«O ποταμός» του Αλέξανδρου Ίσαρη

 

Το σώμα λούφαζε ανυπόμονο

κάτω από καλπασμούς αλλόπιστων ανδρών.

Η μάνα μου άνοιγε τα παράθυρα, τα έκλεινε με θόρυβο

άπλωνε το μέλλον μου στα σχοινιά

και πετροβολούσε τα κακά πνεύματα.

Το σώμα ψήλωνε, διαστελλόταν και μουρμούριζε

του ποταμού τους ήχους

που άλλοτε έπεφταν ή μ’ έπαιρναν στην αγκαλιά τους.

Όποτε φύτρωνα στους αγρούς

το νερό με χάιδευε, έφτανε ως την κοιλιά

ως το λαιμό σκαρφάλωνε

κι έπειτα λούφαζε σε μια χούφτα.

Κατρακυλούσε στο γυμνό κορμί

γεννώντας λάγνα τέρατα

ή μας έλουζε σαν κερασιά

στης κλίνης τους λειμώνες

με κόκκινα πετράδια.

Ο ποταμός έπεφτε σαν μανδύας και με σκέπαζε.

Σκάλιζε το δέρμα, έβαφε τα μαλλιά

που όλο και ξεθώριαζαν στον ήλιο.

Το σπίτι έτρεμε από ηδονή ουρλιάζοντας

μέσα σε σάλια, σπέρματα

ή δάκρυα χύνοντας προς το δειλινό

όταν η μέρα έγερνε νωθρή κατά τη θάλασσα.

Τριγύρω τα βουνά ριγούσαν

κοιτώντας την Ανατολή.

Αρρώστιες έμπαιναν από παντού

με νύχια έσχιζαν το χρόνο

καθώς εγώ δαγκώνοντας τα χείλη μου περίμενα

να κάνει καλοσύνη και να σταθώ και πάλι.

Η μάνα δίπλα στο κρεβάτι στύλωνε τα χέρια της

στους ώμους μου και με κοιτούσε.

Από τα μάτια της κυλούσανε ανταύγειες

μ’ ένα μαντίλι δροσερό στο βλέμμα.

Το σπίτι στένευε βαρύ μέσα στους δρόμους

κάνοντας την καρδιά να σπαρταρά

μα όταν ξέφευγα, κινούσα για τα πεύκα

τ’ ανήσυχα λιμάνια, τους σκοτεινούς δρυμούς.

Σφαγές ζωγράφιζα που μ’ έμαθαν να τραγουδώ

κάτι αλλότριες φωνές σε στίχους να εντοιχίζω.

Οι τρυφερότητες με πήγαιναν στα σύννεφα

όταν ο ορίζοντας άνοιγε τα φτερά του

και τα φιλιά στις ρώγες, στις μασχάλες

στα τσίνορα και στο λαιμό

άνθιζαν σαν πασχαλιές.

Βούλιαζα σε ολόγλυκες σπηλιές

ρουφούσα τα αγάλματα

και δεν ρωτούσα προς τα πού αρμενίζει η Αγάπη.

Κατέβαινα τα σκαλοπάτια του νερού

ανάμεσα σε μαύρα ψάρια, σε νύμφες

και σε βράχους μυτερούς.

Εκεί κουρνιάζουνε τα όνειρα

όταν εγκαταλείπουν τους ανθρώπους.

Εκεί μαζεύονται και οι νεκροί

που στο κεφάλι μου έκοβαν ξύλα τραγουδώντας.

Αμέτρητοι νεκροί χιλιάδες, απ’ όλες τις φυλές

να χάνονται σε αχανή πηγάδια

να διασχίζουνε σπηλιές και λαβυρίνθους

που οδηγούν στη Νύχτα.

Διδάσκοντας το μάθημα της Αντοχής

εγώ γερνούσα γρήγορα

δύσκολα στρέφοντας το βλέμμα

εκεί που το ποτάμι θα συνεχίσει να κυλά.

Τώρα απόκαμα να το κοιτώ.

Κουράστηκα να σέρνομαι ζητώντας.

Το σπίτι ράγισε και πέφτει – Σιωπή.

Οι ιστορίες πάλιωσαν πια.

Το φως της μέρας τις μασά και τις ξερνά αμέσως.

Ο τοίχος ψήλωσε, κρώζουν τα πουλιά

μουρμουρητά μυρμήγκια γέμισαν το χώρο.

(Από την ανέκδοτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Αλέξανδρου Ίσαρη, Ο κλόουν του Θεού, η οποία θα κυκλοφορήσει εντός του 2012 από τις εκδόσεις Κίχλη.)

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Lonesome for a place I know» του Στέλιου Χουρμουζιάδη

Γλάστρας ωδή Πολλά λουλούδια χθες μου χάρισεςκαι μέλισσες σε σμήνημ’ αντάλλαγμα το λιγοστό ανάχωμαμιας υδαρής φροντίδας. Κάθε πρωί με χαιρετάςμπολιάζεις το μπαλκόνιμε χρώμα έρωταβαθύαντίκρυ στο κρεβάτι μουολόγυμνα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Emily, Emily» της Μαριγώς Αλεξοπούλου

The No-Hoper Το μωρό στα χέρια σου, πρωινό χνούδι στο καταφύγιο του Κανένα από τη μεγάλη οικογένεια ο αδερφός σε προδίδει: γιακαδάκι, μαζεμένα μαλλιά στο σπίτι το πατρικό συνέρχεσαι ξαφνικά και μένεις με την ελπίδα....

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Β.Κ.» του Φιόντορ Ιβάνοβιτς Τιούτσεφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Σας αντάμωσα, κι όλο το παρελθόντης έμπειρης καρδιάς, ζωντάνεψε ξανά.Τα ωραία χρόνια θυμήθηκα,ζεστάθηκε η καρδιά μου… Σαν ενός ολόγιομου φθινόπωρου,τυχαίες μέρες και ώρες που αίφνης μυρίζει άνοιξηκαι κάτι μέσα μας...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: