«Οδυσσέας  ή  Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας  
(ή
Κοιτάζοντας το νερό)

Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.

 

Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό
και το γνώριζε. 
Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες,
τα κόκκινα ψάρια,
δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία,
ο λαιμός της γυναίκας
στα χείλη του.

Δεν τον ένοιαζε όλη αυτή η ξεγνοιασιά του χαμένου.

Ήξερε πως θα γύρναγε. Είχε κύμα, 
ήταν ολότελα χαμένος, μα ήξερε πως θα ’ρθει ο καιρός.

Εγώ όμως, ο Ελπήνορας,
που δε γνωρίζω

πηγαίνω πάλι στο κάγκελο
κοιτώ τ’ ακίνητα δέντρα 
κοιτώ το κατακάθι της βροχής
στις στέγες
κοιτώ το μολύβι στα χέρια μου 
με κοιτούν σαν νεκρό
τα σπουργίτια.

 

~~..~~   

 

Μπλε περίοδος   
(2η εκδοχή)

Άνεμος και ειρήνη.

 

Στην άκρη του κάβου
έρχεται κάθε απόγευμα
ένας ψηλόλιγνος ζωγράφος
με μυτερό γενάκι σαν πινέλο

στήνει το καβαλέτο απέναντι
απ’ την παραίτηση
και το βλέμμα του
στο προπατορικό σάπισμα
της βενζινάκατου

πιέζει το τελευταίο χρώμα
απ’ τα σωληνάρια
σαν οδοντόκρεμα

ατενίζει την κάθοδο του βουνού
στη θάλασσα
και τα ερείπια της εξόρυξης
του μαγγανίου

και ζωγραφίζει τον εαυτό του
κοντά σου.

 

~~..~~   

 

Κάτι φυσικό

Δέξου και μη στερήσεις.

 

Μιλώ μαζί σου στο τηλέφωνο
σαν να σε κοιτώ ξαπλωμένη.

 

~~..~~  

 

Κάτι ακόμα για τα βράδια μας

Δε θα σου κρύψω τίποτα.

 

Τα βράδια κατεβαίνουμε συχνά
στη θάλασσα. 

 

~~..~~    

 

Η επιλογή των ζώων   

Ό,τι αφήσαν τα δόντια.

 

Περνούσε ο καιρός και παλεύαμε.
Φθινόπωρο με φεγγάρι.

Η νέα εποχή έφερνε την παλιά.
Μόνο ο χρόνος δεν ήταν ίδιος.

Πέφταν βροχή οι στάλες σαν έβρεχε 
και ήλιος
και μετά ριχνόταν κι αυτός.

Έλεγες αγαπάς τα μεγάλα σκυλιά 
γιατί έχουν ανάγκη από φαΐ
και ξυπνάνε τις νύχτες και κλαίνε.

Συχνά σηκωνόσουν πριν φέξει
κι αναζητούσες τη γάτα σου
που σε πρόδιδε
κι ονειρευόταν άλλα.

Ύστερα πάλι τ’ απόγευμα
προτιμούσες τα μαύρα σκυλιά
που κοιτούν απ’ το τζάμι το χιόνι,
που ρίχνουν την ουρά στο χαλί 
γιατί τα μπέρδεψε η κίνηση,  
τα μπέρδεψε η γλύκα κι ο κόσμος

και τα φόβισε η ύπαρξη
που τυλίγει η σιωπή και το κρύο

κι επιστρέφουν με το βλέμμα στο πάτωμα
να τριφτούν στο σοφά
μπρος στα πόδια σου
και να το παίξουν σκλάβοι.

 

~~..~~ 

 

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Ο διαμελισμός του Αδάμ

 

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά ως συντάκτης (Αποικία, Διάστιχο, κ.ά.). Η ποιητική συλλογή του Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, και βραβεύτηκε στο Συμπόσιο Ποίησης το 2012. Πιο πρόσφατη συλλογή του είναι: Το ξυράφι του Όκαμ (εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί Ο διαμελισμός του Αδάμ.   


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τέσσερα ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη

Ζοφώδης τε και ασέληνος Ο ζόφος ουρλιάζει από άγρια χαρά πέφτει το βράδυ σμίγουν τα πάθη στο χάος των οικτιρμών των δακρύων στερεύει ο ρους βαθαίνοντας της αβύσσου η ένδεια Στενεύουν οι δρόμοι του ανώνυμου πλήθους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER