Τρία ποιήματα του Αντώνη Δωριάδη

κείνες οι σπάνιες νύχτες, οι θεατρικές,

καθώς φορά ο υποκριτής τη φορεσιά του

και παριστά –με τέχνη ασύγκριτη– αρχαία κλέη:

Αντώνιος, Λεύκιος, Μυρτίας, Καισαρίων.

Νύχτες της Αλεξάνδρειας, ντυμένες με μετάξι

πορφυρό, πλημμυρισμένες παρακμή και μεγαλεία.

Φιλιά βασιλοπαίδων σαν χειροκροτήματα θεών,

έκφυλων νέων, άσεμνων, ο γλυκύς χαμός.

Κι Αυτός, τι μέγιστη, γενναιόδωρη συμμετοχή,

ως του βυθού τα τρίσβαθα καταδύεται κι αργά,

κοπιαστικά, σαν άγαλμα, αναδύει την Ποιητική

–στίχο με στίχο– σαν αέτωμα ναού ιωνικού,

καθώς ταιριάζει σε τεχνίτη Έλληνα εξ Αιγύπτου,

απόγονο ενός Αλέξανδρου του Μακεδόνος

και μιας Κλεοπάτρας, της δυναστείας των Λαγιδών.

ΑΡΧΑΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ

Ήμουν κι εγώ εκεί, εν έτει 429, επί Περικλέους·

μαζί με άλλους Αθηναίους που είχαν καταφθάσει,

άλλοι με ίππους, με άμαξες, ακόμα και πεζή, στην Ολυμπία.

Ήταν Σεπτέμβρης μήνας κι η ήρεμη κοιλάδα του Αλφειού

είχε γεμίσει θεατές απ’ όλες τις γωνιές του ελληνισμού.

Οι Αθηναίοι είχαμε λόγο ακόμα ισχυρότερο να παραστούμε,

καθώς ο ωραίος Μνησικλέους, ο πιο ωραίος νέος, κατατρόπωσε

όλους τους αντιπάλους του στο πένταθλο – λένε γι’ αυτόν,

πως σμίλεψε στο πρόσωπό του τον Ερμή ο Πραξιτέλης.

Σήμερα ήταν η απονομή του επάθλου· εγώ καθόμουν δεξιά,

στα βορειοδυτικά, δίπλα στο άνδηρο των θησαυρών,

με θέα το πρυτανείο που έκαιγε το άσβεστο ιερό φως.

Δώδεκα ελλανοδίκες, ένας κήρυκας, ο σαλπιγκτής,

και πίσω η πομπή των ολυμπιονικών, που ακολουθούσε.

Με φύλλα δάφνης και άνθη έραναν στο διάβα τους τα πλήθη,

κι αυτοί, με χιαστί στα μέλη τους πορφυρές ταινίες, αργά,

διέσχιζαν, με συνοδεία αυλητών, της Άλτεως το χώρο,

κρατώντας κλάδο φοινικιάς, ως το ναό του Δία.

Μετά το σάλπισμα, ο κήρυκας άρχισε να εκφωνεί τους νικητές,

το όνομα του πατέρα τους, της πόλης και του αθλήματός τους.

Στο άκουσμα Μνησικλέους, όλοι οι Αθηναίοι, με υψωμένα χέρια

ζητωκραυγάσαμε «τήνελλα, Καλλίνικε, χαιρ’ άναξ Ηρακλέους!»

ενώ στεφάνι αγριελιάς τού εναπόθεταν ευλαβικά στην κόμη.

Το βράδυ, στήθηκε πλούσιο γεύμα για τα επινίκια –τι φωτιές!–

κι η πράσινη κοιλάδα της Ολυμπίας, ως τα βαθιά μεσάνυχτα,

αντιλαλούσε από παιάνες, ύμνους, Χαίρε και σπονδές –

γλέντι που μόνο εμείς, οι Αθηναίοι, ξέραμε να γιορτάζουμε.

ΦΕΙΔΙΑΣ

Το σώμα μου θα το νικήσεις,

γιατ’ είναι από ύλη εφήμερη·

το έργο όμως που θ' αφήσω,

αυτό, ποτέ δε θα μπορέσεις,

Χρόνε, να το οικειοποιηθείς –

θα μένεις στους Αιώνες

ηττημένος.

Ο Αντώνης Δωριάδης είναι ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Les Lettres Françaises από τον Louis Aragon και Les Temps Modernes από τον Jean-Paul Sartre. Θεατρικά έργα του έχουν μεταφραστεί και παίζονται σε πολλές χώρες στο εξωτερικό.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Άδηλον τραύμα» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Πόσο με πληγώνουν οι Κούροι αυτοί που εγκαταλείφθηκαν γιατί ράγισανΠόσο μου βαραίνουν τα μάτια Δεν είναι άγνοια Ανοησία ή ντροπή Είναι που ξέρω καλά Πως αυτά τα ξαπλωμένα αγάλματα Έδειχναν Πολύ...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Περίμενέ με» του Κονσταντίν Σίμονοφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Το 1940, ο Κονσταντίν Σίμονοφ (1915-1979) γνώρισε και ερωτεύθηκε την πολύ αγαπητή στο κοινό ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, για την οποία έγραψε ένα ερωτικό ποίημα που έγινε πασίγνωστο στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Πέντε ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου

Ήρωες της επιβίωσης Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα Με λαιμό...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER