τα καραβάνια της ερήμου, τις οάσεις της Ανατολής
σε λίγο σε θριαμβευτική πομπή
θα συρθεί στον θάνατο αμίλητη
περήφανη, ζωντανή
δεμένη στην άμαξα του Αυρηλιανού
με χρυσές αλυσίδες

*Τίτλος ζωγραφικού έργου του Χέρμπερτ Σμαλτς

 

«Τρία ποιήματα» της Ελένης Γαλάνη

 

Η Περσεφόνη εγώ αιώνες

έζησα ανάμεσα

στο χωριό του άντρα μου και στο πατρικό σπίτι
στη μεγάλη πόλη από μητέρα σε σύζυγο δεν πόθησα εγώ
κανένα γάμο αιώνες

έζησα ανάμεσα

στο υπόγειο της Βικτώριας στη Μιχαήλ Βόδα
και την μεγάλη έπαυλη στο βουνό
στη γη, στις γλάστρες μου, στα θερισμένα χωράφια
με ακριβά κοσμήματα στολισμένη μετά
μετακόμιση με τάξη –απ’ την αρχή– ξανά αιώνες

έζησα ανάμεσα

σε θνητούς, αθάνατους
δεν πίστεψα σε θεό δεν πίστεψα
στον εαυτό μου
– σε ποιον προσεύχονται οι θεοί;
τι όνειρα κάνουν τις ανύπτωτες νύχτες στον Όλυμπο
την προοπτική της αιωνιότητας πώς την αντέχουν
τα βράδια της κοσμικής μοναξιάς – αιώνες

έζησα ανάμεσα

σε δυο κόσμους ίδια αδιάφορους σε δύο
ίδια αδιέξοδους προορισμούς
πολλά απέκτησα όχι όμως εκείνο το ένα το μοναδικό
που πόθησα:

ένα σπίτι στο νησί  

η Περσεφόνη εγώ
περισσότερο κι από το αίμα μου ακόμα
αγαπούσα

τη θάλασσα

 

Η Ελένη Γαλάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία τέχνης στο ΕΚΠΑ, στη Σορβόννη/Paris I και μουσειολογία στην Ecole du Louvre και στο Universidad Autonoma de Barcelona. Ατομικές ποιητικές συλλογές της: Παρκούρ (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012) και Terrarium, το πείραμα του Ward (εκδόσεις Μελάνι, 2014). Από το 2013 ζει στη Φρανκφούρτη όπου εργάζεται ως freelance editor.

 

 «Το Φως στην Ιστορία»  του Λεωνίδα Κακάρογλου

«Το Φως στην Ιστορία» του Λεωνίδα Κακάρογλου

Φωτεινή Γραμμή

Τα πράγματά σου όλα τα ’βαλα
Στο δωμάτιο που είχες τα βιβλία
Τα παράθυρα είναι κλειστά
Κι η πόρτα κλειδωμένη
Όταν κάηκε το φως του δωματίου
Δεν έβαλα καινούργιο
Καμιά φορά
Ξυπνώ πολύ αργά το βράδυ
Και σέρνομαι απ’ έξω απ’ το δωμάτιο
Μια φωτεινή γραμμή κάτω απ’ την πόρτα
Ξεσκίζει το σκοτάδι
Κι ένας ψίθυρος σαν μιλιά
Τη μοναξιά
Ημερεύει

 

Ακόμη θα ονειρεύομαι

Στο σπίτι τα πάντα τρίζουν
Όπως και στη ζωή μου
Φοβάμαι να κλείσω το φως
Γιατί όλα τα περασμένα όνειρα
Θα ’ρθουν να μ’ αγκαλιάσουν
Τόσο που και να ξυπνήσω
Ακόμη θα ονειρεύομαι

 

Ανοιξιάτικη Βροχή

Αλήθεια από τι γράφεται η Ιστορία

Από τις λεκιασμένες φωτογραφίες
Από τις μαρτυρίες απόντων
Από το αίμα που ποτάμι κύλησε
Ή από τα φιλιά σου που μύριζαν κανέλα
Εκείνο τον Μάιο που έβρεχε
Είκοσι μέρες συνέχεια
Και το ραδιόφωνο μετέδιδε
Την άλωση της Σορβόνης
Από αναρχικά στοιχεία

 

Ο Λεωνίδας Κακάρογλου γεννήθηκε στα Χανιά το 1952, σπούδασε στο ΕΜΠ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα (Η ζωή και τίποτ’ άλλο, εκδόσεις της Εστίας, 2011). Η πρόσφατη συλλογή του: Μνήμη σχεδόν πλήρης (εκδόσεις της Εστίας, 2014) προτάθηκε για Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Ζει στα Χανιά.

 

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Δώσε μου χρόνο

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο,
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα,
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα,
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.

 

 

Σαρδανάπαλος

Εγώ που τρόμαζα την πάσα γη
και που διαφέντευα μυριάδες τόπους,
ο κοσμοξάκουστος μες στους ανθρώπους,
που κάθε λέξη μου ήταν διαταγή,

πώς με κυκλώνει τώρα η σιγή,
το ξίφος μου πώς πέφτει από το χέρι
και στον αυχένα νιώθω το μαχαίρι
που το μηδέν τροχίζει και με σβει…

Με τους στερνούς, αδύναμούς της χτύπους
όλα η καρδιά μου τ’ αποχαιρετά,
τις οδαλίσκες μου, τους άγριους ίππους,

που δίχως μου δεν θα ’ναι άλλο πια…
Και τούτο ακόμη το καλό μου ασλάνι…
Ό,τι αγάπησα μαζί μου θα πεθάνει.

 

  

Μicrotractatus

O Λόγος που απ’ τη Σάρκα σου δονείται
την Ομορφιά να εξεικονίσει αποτυγχάνει.
Απόψε κάτι άστραψε κι εφάνη

εκείνο που ποτέ δεν εξηγείται
μα ερμητικό τον εαυτό του αρνείται
βορά της όποιας γνώσης μας να κάνει.

Ο Λόγος που τη Σάρκα σου αφηγείται
κι ενίοτε το Σώμα παριστάνει
γνωρίζει πως στο ελάχιστο αρκείται

αφού ως Σώμα πρέπει πρώτα να πεθάνει.

***

Όσοι εξ υμών τον Λόγο διακονείτε
στου δόλου του πιασμένοι το δοκάνι
και για να παραστήσετε σχεδόν δεν ζείτε

πλεγμένοι στης εκφράσεως την πλεκτάνη
ενώπιον των σωμάτων διαπορείτε.
Κι αν διά του Λόγου εσείς φιλοδοξείτε

να λυτρωθείτε απ’ των σωμάτων το χαρμάνι
και ως Λόγοι κραταιοί ν’ αναστηθείτε
τους Λόγους των νεκρών ας θυμηθείτε.

Εδώ – κι ο νικητής τα πάντα χάνει.
Ό,τι προσθέτει ως Λόγο τού αφαιρείται.
Το νήμα απ’ την αρχή ο καθένας πιάνει.

Η Ομορφιά ποτέ δεν εξαντλείται
κι ό,τι εγράφη ή θα γραφτεί – δεν φτάνει.
Με κάθε ποίημα ήττα ομολογείται

μέχρι ο Κόσμος ή ο Λόγος να πεθάνει.

 

 

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Βιβλία του: Σονέτα (Γαβριηλίδης, 2016), Sexus (Γαβριηλίδης, 2015), Ο Pietro Aretino εν έτει 2013 (Παρισιάνου, 2013), Μissa Brevis (Παρισιάνου, 2012), Γιουβενάλης (Παρισιάνου, 2012), Τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης (Γαβριηλίδης, 2004).  

 

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Στην Ασίζη

Κλαίω σαν μωρό
σαν συλλογίζομαι τα γόνατά σου
πληγωμένα απ’ τις
πέτρες
Το σώμα σου
τσακισμένο
– με τα σημάδια των καρφιών
και της λόγχης
να ζωντανεύουν –
Κι εσύ
να μην σηκώνεις κεφάλι
απ’ την αγωνία.

 

Μήνυμα

Απ’ όταν αρπάχθηκες
Αιφνίδια
Μέσα από τα χέρια μου
Άνοιξα λογαριασμούς
Με τον θάνατο
Ή δεν ήταν τότε;
Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω
Είναι
Πως
Ενώ γνωρίζω ότι
Είσαι νεκρός
Με κάποιον τρόπο
–μυστικό–
Ακόμη περιμένω
Να γυρίσεις.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Η αναιδής σκιά, η οποία θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2017.

 

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

Η εν τοις ουρανοίς

Απομακρύνθηκε, τις στέγες άφησε, το τζάκι. Κι η προγιαγιά που τρόμο έσπερνε
στον τοίχο σε μια κορνίζα κλείστηκε να κλαίει. Μήτηρ ημών η εν τοις ουρανοίς,
η ούτε που ξέρω πόσο καιρό στο θάνατο χαμένη και στις κουρελούδες.
Σταμάτα πια με δάκρυα λιμνούλες να κεντάς. Στο λέω εγώ αφού κι η ιστορία
έτσι μιλά. Τα χρόνια οι αιώνες. Καθώς κρεμιούνται αγιάζουν οι Σοφούλες.
Με το τσιγκέλι και τον αργαλειό.

 

(για αγάπη)

Η πόρτα ήτανε κλειστή. Καμιά φωνή από μέσα. Και τα κεριά περίμεναν τους
ζωντανούς. Μες στα πλευρά μου χτυπάει μια καρδιά δική σου. Εκεί πιο δίπλα
που θυμάται. Τα πρόσωπα, τις ιστορίες. Πως ήταν οπωσδήποτε σημαντικά. Και στα
παιχνίδια κόσμος άλλος δεν υπήρχε. Μόνο μια θάλασσα μικρή μας σκέπαζε όλους.
Για αγάπη ακούμε τις φωνές όταν ξυπνάμε. Την πόρτα όταν ανοίγει

 

Το θαύμα

Γεννήθηκε τα χρόνια να θυμάσαι εκτελέσεις. Παιδιά φωνάζουν. Εφτά, οχτώ,
δεκατριών στο δρόμο του νεκρά. Πόλεμος λέει. Παράθυρα κλειστά. Τις κατσαρόλες
κυνηγούσαν τότε. Λίγο ψωμί. Το λάδι. Κι όταν τους πήραν τα κουτάλια τους, μήτε
ασημένια ήταν μήτε τίποτα. Στη μέση εκεί, στο σπίτι το παλιό, είδε το θαύμα.
Πως πήγε λέει δρόμο μακρύ, σε μια σπηλιά. Και σώθηκε αυτός. Και σώθηκε. Παιδί
φωνάζει. Όλος

 

Η Ειρήνη Μαργαρίτη γεννήθηκε το 1979. Σπούδασε θέατρο κι εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το 2014 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή: Φλαμίνγκο (εκδόσεις Μελάνι), για την οποία απέσπασε το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Ζει στην Αθήνα. Προσεχώς θα εκδοθεί το βιβλίο της Επιλεγμένα είδη (εκδόσεις Μελάνι).

 

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

τα παιδιά γίναν κύματα
ναυάγια οι γλώσσες τους
μας βουλιάζουν

 

Μπορείς;

Μπορείς να πιάσεις
το πιάτο
χωρίς να το σπάσεις;
Μπορείς να γράψεις
το άλφα καλύτερα;
Μπορείς να μαζέψεις
τα παιχνίδια σου
χωρίς φασαρία;

Δε θέλω πιάτο
μπορώ να φάω
στον ουρανό.
Ούτε το άλφα μ’ αρέσει
έτσι και αλλιώς
γράφω αόρατα
με την προβοσκίδα μου.
Ησυχία μπορώ να κάνω
μονάχα
αν κοιμάται ο θεός.
Κοιμάται ο θεός;

Ο θεός πάντα κοιμάται
κι εμείς υπάρχουμε
στα ωραία του όνειρα.

 

Στο μυρμήγκι

Έλα μικρό μου
να σου κλείσω τον δρόμο
μ’ ένα κλαδάκι
απ’ τα στάχυα του κήπου.

Έλα μικρό μου
μην τρέχεις ανάποδα
δεν μου ξεφεύγεις
θα σε βάλω στο χέρι μου.

Έλα μικρό μου
μη με φοβάσαι
δεν χωρώ στη φωλιά σου
μεγάλωσα πια
δεν είμαι σποράκι

μου είπαν παλιά
ήμουν σπόρος μικρούλης
μα εγώ δεν τους πίστεψα
θα είχα γίνει λουλούδι
όχι αυτό το περίεργο
με χέρια και πόδια.

 

Στον καθρέφτη

Τα άλλα παιδιά πιάνουν το βλέφαρο
και το γυρνάνε έξω
και γίνεται το μάτι τους
σαν δράκουλας.
Προσπαθώ τόσες ώρες
το άσπρο κοκκίνισε
το μαύρο τυφλώθηκε
και ο κόσμος θολός
απ’ την άχνα μου.

Με βλέπει ο παππούς
και φωνάζει αγριάδες
πως τα μάτια μας είναι
το καπάκι του ύπνου
και όταν χαλάσει
θα περνάω τα βράδια
σαν σβούρα στο σπίτι

καλύτερα να φύγω
μακριά απ’ τον καθρέφτη
κι ας μην μάθω ποτέ
πώς να γίνομαι απαίσια.

 

Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER