«Τραγούδια παρατεταμένης ακινησίας» της Έλενας Πολυγένη

 «Τραγούδια παρατεταμένης ακινησίας» της Έλενας Πολυγένη


Κυνηγοί

Η γη
σε θολωτά τοιχώματα
κρύβει το φεγγάρι·

τα χέρια τους χλωμά
παραμερίζουν άηχα
φύλλα του δάσους·

ησυχία· τα κλαδιά
με κοιτάζουν
χωρίς ανάσα.

 

Εμφανίσεις: 2252

Περισσότερα...

Δύο ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου

Δύο ποιήματα της Διώνης Δημητριάδου


Το ύψος των περιστάσεων

Σφαγμένη λέξη,
με μια ρωγμή καλά κρυμμένη.
Όπως γέρνεις πάνω της και ψάχνεις
ίσα που διακρίνεται το σκίσιμο.
Το κοφτερό μαχαίρι δεν βρήκε εμπόδιο,
έτσι εισχώρησε βαθιά
και υποχώρησε η σάρκα υπάκουα.

Το ποίημα τώρα πρέπει
να σταθεί στο ύψος του.
Χώρο κατάλληλο να βρει
και άλλες λέξεις συναφείς
να δέσουνε το νόημα.

 Αλλιώς ούτε μια κηδεία της προκοπής
δεν θα γραφεί.

 

συντροφιά

το ποίημα δεν συντροφεύει
είναι κακή παρέα
σε οδηγεί σ’ ένα καθρέφτη
καθόλου παραμορφωτικό
ειλικρινή τελείως

το ποίημα μόνο συντροφεύεται
διαρκώς αναζητά μια αθώα ερμηνεία
γιατί η μοναξιά του είναι αφόρητη

όταν ακούς ψιθύρισμα του στίχου
είναι γιατί η λάμα βρήκε στόχο

προσοχή μονάχα
γιατί σε μαγγανεύει με γητειές
να είσαι εσύ
που θα τραβήξεις το μαχαίρι
απ’ τη βαθιά πληγή

 

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει ποιήματα και πεζά, γράφει κριτικά δοκίμια λογοτεχνίας και δημοσιεύει κριτικές βιβλίου σε λογοτεχνικά περιοδικά (διαδικτυακά και έντυπα). Διατηρεί στο διαδίκτυο το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία».

 

Εμφανίσεις: 1963

Τρία ποιήματα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Τρία ποιήματα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Amour

Μου γύρισες την πλάτη και γδύθηκες
έτσι όπως γδύνονται 
όσοι γνωρίζουν την αφή του ροδοπέταλου
και πώς τρεμίζουν τα νερά του Αμούρ όταν φυσάει ο αέρας.

Κοίταξέ με, μου είπες,
καθώς κατευθυνόσουν με αργά βήματα προς το μπάνιο,
δεν σε ντρέπομαι!
μα εγώ σε κοιτούσα ήδη.

Το λευκό φουστάνι και το βρακάκι σου
που τ’ άφησες στο ξέστρωτο κρεβάτι
μού θύμισαν πως όσο κάναμε έρωτα
ακόμα τα φορούσες. 

 

Εμφανίσεις: 2081

Περισσότερα...

«Τρία ποιήματα» της Ελένης Γαλάνη

«Τρία ποιήματα» της Ελένης Γαλάνη


Κραυγ
ή*

Έσταζε αίμα στο λόφο του Έκεμπεργκ
γλώσσες φωτιάς στον προσωρινό ουρανό σου ο ήλιος
το Οσλοφγιόρντ, ο όρμος Σκάγκερακ στο φόντο
δυο ανέμελοι περαστικοί
είναι μακριά η Ζανζιβάρη πολύ μακριά
τα άδεια κορμιά του πνιγμού δε φαίνεται
το παλιρροϊκό κύμα που έρχεται είναι μακριά
το Κρατακόα, οι κοραλλιογενείς βράχοι, η έκρηξη, αιώνες
μακριά δε φαίνεται «η σφαγή
φτιάχνει τα ωραιότερα τοπία», είπες
και ακούμπησες μισό χαμόγελο στη γέφυρα
πονάει η ομορφιά πώς χώρεσαν τόσα χρώματα
χαράς στο μαύρο κάδρο του θανάτου τόσες σβησμένες σιωπές
στο τελευταίο ουρλιαχτό σου

*Αναφορά στον ομότιτλο πίνακα του Έντβαρτ Μουνκ

 

 

Εμφανίσεις: 3123

Περισσότερα...

«Το Φως στην Ιστορία» του Λεωνίδα Κακάρογλου

 «Το Φως στην Ιστορία»  του Λεωνίδα Κακάρογλου


Φωτεινή Γραμμή

Τα πράγματά σου όλα τα ’βαλα
Στο δωμάτιο που είχες τα βιβλία
Τα παράθυρα είναι κλειστά
Κι η πόρτα κλειδωμένη
Όταν κάηκε το φως του δωματίου
Δεν έβαλα καινούργιο
Καμιά φορά
Ξυπνώ πολύ αργά το βράδυ
Και σέρνομαι απ’ έξω απ’ το δωμάτιο
Μια φωτεινή γραμμή κάτω απ’ την πόρτα
Ξεσκίζει το σκοτάδι
Κι ένας ψίθυρος σαν μιλιά
Τη μοναξιά
Ημερεύει

 

Ακόμη θα ονειρεύομαι

Στο σπίτι τα πάντα τρίζουν
Όπως και στη ζωή μου
Φοβάμαι να κλείσω το φως
Γιατί όλα τα περασμένα όνειρα
Θα ’ρθουν να μ’ αγκαλιάσουν
Τόσο που και να ξυπνήσω
Ακόμη θα ονειρεύομαι

 

Ανοιξιάτικη Βροχή

Αλήθεια από τι γράφεται η Ιστορία

Από τις λεκιασμένες φωτογραφίες
Από τις μαρτυρίες απόντων
Από το αίμα που ποτάμι κύλησε
Ή από τα φιλιά σου που μύριζαν κανέλα
Εκείνο τον Μάιο που έβρεχε
Είκοσι μέρες συνέχεια
Και το ραδιόφωνο μετέδιδε
Την άλωση της Σορβόνης
Από αναρχικά στοιχεία

 

Ο Λεωνίδας Κακάρογλου γεννήθηκε στα Χανιά το 1952, σπούδασε στο ΕΜΠ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα (Η ζωή και τίποτ’ άλλο, εκδόσεις της Εστίας, 2011). Η πρόσφατη συλλογή του: Μνήμη σχεδόν πλήρης (εκδόσεις της Εστίας, 2014) προτάθηκε για Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Ζει στα Χανιά.

 

Εμφανίσεις: 1934

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ


1.
Δώσε μου χρόνο

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο,
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα,
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα,
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.

 

 

2.
Σαρδανάπαλος

Εγώ που τρόμαζα την πάσα γη
και που διαφέντευα μυριάδες τόπους,
ο κοσμοξάκουστος μες στους ανθρώπους,
που κάθε λέξη μου ήταν διαταγή,

πώς με κυκλώνει τώρα η σιγή,
το ξίφος μου πώς πέφτει από το χέρι
και στον αυχένα νιώθω το μαχαίρι
που το μηδέν τροχίζει και με σβει…

Με τους στερνούς, αδύναμούς της χτύπους
όλα η καρδιά μου τ’ αποχαιρετά,
τις οδαλίσκες μου, τους άγριους ίππους,

που δίχως μου δεν θα ’ναι άλλο πια…
Και τούτο ακόμη το καλό μου ασλάνι…
Ό,τι αγάπησα μαζί μου θα πεθάνει.

 

 

3.
Μicrotractatus

O Λόγος που απ’ τη Σάρκα σου δονείται
την Ομορφιά να εξεικονίσει αποτυγχάνει.
Απόψε κάτι άστραψε κι εφάνη

εκείνο που ποτέ δεν εξηγείται
μα ερμητικό τον εαυτό του αρνείται
βορά της όποιας γνώσης μας να κάνει.

Ο Λόγος που τη Σάρκα σου αφηγείται
κι ενίοτε το Σώμα παριστάνει
γνωρίζει πως στο ελάχιστο αρκείται

αφού ως Σώμα πρέπει πρώτα να πεθάνει.

***

Όσοι εξ υμών τον Λόγο διακονείτε
στου δόλου του πιασμένοι το δοκάνι
και για να παραστήσετε σχεδόν δεν ζείτε

πλεγμένοι στης εκφράσεως την πλεκτάνη
ενώπιον των σωμάτων διαπορείτε.
Κι αν διά του Λόγου εσείς φιλοδοξείτε

να λυτρωθείτε απ’ των σωμάτων το χαρμάνι
και ως Λόγοι κραταιοί ν’ αναστηθείτε
τους Λόγους των νεκρών ας θυμηθείτε.

Εδώ – κι ο νικητής τα πάντα χάνει.
Ό,τι προσθέτει ως Λόγο τού αφαιρείται.
Το νήμα απ’ την αρχή ο καθένας πιάνει.

Η Ομορφιά ποτέ δεν εξαντλείται
κι ό,τι εγράφη ή θα γραφτεί – δεν φτάνει.
Με κάθε ποίημα ήττα ομολογείται

μέχρι ο Κόσμος ή ο Λόγος να πεθάνει.

 

 

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Βιβλία του: Σονέτα (Γαβριηλίδης, 2016), Sexus (Γαβριηλίδης, 2015), Ο Pietro Aretino εν έτει 2013 (Παρισιάνου, 2013), Μissa Brevis (Παρισιάνου, 2012), Γιουβενάλης (Παρισιάνου, 2012), Τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης (Γαβριηλίδης, 2004).  

 

Εμφανίσεις: 1942

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Στην Ασίζη

Κλαίω σαν μωρό
σαν συλλογίζομαι τα γόνατά σου
πληγωμένα απ’ τις
πέτρες
Το σώμα σου
τσακισμένο
– με τα σημάδια των καρφιών
και της λόγχης
να ζωντανεύουν –
Κι εσύ
να μην σηκώνεις κεφάλι
απ’ την αγωνία.

 

Μήνυμα

Απ’ όταν αρπάχθηκες
Αιφνίδια
Μέσα από τα χέρια μου
Άνοιξα λογαριασμούς
Με τον θάνατο
Ή δεν ήταν τότε;
Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω
Είναι
Πως
Ενώ γνωρίζω ότι
Είσαι νεκρός
Με κάποιον τρόπο
–μυστικό–
Ακόμη περιμένω
Να γυρίσεις.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Η αναιδής σκιά.

 

Εμφανίσεις: 2736

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη


Η εν τοις ουρανοίς

Απομακρύνθηκε, τις στέγες άφησε, το τζάκι. Κι η προγιαγιά που τρόμο έσπερνε
στον τοίχο σε μια κορνίζα κλείστηκε να κλαίει. Μήτηρ ημών η εν τοις ουρανοίς,
η ούτε που ξέρω πόσο καιρό στο θάνατο χαμένη και στις κουρελούδες.
Σταμάτα πια με δάκρυα λιμνούλες να κεντάς. Στο λέω εγώ αφού κι η ιστορία
έτσι μιλά. Τα χρόνια οι αιώνες. Καθώς κρεμιούνται αγιάζουν οι Σοφούλες.
Με το τσιγκέλι και τον αργαλειό.

 

Εμφανίσεις: 3078

Περισσότερα...

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα


τα παιδιά γίναν κύματα

ναυάγια οι γλώσσες τους
μας βουλιάζουν

 

Μπορείς;

Μπορείς να πιάσεις
το πιάτο
χωρίς να το σπάσεις;
Μπορείς να γράψεις
το άλφα καλύτερα;
Μπορείς να μαζέψεις
τα παιχνίδια σου
χωρίς φασαρία;

Δε θέλω πιάτο
μπορώ να φάω
στον ουρανό.
Ούτε το άλφα μ’ αρέσει
έτσι και αλλιώς
γράφω αόρατα
με την προβοσκίδα μου.
Ησυχία μπορώ να κάνω
μονάχα
αν κοιμάται ο θεός.
Κοιμάται ο θεός;

Ο θεός πάντα κοιμάται
κι εμείς υπάρχουμε
στα ωραία του όνειρα.

 

Στο μυρμήγκι

Έλα μικρό μου
να σου κλείσω τον δρόμο
μ’ ένα κλαδάκι
απ’ τα στάχυα του κήπου.

Έλα μικρό μου
μην τρέχεις ανάποδα
δεν μου ξεφεύγεις
θα σε βάλω στο χέρι μου.

Έλα μικρό μου
μη με φοβάσαι
δεν χωρώ στη φωλιά σου
μεγάλωσα πια
δεν είμαι σποράκι

μου είπαν παλιά
ήμουν σπόρος μικρούλης
μα εγώ δεν τους πίστεψα
θα είχα γίνει λουλούδι
όχι αυτό το περίεργο
με χέρια και πόδια.

 

Στον καθρέφτη

Τα άλλα παιδιά πιάνουν το βλέφαρο
και το γυρνάνε έξω
και γίνεται το μάτι τους
σαν δράκουλας.
Προσπαθώ τόσες ώρες
το άσπρο κοκκίνισε
το μαύρο τυφλώθηκε
και ο κόσμος θολός
απ’ την άχνα μου.

Με βλέπει ο παππούς
και φωνάζει αγριάδες
πως τα μάτια μας είναι
το καπάκι του ύπνου
και όταν χαλάσει
θα περνάω τα βράδια
σαν σβούρα στο σπίτι

καλύτερα να φύγω
μακριά απ’ τον καθρέφτη
κι ας μην μάθω ποτέ
πώς να γίνομαι απαίσια.

 

Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

Εμφανίσεις: 2187

«Το μάτι και η νύχτα» του Δημήτρη Λεοντζάκου

«Το μάτι και η νύχτα» του Δημήτρη Λεοντζάκου


Punctum Caecum
(ποιήματα χωρίς ποίηση)

  1. Η ποίηση δεν είναι έκφραση. Δεν έχει σχέση με καμιά καλλιτεχνία. Η ποίηση είναι δημιουργία. Δημιουργία απ’ το τίποτα. Αντικείμενο της ποίησης είναι η έλλειψη, το αδύνατο. Αυτό που λείπει γράφει ποίηση. Το υποκείμενο της ποίησης δεν υπάρχει. Είναι απόν.

    Η ποίηση λείπει.

  2. Η ποίηση δεν έχει σχέση, δεν είναι σχέση. Είναι χωρισμός, είναι διαζευκτική. Δεν προέρχεται, ούτε απευθύνεται σε τίποτε το ανθρώπινο. Μετέρχεται τον άνθρωπο, αλλά τείνει ̶ εκκινεί και κινείται ̶ στο άπειρο.

  3. Ποίηση παράγεται μέσα στην γλώσσα. Έχει ανάγκη την γλώσσα. Είναι σκέτη γλώσσα. Ποίηση είναι γλώσσα μείον τον άνθρωπο.

    Γλώσσα που δεν έχει καμία αναγνώριση, δεν υπάρχει κανένας να την αναγνωρίσει. Καμιά εγγύηση, δεν υπάρχει κανείς να την εγγυηθεί.

    Γλώσσα απάνθρωπα εκκρεμής.

  4. Η ποίηση είναι μια χαμένη υπόθεση. Όχι επειδή έχει χαθεί απ’ τον κυρίαρχο λόγο σήμερα. Αντιθέτως. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να υποτεθεί. Να κατασκευαστεί ως υπόθεση.

    Η υπόθεση λοιπόν της ποίησης, με την αυστηρά λογική, μαθηματική έννοια του όρου.

  5. Πρέπει να δώσουμε ξανά στην ποίηση τα πραγματικά της ονόματα. Τρεις τρομερές μορφές ανατέλλουν στις πύλες των ορίων του κόσμου.

    Το Ακατανόητο. Το Αγέννητο. Το Τρομερό.

  6. Ποίημα είναι ο τελευταίος, ο πιο απελπισμένος τρόπος να σωπάσουμε, να αποσπάσουμε κάτι απ’ τον κόσμο. Αποσπάει τον κόσμο, είναι ένα θραύσμα το ποίημα.

  7. Ο ποιητής υψώνει το ανίκανο ̶ το αναγκαίο ̶ στο αδύνατο. Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της λαβυρινθώδους απουσίας του κόσμου, αγγίζει, βλέπει με τις λέξεις τον κόσμο. Τις μεγάλες χειρονομίες της ποίησης μιμούμενος, ο ποιητής βουβά μεταφράζει.

    Το τυχαίο. Το αδύνατο. Το ασύμπτωτο.


Από την υπό έκδοση συλλογή Το μάτι και η νύχτα

Ο Δημήτρης Λεοντζάκος γεννήθηκε στην Καβάλα το 1974. Σπούδασε μουσική. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Κόμικ (Τα Τραμάκια, 2001), Η Κίρκη ξαφνικά (Μεταίχμιο, 2004), Κινέζικα (Νεφέλη, 2010), Τα σκυλιά του Ακταίωνα (Νεφέλη, 2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (Σαιξπηρικόν, 2016). Υπό έκδοση είναι η συλλογή του Το μάτι και η νύχτα (Νεφέλη).

 

Εμφανίσεις: 2264

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου


Αγαπητέ Σαλβαδόρ…

Έψαχνα χτες όλη μέρα να βρω υποστηρίγματα.
Τα θέλω ξύλινα, από βελανιδιά.
Είναι θέμα οσμής, αφής και αισθητικής.
Κοίταξα παντού.
Στο κελάρι, στη σοφίτα, στην αποθήκη.
Μόνο μικροπράγματα,
κάποιας ωστόσο συναισθηματικής αξίας.
Μια πείσμων ανοιξιάτικη έξαρση,
μια σουπιέρα κινέζικη με κίτρινα φύλλα,
έξι πορτρέτα φωτιάς στο κλαβιέ του παλιού πιάνου.
Προσπέρασα την άβολη στιγμή,
συνέχισα την αναζήτηση.
Έπρεπε να στηρίξω τις σάρκες μου, ήταν επείγον.
Πρώτα και κύρια αυτές του προσώπου που κρέμονταν
σαν το ρολόι τσέπης σταματημένο στις δωδεκάμισι.
Εξάντλησα το σπίτι.
Το κατεδάφισα ψάχνοντας.
Λίγο πριν σκοτεινιάσει,
στάθηκα απέναντι στο δειλινό.
Στην άκρη του δάσους είδα επιτέλους το δέντρο.
Με κοίταξε, εισέπνευσα το ρόγχο του.
Με το στόμα ορθάνοιχτο, τα μάτια μισόκλειστα
και κλαδιά απλωμένα οριζόντια
περίμενε την επόμενη σταύρωση.

 

 

Βίνσεντ

Με το βλέμμα του Βίνσεντ,
το πυρρόχρωμο γένι
και πουκάμισο κουμπωμένο ως το μήλο του Αδάμ,
κοιτάζω τον άλλον στον καθρέφτη.
Με καπέλο ενίοτε ψάθινο.
Ούτε ίχνος χαμόγελου στα μαρμάρινα μάτια του
εξόν τα ρούχα, κάτι κουρέλια κρεμασμένα
και πίνακες στους μπλε τοίχους του μικρού δωματίου.
Κι απέξω, τα μαύρα πουλιά,
στον αγρό ο σπορέας,
και τ’ αστέρια τούφες χρυσές.
Οι νύχτες που επιστρέφουν ουρλιάζοντας
ασελγούν στα αυτιά μου
και αθροίζονται στις ωδίνες του νου.
Και πάλι ο θόλος ψηλά να χορεύει μαινόμενος.
Αυτός ο επίπεδος ουρανός
ποτέ δεν θα είναι ο δικός μου.

 

 

Θυμάσαι;

Για το περιεχόμενο δεν έχει άποψη.
Διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις.
Του άρεσε όμως ο τρόπος που τα ψυχρά χρώματα δένουν τις φόρμες.
Το μεσημέρι σαν έφευγε, αισθάνθηκε την ανάγκη να φιλοφρονήσει τον ζωγράφο με λόγια ζεστά, πλην όμως λόγια.
Φιλόδοξο να γεμίσεις καμβά τέτοιων διαστάσεων.
Καμία επιδίωξη δεν ευδοκιμεί δίχως εργασία και νιώθω πως κόπος ενσωματώνεται στη δουλειά σας.
Εργάζεστε νυχθημερόν, υποθέτω.
Σπουδαία δουλειά, τα ξαναλέμε.
Έκλεισε την πόρτα του ατελιέ ξεπροβοδίζοντας τον επισκέπτη.
Μέτρησε, ζύγιασε, αναρωτήθηκε, μα δεν κατάφερε να καταλήξει.
Ωστόσο έμεινε με μια γεύση απελπισίας και μια ανακούφιση.
Συναισθήματα με μηδενικό νοητικό βάρος.
Πήρε το μεσημεριανό ύπνο κάτω από τις λεύκες, χωρίς αναπόληση.
Ονειρεύτηκε μιαν απορία μαζί και το τελευταίο αμφίσημο έργο του.

 

 
Ο Δημήτρης Χ. Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Λουντ στη Σουηδία και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στις ΗΠΑ. Ταξίδευε από μικρός, καθώς ο πατέρας του εργάστηκε σε ελληνικές πρεσβείες σε χώρες της Ευρώπης. Το 2015 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Το πέταγμα του φλαμίνγκο από τις Εκδόσεις Αιώρα.

 

Εμφανίσεις: 2178

«Κυψέλες» του Γιώργου Αλισάνογλου

«Κυψέλες» του Γιώργου Αλισάνογλου


Σινικό

Μέλισσες
κατά μήκος του Σινικού Τείχους
λειτουργούν σαν το συναίσθημα
νεαροί αντάρτες στο χαρούμενο αίμα
ο χυμός τους έχει τελειώσει
όμως πετάνε πάνω απ’ τα βουνά

Δημιουργούν τους δικούς τους όρους
μόλις αρχίζει η κίτρινη βροχή
μπορούν να μεταφέρουν το σκηνικό
κάπου αλλού

 

Εμφανίσεις: 2483

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr