«Ρετσιτατίβο» του Ηλία Γκρή

«Ρετσιτατίβο» του Ηλία Γκρή


Ο μύλος π’ αλέθει όνειρα βοά λεηλασία
Κι εσύ ανοίγεις τη μέσα θύρα και βλέπεις
Το πλίνθινο στο βράχο μαργαρίτες και η Σμέρνα
Μες στο γάλα ομίχλης τα πρωϊνά πρώτο σου βλέμμα

Στο στήθος του χτένα ή ψαλίδι απόγευμα και ανηφόριζε
Στο κουρείο θ’ άναβε το ασετυλίνι… Πρόσεχε!

       −εδώ ελλοχεύει
          επανάληψη−

Σ’ το είπα κι άλλοτε σε άλλην ορειβασία
Οι αναμνήσεις βότσαλα που πετούν οι νεκροί εαυτοί σου
Σε άπατη λίμνη με όσα ονειρεύτηκες.

 

Εμφανίσεις: 1259

Περισσότερα...

«Τι ήξεραν και με βάφτισαν Ιωάννη;» του Γιάννη Πλαχούρη

«Τι ήξεραν και με βάφτισαν Ιωάννη;» του Γιάννη Πλαχούρη


η πόλη συνέχιζε την ιστορία με την βροχή

Βασ. Μπατζόγλου, «Μεταίχμιο Γ’»

Πέρασε χθες από εδώ καταιγίδα
Άφησε ανθρώπινη μοναξιά.
Τα ίχνη τα ’πιε ο ποταμός. Οι μάρτυρες;
Βρήκαν το ριζικό τους.
Κάποιους φύτεψε φύκια στον βυθό
άλλους τούς πήγε ως τον γιαλό,
χόρτασε η άμμος.

Ο Ήλιος συνένοχος, σήμερα, λάμπει.
Φόρτωσε τα λάθη στα πάθη του φεγγαριού.

Ζέστη πηχτή, καμιά συμπόνια, χαύνωση
μέρα παρούσα μες στην απουσία της.

Μόνο τα πουλιά υπάρχουν πάντα
λοξά πετάγματα σε γκρίζο και δένδρα,
εικόνες και κελαηδίσματα, αθάνατα
για ν’ απαντούν στην κλειδωμένη γλώσσα
πού πάνε οι αγάπες μας.

Ένα γαρίφαλο είχα, τελευταίο φίλο. 

Το κοιτούσα στον πηγαιμό του.
Τσακισμένη γραμμή, ανθός στον βούρκο 
που ακόμα κι εγώ σε λίγο δεν θα θυμάμαι
πόσα πολλά πρωινά τον είδα
αρχή και τέλος της διαδρομής
άρωμα δίπλα στο σκαλοπάτι μου
διασπώντας τον κύκλο του χώματος. 

Ο θάνατος ζει όσο κρατάνε οι μνήμες.
Τις κοιτάζω που έρχονται. 

Παράμερα στέκουν, ορφανές και ξένες
μες στα παλιά που απλωμένα στεγνώνουν στα σχοινιά τους 
πόθοι, νομίσματα, σεντόνια, συμφορές.

Πίστεψα έφυγαν οριστικά,
Σαλώμη πόλη με ξεγέλασε, τα πέπλα έγδυσε,
κέρδισε δυο λεπίδες πορφύρα και μιαν άβυσσο,
στρόβιλος πέφτει επάνω στο σινί, ήδη γυμνή,
δαγκώνει, λιώνει, καίγεται,
με παίρνει, μ’ έχει
διαμελισμένο έρωτα, άψυχη σάρκα
κι ολοδικό της ρίγος τα νεκρά φιλιά μου. 

 

Ο Γιάννης Πλαχούρης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα από πατέρα Ηπειρώτη (Τετράκωμο – Τζουμέρκα) και μάνα Μικρασιάτισσα (Αϊβαλί). Εργάστηκε στη δημοσιογραφία (ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, ραδιόφωνο) σε διάφορες θέσεις. Έχει γράψει και δημοσιεύσει ποίηση (έντεκα συλλογές), μυθιστόρημα (Ανυπόταχτος), τέσσερα παραμύθια, Καραγκιόζη (Ο Καραγκιόζης και ο Νικοτσάρας), τις σατιρικές Ιστορίες του κυρίου Λαμόγιου, χρονογραφήματα, κριτικές προσεγγίσεις και παρουσιάσεις για το έργο και τα βιβλία πολλών δημιουργών. Ποιήματα και παραμύθια του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, πολωνικά, ρουμάνικα, ουγγρικά, τουρκικά. Υπήρξε συνεργάτης, κατά καιρούς, σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (ΚΛΠ, Έρευνα, Μανδραγόρας, Εξώπολις, Περίπλους κ.ά.) και ιστοσελίδες (diastixo, fractal, artpress). Πέρασε και από τον συνδικαλισμό (ΠΟΕΣΥ, ΕΣΠΗΤ, Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών). Συμμετείχε επίσης στις διοικήσεις διαφόρων πολιτιστικών φορέων (Αετοπούλειο, ΔΕΠΑ Χαλανδρίου, Κέντρο Μικρασιατικού Ελληνισμού Δήμου Νέας Ιωνίας).

 

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα.

 

 

Εμφανίσεις: 1055

«Το δοκίμιο του περασμένου» του Αλέξιου Μάινα

«Το δοκίμιο του περασμένου» του Αλέξιου Μάινα


Χάδια με αθόρυβη λάμα.
(στην Ε., 26.11.1994)

Σ’ αυτή τη φωτογραφία είμαι
δίπλα μου θλιμμένος δεκαοχτώ ετών,
κρατώ ένα ποτήρι με κάτι που δε θέλω να πιω,
στρέφω τον κορμό στο φακό
και χαμογελώ σαν κάποιος άλλος.

Στο βάθος μοιράζονται την άκρη του κάδρου δυο φίλοι,
πειράζουν ο ένας τον άλλο
γιατί τα άκρα τους εξέχουν απ’ το πουλόβερ.
Δε γνωρίζουμε πως ζωή θα πει
στο τέλος να γελάς με ό,τι είπες.
Πως ό,τι κρατήσει,
θα το κρατήσει η τύχη.
Και θα το ευτελίσει ο καιρός.

Εδώ στον μικρόσωμο καναπέ
είναι ο πρώτος μου έρωτας
σιωπηλός στο πλατύσκαλο του λαβύρινθου
που θα φτιάχναμε,
ένα κατώφλι με δόκανα και γιρλάντες.
Το φως πέφτει στο μάγουλο
και την ξαπλώνει ολόκληρη στο χαρτί.
Το άρωμά της πλησιάζει
μαντεύοντας πως υπάρχω.
Το γενικό μετατρέπεται σε μια χούφτα ντάλιες.

Μια σταλιά πριν χορέψουμε
διαλέγει για πάντα να ντραπεί.
Ξαναπέφτει το φλας.
Πίσω, εφάμιλλος, ο αγρός με το κόκκινο χιόνι,
το φεγγάρι που τούμπαρε και πάει να παραδοθεί.
Κάτω απ’ το δέντρο
η αλεπού με τα δικά της όχι,
δίπλα τα κλαδιά της κομμένης μιλιάς μου,
το χαντάκι μ’ ένα κάρο χαμένες ευκαιρίες,
στ’ αριστερά βυθισμένος στο νερό μιας σκιάς
ο μυρμηγκιασμένος απ’ την απόφαση που πήρε
ώμος μου.

Το χέρι της όμως
έξι χρόνια θ’ ακουμπούσε πάνω του.

 

[Από την ανέκδοτη συλλογή Ο διαμελισμός του Αδάμ]

 

Εμφανίσεις: 1805

Τρία ποιήματα του Γιώργου Καρτάκη

Τρία ποιήματα του Γιώργου Καρτάκη


Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Πιο πολύ μισώ τη Χιονάτη,
γιατί ’ναι ολόλευκη –
τη μοίρα της.

Στα μαύρα δάση να ’μενε η τρελή,
στο διάφανο κουτί της·
εκεί που πρίγκιπες αβροί
ψάχνουν την ποίηση
κατάκοποι απ’ τα βαριά καθήκοντα της εξουσίας.

Δεν έχει λαούτα στον πύργο απόψε,
ψητά αχνιστά, ασημένια κροντήρια, κρασί.
Δεν πέφτουν πάνω σου γυναίκες μεθυσμένες, γυμνόστηθες,
να σου πιούνε το σπέρμα
μ’ ένα σάπιο φιλί.

Να τώρα, στον δαντελένιο της γιακά
πνίγεται η άσπιλη Ελισάβετ,
ρήγισσα. Οι νάνοι κλαίνε. Στα άπλυτα μαντίλια τους
με το οικόσημο της μοναρχίας
φυσούν τις μύτες τους.
Μουγκρίζει ένας αέρας δυνατός,
τα ξύλα καίνε,
στο σκοτεινό διάδρομο ο πάπας τρέχει με το δισκοπότηρο.
Φοράει κόκκινο ταφτά, βαρύτιμο,
τα μάτια του είναι γερασμένα από τις προσευχές.

Όταν φέρει το ποτήρι στα χείλη,
είναι ήδη αργά –
ο κεραυνός έχει πέσει,
η ποίηση έχει ελευθερωθεί
και η Ευρώπη ταξιδεύει αμέριμνη πάνω από τη Μεσόγειο.

– Πάτερ, λέει το ξυπόλυτο παιδί, πατέρα,
ποιος σου ’μαθε
να περπατάς στ’ αστέρια;

 

Εμφανίσεις: 1279

Περισσότερα...

Δύο ποιήματα του Λουάν Τζούλις

Δύο ποιήματα του Λουάν Τζούλις


ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ

Στο πορτοφόλι μου,
πάντα θα βρεις ένα χρησιμοποιημένο νόμισμα,
ένα ληγμένο εισιτήριο από το τελευταίο ταξίδι,
τη φωτογραφία με τα κορίτσια μια χριστουγεννιάτικη μέρα
και τον μικρό εγγονό μόλις γεννημένο, μέσα μας…
Τους κρατώ σαν διαβατήριο.
Αν μια στιγμή αύριο
χαθώ στον γκρίζο αέρα της πόλης,
δεν πιστεύω πως θα με ψάχνουν πρώτα
οι ήρωες που σας ανέφερα.
Οι περαστικοί θα ρωτούν στα κοντινά ψυχιατρεία,
και στο πορτοφόλι μου,
το χαρτονόμισμα με ξεχασμένη αξία, θα εξαϋλωθεί.
Μόνο η αθωότητά μου κάτω από το δέρμα,
η επιθυμία να μην πεθάνω στο δρόμο,
οι αγάπες που δώρισα χωρίς χρόνο,
δεν θα σιωπούν.

 

Εμφανίσεις: 1207

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr