«Εσύ που νομίζω» της Αντωνίας Γουναροπούλου

«Εσύ που νομίζω» της Αντωνίας Γουναροπούλου

Ο καπνός τελειώνει και τα λεφτά

Απ’ τ’ άλλο σπίτι έφερα κρυφά λίγη ρακή
Μέσα μου ο φωτισμός
όπως έξω απ’ του Κώστα βράδυ χειμώνα στην πλατεία
Αγίας Ειρήνης
Φύγε ακόμα, εσύ που νομίζω πως είμαι.

Περάσαμε απ’ το «Μέγαρο Εμπορίου»
Όχι αργά όχι χαζεύοντας κι ας καλούσαν τα κτίρια
Ξέρουμε δα πώς είναι τα πράγματα στη Σοφοκλέους
Πας αργά και χαζεύοντας αν είσαι νέος, άντρας και Άραβας
Τι κοιτάτε; Φεύγει αυτή που νομίζω πως είμαι.

Ο κυρ Μήτσος έτοιμος να το κλείσει
Μια παρέα έχει μόλις βγει
Πισωγυρίσαμε μια δυο φορές κοιτάζαμε
Όρθιοι κάτω απ’ τα ξυρισμένα μάρμαρα ανάμεσα στην πέτρα
Που ο Μήτσος χτυπούσε τα χέρια στην ποδιά
όταν έκλεψαν τις λεοντοκεφαλές
Φύγε με κατάκλεψες εσύ που νομίζω πως είμαι.

Στο κορμί μου τα χέρια σου ακόμη ζεστά
Με καίει στο λαιμό η ρακή
Τους είδα όταν φτάσαμε Σύνταγμα
Είχαν φτιάξει ένα μπαλόνι φυσώντας ο ένας να φουσκώσει
ο άλλος να φουσκώσουν όλοι μαζί
Όταν έφυγαν λεφούσι οι οδοκαθαριστές
τους εξαφάνισαν
Φύγε πιασμένη απ’ το σκοινάκι στο μπαλόνι τους εσύ

που νομίζω πως είμαι.

 

Η Αντωνία Γουναροπούλου γεννήθηκε το 1977. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του ΦΚΣ του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ζει στη Νέα Πεντέλη και εργάζεται ως διορθώτρια και επιμελήτρια κειμένων. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά κι έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (Το άστρο του Βορρά, Πανδώρα, 2010 και Το άστρο του Τίποτε, Οροπέδιο, 2013).

 

 «Μαρμαρωμένη Κύπριδα» του Αχιλλέα Κατσαρού

«Μαρμαρωμένη Κύπριδα» του Αχιλλέα Κατσαρού

μνήμη Γιώργου Σεφέρη

 

Ι.

Ποιος ήλιος χώρεσε στα μάτια σου Σολωμέ Σολωμού;
Ποια κοχύλια έσκυψαν στο αυτί και σου ψιθύρισαν;
Τρελά αγάλματα γέμισε η σημαία.


Τι είναι δικό μου;
Δικό σου τι;
Γραμμές κόκκινες δένουν τα μάτια,
υφάντρες του ύπνου κλώθουν αράχνες.
Ξεγλιστράμε από το χιόνι
και τραγουδάμε ακίνητοι,
του ερέβους παιδιά.

 

ΙΙ.

Από το τσάι στάζουν μνήμες
κι από τα όρη ξεχύνεται η ρίγανη.

Στολίζει παιδιά που έπεσαν από φίλια πυρά.
Γάτα που δακρύζει η σκιά μας.

Ήθελα να ’ξερα πώς καίγεσαι
στο νερό το παγωμένο.

 

ΙΙΙ.

Τι δροσιά ν’ ακούς τις ριπές,
πέφτουν νεκροί,
σ υ ν έ χ ε ι α,
π έ φ τ ο υ ν  ν ε κ ρ ο ί.
Η καρδιά χλιμιντρίζει όπως το άλογο
κι ο ήλιος μετρά ξανά τη σιωπή του κυπαρισσιού.

 

ΙV.

Η Κύπριδα απλώνει τα μαύρα πανιά.
Βρέφος αγέννητο υποδέχεται.
Ριπές εδώ
ριπές εκεί
ριπές μέσα στο μήλο.

Όμηρε σήκω απ’ το νεκροκρέβατο
γραφή δεν θα σου στείλω.

Μονάχα εκείνην την ανεπαίσθητον και την μικράν:
να ο αιγίθαλος, η ροδόσπιζα κι ο συκοφάγος,
ο πύρρουλας, το φανέτο κι η σταχτάρα,  

να τα πουλιά μες τις σημαίες.

 

Από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση Μαρμαρωμένη Κύπριδα

 

O Αχιλλέας Κατσαρός γεννήθηκε το 1976 στα Ιωάννινα. Ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τέσσερα ποιητικά βιβλία: Ιχνηλάτες ανέμων (2013), Η χειρουργική των έσω ουρανών (εκδόσεις Ars Poetica, 2014), Οδός βράχων ανατολικά (εκδ. Θράκα, 2015), CabaretVoltaire (εκδ. Μίνθη, 2016).

 

«Κατά της Ποίησης – μικρό ανθολόγιο» του Αποστόλη Ηλιόπουλου

«Κατά της Ποίησης – μικρό ανθολόγιο» του Αποστόλη Ηλιόπουλου

Με αφορμή στίχους του Λειβαδίτη και τον εορτασμό της Ημέρας Ποίησης

 

Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα (…)
Τάσος Λειβαδίτης

 

Τάσος Λειβαδίτης, Γιορτή

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα
παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός
(ήταν το δικό μου σπίτι), όμως, γρήγορα, έχανα τον ειρμό με
τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ
ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,
ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου
όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή.

Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή
τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια
παραπλάνηση.

 

I.

(…) οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν,
κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι
(Τάσος Λειβαδίτης)

Γιάννης Τζανετάκης, Εορτάζει

Όσο το τίποτα εορτάζει, θα πενθεί
το κάτι. Μ’ έκανες από φρύγανα
πιάνω εύκολα φωτιά.
Και τόσος μόνο μένω για να βρει
κι η επόμενη να κάψει.
Ό,τι ελπίζω το παλιώνω πριν το δω
απ’ την ψυχή μου γέρασε
πιο γρήγορα το μάτι.

 
ΙI.

(…) πίναμε όλη νύχτα, «ακούς αυτήν την υπέροχη μουσική;» τον ρώτησα,
«δεν είναι μουσική, μου λέει. Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου».
(Τάσος Λειβαδίτης)

Γιάννης Κοντός, Τα οστά (20.)

Απάνω στα σκοτωμένα ποιήματα
γράφονται άλλα ποιήματα.
Έτσι συνεχίζεται η καταστροφή
του κόσμου.

 

III.

Όλοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί. (Τάσος Λειβαδίτης)

Γιώργος Μαρκόπουλος, Οι ποιητές

Τα βράδια οι διαβάτες
περνούν μέσα από τα πάρκα για να κόψουν δρόμο.

Εμείς τους βλέπουμε.
Ή, μάλλον, βλέπουμε την καύτρα του τσιγάρου τους.

 

IV.

(…) ώσπου η σελήνη έγερνε πάνω στο λόφο, αιμόφυρτη – σαν τον ποιητή
πάνω σ’ αυτό το πεπαλαιωμένο αλφάβητο.
(Τάσος Λειβαδίτης)

Αντώνης Φωστιέρης, Στους κριτικούς

Η ποίηση απαντάει στους κριτικούς με ποίηση
Όπως η φύση στους σοφούς σα φύση,
Κι ένα τεράστιο κύμα αδιαφορίας καβαλάει τα κράσπεδα
Σαρώνοντας τις πολιτείες απ’ τους μάταιους στίχους.

Άλλοτε λέω:
Οι στίχοι
Είναι τα στάχυα που θέρισαν
Ελισσόμενες μέρες
Και παίρνοντας φωτιά ξεκίνησαν
Σ’ ονειρώδη ουρανό.

Λυπάμαι
Που μάλλον μιλάω
Μια γλώσσα νεκρή.
Δεν πιστεύω βεβαίως σε ανάσταση·
Πιστεύω
Εντούτοις
Με πάθος
Στο
Θάνατο.

 

V.

 (…) απλώς προσπάθησα να σχεδιάσω ένα όνειρο
πάνω στην άμμο της λησμονιάς. (Τάσος Λειβαδίτης)

Σταμάτης Πολενάκης, Η θαυματουργός εικόνα

Όσο κι αν κοιτάζουμε τα πράγματα,
δεν μπορούμε πλέον
να φανταστούμε τα αρχέτυπά τους.
Αυτό το ποίημα είναι απλώς
ένα κομμάτι του μεγάλου χαμένου
ονείρου απ’ το οποίο σώθηκαν
ελάχιστες λέξεις που κι αυτές
θα ξεχαστούν όπως όλα.
Όπως ξεχάστηκε το όνειρο
του βαριά άρρωστου παιδιού
που κάποτε είδε μέσα σε μια έκλαμψη
την τεθλιμμένη σκιά της μητέρας του
να στέκεται στην πόρτα του δωματίου
μ’ ένα αναμμένο κερί στο χέρι.

 

VI.

(…) γιατί κι η ποίηση είναι σαν μια εξομολόγηση αργά τη νύχτα,
σ’ ένα πρόσωπο που άξαφνα πέθανε
και μεις συνεχίζουμε να μιλάμε.
(Τάσος Λειβαδίτης)

Αλέξιος Μάινας, Τι είναι το καλό στιλ

Τις προάλλες σε μια γιορτή
ενός καθηγητή φιλοσοφίας
συζητήθηκε η νοηματική παλέτα
της λέξης στιλ.
Ω θε μου, όλη αυτή η κούραση
όλων αυτών των ετών.

 

VII.

(…) λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δυο δισεκατομμύρια εκδοχές
για έναν μοναδικό κόσμο…
(Τάσος Λειβαδίτης)

Δημήτρης Πέτρου, Οικογενειακός γιατρός

Τρεις μέρες πάλευε στη ζούγκλα του ιατρείου.

Μάγοι ιθαγενείς φυσοκάλαμα θεραπευτικά φυτά
θηρία και τυφώνες τού έπνιγαν τη φωνή.

Δίπλα
βάρκες με άλλους ασθενείς κωπηλατούσαν ήρεμα
τον έδειχναν με το δάχτυλο έβγαζαν φωτογραφίες.

Τον είδε ο γιατρός.
Είπε να κόψει τα ποιήματα το βράδυ.

 

VIII.

(…) Και μόνον η ποίηση δεν είναι το ταξίδι
αλλά ο πικρός γυρισμός.
(Τάσος Λειβαδίτης)

Δημήτρης Καρακίτσος, Η γάτα του Μπρουνέι

Στα ταξίδια μου δεν ξέρω
Τι το ασυλλόγιστο με ρημάζει σε νοσταλγίες

Κι ενώ τις περισσότερες φορές έλεγα
Πως ήμουν καλά: γράφοντας στίχους

Ψάχνοντας ερημιές. Κι ακόμη πως
Εδώ, έχω βλέμμα μεγάλο: κατεβαίνεις

Σε κάτι λιμάνια με φοινικιές, ποδήλατα,
Γάτες, γυναίκες, ψάθινα καπέλα.

Η τράπουλα του Διαμαντή άλλες φορές χορεύει
Και χάνονται τάχα ψευτοπεριουσίες: μια χούφτα φιστίκια.

Κατάντια! Ένας άνθρωπος που ζει δίχως
Να ζει. Που ονειρεύεται ενώ ζει.

 

IX.

Πανάρχαιο, σκοτεινό παιχνίδι, όπου ο ποιητής ξέρει να χάνει
με μιαν απρόβλεπτη κίνηση.
(Τάσος Λειβαδίτης)

Ανδρέας Κεντζός, Άγνωστος λόγος

Ποιητές απήγγειλαν τα ωραία ποιήματά τους
και ξάφνου στο πίσω δωμάτιο γι’ άγνωστο λόγο
δυο γυναίκες άρχισαν να βρίζονται αισχρά
Αμέσως εκεί μετατοπίστηκε όλο το ενδιαφέρον

 

X.

(…) ο ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση (Τάσος Λειβαδίτης)

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη Ισορροπίας (27.)

Όλη αυτή είναι η περιουσία μου

της φώναξε
δείχνοντας μια βιβλιοθήκη χειρόγραφα
και βιβλία

εκείνη
τον κοίταξε πικραμένη

το ίδιο κι εκείνος

και ξάπλωσαν μαζί
πάνω στο γραφείο
αυτός
κι η κατακόκκινη

καρδιά του

 

«Ζώα φυτά» της Δήμητρας Κατιώνη

«Ζώα φυτά» της Δήμητρας Κατιώνη

Δώσε ένα σχήμα 

Ανθρώπου, ζώου, δεν έχει σημασία. Πάρε ένα σχήμα. Να τελειώνουμε. Με μικρές εναέριες χειρονομίες, χάιδεψε το άγνωστο, μετά φύγε από εκεί. Πιο ακούνητο φυτό από τον άνθρωπο δεν υπάρχει. 

 

~~..~~ 

 

Δούρειος 

άνθρωπος. Να φοβάσαι το ξύλινο χλιμίντρισμα. Δεν έχει σωθικά. Δε θα σωθείς.

 

~~..~~  

 

Τα φύλλα 

Είναι οι πτητικές μηχανές του χώματος. Περιμένουν την τελευταία σου πνοή. Ανάσταση νεκρών με το πρώτο τους αεράκι.

 

~~..~~ 

 

Κάτι να σε εκπλήσσει  

Διαχρονικά δεν υπάρχει. Το γιο-γιο είναι ένα μαγικό παιγνίδι. Μα η επιθυμία δεν έχει σχοινί επαναφοράς. Το έκοψες εκείνο το βράδυ με τα δόντια σου.

 

~~..~~ 

 

Χιλιοτρύπητο λαγήνι 

Και σταλιά νερό δε χύνει. Μη φεύγεις, ποτάμι, ποτάμι, με τις χίλιες στάλες. Το βράδυ είναι δικό σου, μα εγώ είμαι ένα κορίτσι δεμένο στο δικό του σκοτάδι. Σφουγγάρι στυμμένο από ξένο νερό. 

 

~~..~~ 

 

Θα πάρει 

φόρα το βιβλίο, θα κυλήσει στην κατηφόρα του χάρτη, θα καρφωθεί στο νότιο πόλο. Πιγκουίνος θα είναι ο μόνος αναγνώστης. Θα πει: να ένα ασπρόμαυρο, σαν κι εμένα. Ναι, ούτε αυτό πετάει. 

 

~~..~~ 

 

Πάνω από τα μάτια σου  

Περνά η γλώσσα μου. Υγρά σύμφωνα βαραίνουν τα βλέφαρά σου. Τυφλός, δεν ξεχωρίζεις αν γράφω ή αν φιλώ. Αποκοιμήσου.

 

 

Η Δήμητρα Κατιώνη γεννήθηκε το 1983 στην Καβάλα. Από το 2001 ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το παραμύθι από ψηλά (εκδόσεις Ροές, 2008) και Τρεις μέρες και ένα τρίτο (εκδόσεις Θράκα, 2016).

 

Πέντε ποιήματα του Χρίστου Αντωνίου

Πέντε ποιήματα του Χρίστου Αντωνίου

Διαδραστική στάση

Σαν άνεμος σφυρίζεις στα παραθύρια μου
κι άλλοτε σαν αεράκι μου ψιθυρίζεις λέξεις
ζυγιασμένες
σαν τις κολόνες του Παρθενώνα.
Πάνω τους η ζωφόρος κι ο πέπλος της Αθηνάς
και στο αέτωμα παλεύουν πάντοτε οι Λαπίθες.

Αυτό που μου αξίζει συνήθως το διεκδικώ
κι αδύνατο να σ’ έχω μόνο σε φωτογραφίες.

 

Έλλειψη νερού

Σαν έντομο κομμένο στα τρία πλατωνικά
συστατικά προσπαθώ να μικρύνω
τις απέραντες αποστάσεις
τους, μάταια! Πράγμα που σημαίνει δηλαδή
πως γράφω ποιήματα ατελέσφορα.
Επόμενο είναι με τόση έλλειψη νερού!

 

Η οχιά

Δε φταίει μόνο η ευαίσθητη καρδιά σου
η κούραση, η μοναξιά.
Σέρνεται πάντοτε δίπλα στα πόδια μας
μέσα στα στάχυα του Έρωτα
μια οχιά!

 

Οι ποιητές που κοιμούνται δίπλα μου

Μίλησα με θάρρος χωρίς να υπολογίσω τις συνέπειες
όχι σαν τους άλλους που φορούν τη λεοντή
γιατί μέσα μου ζούνε τόσοι και τόσοι ποιητές. Ίσως
μάλιστα και να μη τους μίλησα εγώ μα κείνοι
που κοιμούνται δίπλα μου, στο μαξιλάρι μου. Άκουσα τα λόγια
και ξέρω με ακρίβεια σελίδες και συλλογές.

 

Ονόματα γυναικών

Κλείνω τα μάτια μου και βυθίζομαι
στο νερό που ναυάγησαν τα ονόματα
των γυναικών που αγάπησα: Ξένια,
Ροντάμη , Μάγια, Μαριάννα,
Ειρήνη, Ερυφίλη, Αιμιλία,
που σαν αστερίες φωτίζουν απαλά το βυθό μου.

Ένα- ένα σπαρτάρισαν στα χέρια μου
και γλίστρησαν σαν ψάρια.
Μυρίζουν οι παλάμες μου γιασεμί
καθώς αγγίζω την υγρή επιδερμίδα

του χρόνου

 

«Έξι χάικου» της Aσημίνας Ξηρογιάννη

«Έξι χάικου» της Aσημίνας Ξηρογιάννη

Κάνε τον χρόνο
που έχασες στίχο και
θα τον βρεις πάλι.

*

Η μνήμη χτίζει
τη ζωή, η λήθη την
υπονομεύει.



*

Θρησκεία είναι
το να ζεις όπως θέλεις
τη ζωή σου.

*

Τρυγάς το κύμα!
Σαν Οδυσσέας ζητάς
το ανέφικτο.

*

Το χάος να μπει
σε τάξη. Ζητούμενο
ζωής και γραφής.

*

Εγώ Πηνελόπη.
Εσύ Οδυσσέας που
ποτέ δεν θα 'ρθει.

 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη σπούδασε κλασική φιλολογία και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποκριτική στο Θέατρο-Εργαστήριο. Διδάσκει θεατρική αγωγή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο «Varelaki – Σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού». Ποιήματα, διηγήματα, κριτικές και άρθρα της δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά. Εργογραφία: Δοκιμάζοντας το ποίημα (Εκδόσεις Βακχικόν, 2017), 23 μέρες (Γαβριηλίδης, 2015), Οντισιόν (Εκδόσεις Βακχικόν, 2015), Εποχή μου είναι η ποίηση (Γαβριηλίδης, 2013), Πληγές (Γαβριηλίδης, 2011), Το σώμα του έγινε σκιά (Ανατολικός, 2010), Η Προφητεία του ανέμου (Δωδώνη,2009).

 

 «Η επίγνωση του φοίνικα» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

«Η επίγνωση του φοίνικα» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Ι.

Και ξέρεις κάτι;
έσπασα.
Κάποτε είχα γράψει ψέματα
είμαι άτρωτος
αλλά άκου με λίγο:
έσπασα.
Πλέον έχω κάτι από την επίγνωση
του φοίνικα
το γεγονός ότι ανασταίνεται
δεν κάνει τίποτα μπροστά στην ανάμνηση
του κάθε φορά θανάτου του
των όσων προηγήθηκαν.
Η ζωή επανέρχεται
αλλά η μνήμη μένει.

 

ΙΙ.

Κι είναι που ήξερε πόσα βουνά
που είχε πάνω τους πετάξει
είχαν σβηστεί και γίνει ένα με το χώμα.
Κι είναι που ήξερε πως τα λουλούδια κάτω του
θα ζούσαν για λίγες μέρες μοναχά
όσο όμορφα κι αν ήταν.

Θα μπορούσε κι αυτός κάποτε έτσι να τελειώσει
θεαματικά, να μην ξαναφουντώσει απ’ τις στάχτες
να τον σκεφτεί ένα μικρό λουλούδι
σαν κάτι όμορφο που χάθηκε
κυρίως: να πάψει να κουράζεται
χωρίς να ξέρει το γιατί
το πού πηγαίνει.

Όμως δεν μπορεί.
Ξέρει και νιώθει πως πρέπει ο κύκλος να μην σπάσει
πρέπει να συνεχίσει να γδέρνει τον αέρα με τα νύχια
και να βλέπει τον κόσμο από κάτω να πεθαίνει
αυτός
σαν να του έλαχε από κάπου να τραβάει με τις φτερούγες του
το αντίβαρο στον θάνατο.

Τόση ζωή δεν τη βαστώ
σκέφτεται
καθώς ετοιμάζεται για την επόμενη φωτιά.



 «Η επίγνωση του φοίνικα» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου                                                     Φωτογραφία: Κυριάκος Συφιλτζόγλου

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε στη Χιμάρα το 1988 και μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ανεκπλήρωτοι φόβοι (εκδόσεις Πολύτροπον, 2012 –Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013–, 2η έκδοση: Μελάνι, 2016), το μυθιστόρημα Η λάσπη (Μελάνι, 2014) και τη συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα (Μελάνι, 2016).

 

«Σαν άλλος Οιδίποδας» του Ηλία Γκρή

«Σαν άλλος Οιδίποδας» του Ηλία Γκρή

Ο Κρισναμούρτι στην Ακρόπολη 

Την είδε απ’ το ξενοδοχείο με το πρώτο φως

ανηφόρισε στα Προπύλαια κοντο-στάθηκε με σέβας
ατενίζοντας
έπεσε στα γόνατα και φίλησε το χώμα

διδάσκαλος του κόσμου πολίτης έστηνε
με αιθέρια υλικά γέφυρες να περνούν άλλοι

δεν ξανάειδε κάτι ανάλαφρα δωρικό
τόσο σθεναρά ωραίο
του ’κοβε την ανάσα που σκεφτόταν

—τι υπέροχοι ήταν
αυτοί οι λίγοι
υπέροχοι Έλληνες—

δεν έβλεπε να ’χει ταίρι αντάξιο η Ακρόπολη
της ομορφιάς μεγάλη έκρηξη
γιατί, σαν δε βαδίζει σε δρόμους αιωνιότητος
ο άνθρωπος
μοιάζει γελοίος κι ανόητος μοιραία φθαρτός.

 

Ποιητή, μη φοβάσαι 

Η πολλή γνώση θα υποσκάψει το έργο σου
ύπουλα όπως οι φλέβες νερού τα θεμέλια –

σου ’λεγε η Ροδαλίνα δεσποσύνη της θλίψης
που τη βρήκες να ράβει αναμνήσεις
με κλωστή ασημένια κλωστή του θανάτου

κι εγώ σου λέω
ποιητή, μη φοβάσαι
την πολλή γνώση

εάν δεν είναι γνώση ψωνισμένης πολυμάθειας
παράφοροι σπασμοί ρομπότ μες στην νόηση

μην καταντήσεις αιμοδότης ενός Φάουστ

φρόντισε Ιακωβίνος να ’σαι των στίχων
μα όχι μαλθακός οικότροφος της εποχής σου

μην υποκύψεις σε ρητορείας κούφια επίδειξη
εγγράμματο νούμερο ρηχής πασαρέλας
αλλά στήσε με ανάγλυφες λέξεις την κρήνη σου

να φτάνουν γενιές
να πιουν νερό
να χάνουν τη μιλιά τους.  

 

Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή Σαν άλλος Οιδίποδας.

 

Ο Ηλίας Γκρής γεννήθηκε το 1952 και κατάγεται από την Κρέσταινα Ολυμπίας. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1977 και έκτοτε εξέδωσε: Ρημαγμένη πολιτεία (1980), Στα γεφύρια του κόσμου (1982), Εχθρικό τοπίο (1983), Λήθαργος Κόσμος (Ζαχαρόπουλος, 1987), Η Έφεσος των αλόγων (1993), Αλφειός πρόγονος (Μεταίχμιο, 2005). Το 2014 εκδόθηκε ο συγκεντρωτικός τόμος Λήθαργος κόσμος 1977-1987 (εκδόσεις Γκοβόστη). Υπό έκδοση στις εκδόσεις Γκοβόστη είναι η συλλογή του Σαν άλλος Οιδίποδας



 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER