«Το σπίτι» της Ελένης Χωρεάνθη

«Το σπίτι» της Ελένης Χωρεάνθη

«...Μιαν αυγινή το κούρσεψαν ανίδρωτοι λοτόμοι...»
(Μ. Μαλακάσης: «Το δάσος»)

Έστω εις μνήμην αυτής

Έζησε χρόνια συναπτά ογδόντα τέσσερα.
Βάσανα, λύπες και καημούς, θανάτους
σόδιαζε μέσα της σταλιά, σταλιά το δηλητήριο,
ατέλειωτη βροχή δακρύων
φυλλομετρώντας τις στιγμές του ανέστιου βίου της,
ταγμένη μια ζωή στην προσφορά.
Ζωή μοναχική, τυραννισμένη
με τόσους γύρω της προστάτες,
να υπηρετεί υποτακτική, να κανακεύει
και να φυλλορροεί μοναχικά στη σιωπή
ίσαμε που απόμεινε δεντράκι νηστικό,
ένα κλαράκι ξέφυλλο.

Ογδόντα τόσα χρόνια συναπτά και άβολα.
Κανένας δεν υποψιάστηκε ποτέ πόσο υπόφερε
πίσω από το παραθύρι με τα κάγκελα
προς τη μεριά του δρόμου πάντα ανοιχτό
μια επαφή με την αδιάφορη ζωή, τη βιαστική
με την πραγματικότητα που ανεβοκατέβαινε
τα σκαλοπάτια τα παμπάλαια του πατέρα
ίσαμε που τα ξήλωσαν κι αυτά «ανίδρωτοι λοτόμοι».

Βάδιζε ξέσκεπη μια ολόκληρη ζωή
με συνοδό τον πόνο, την οδύνη, την απόρριψη,
τον κάματο, τη δουλοσύνη
κατά πώς οδηγούσε ο καιρός τα κουρασμένα βήματά της.
Ξόδεψε τη ζωή της βολοδέρνοντας για την αποδοχή
ξενυχτισμένη σε προσκέφαλα παιδιών,
αρρώστων και ψυχορραγούντων,
σε ξόδια, σε ξεπροβοδίσματα γονιών και αδερφιών,
φίλων, συγχωριανών και συγγενών εξ αίματος.
Όλα τα υπηρέτησε με την αλήθεια και με την ψυχή της,
τα βίωσε στεκάμενη ορθή μ’ αξιοπρέπεια.
Ξόδεψε την ψυχή της ψηλαφώντας το σκοτάδι
να αφήσει μια στιγμή απ’ το πέρασμά της
χαραγμένη στο πλακόστρωτο της ασπλαχνίας των άλλων.

Έζησε μια ζωή μεγαλοβδόμαδα, πάθη, παθήματα και λάθη.
Ήτανε ατελέσφορη σαρακοστή μεγάλη η ζωή της,
χρόνια ογδόντα τέσσερα και βάλε,
σκορπίζοντας κομμάτια μνήμης την ψυχή της αφειδώλευτα,
μοίρασε άρτο επιούσιο μ’ απλοχεριά το γέλιο,
αντίδωρο, ψωμί της καλοσύνης τη ζωή της.
Σπυρί σπυρί φίλεψε από το υστέρημά της την αγάπη
κι έφυγε ολομόναχη τη νύχτα της Παρασκευής,
–είκοσι πέντε Οκτωβρίου δύο χιλιάδες δέκα τρία–
άφιλη, ασυντρόφευτη και προδομένη.

Κηδεύτηκε θριαμβικά, ωστόσο, εν μέσω γενικής κατάνυξης,
επευφημίας καθολικής κι αποδοχής
και με σημαίες και σημαιάκια εορταστικά,
μονάχα η φιλαρμονική του Δήμου δεν παιάνισε το κατευόδιό της.
Μοσχοβολούσε δεντρολίβανο και δάφνη και μυρτιά
καλοδεχούμενο εορταστικά το περιβάλλον,
μέσα κι απόξω η εκκλησιά,
ο Αϊ-Δημήτρης μας μοσχοβολούσε,
όλος ο χώρος του ναού λυπητερά λαμποκοπούσε,
σύμπαν πενθούσε σιωπηλά το εορτάζον πλήθος,
δακρυρροούσα η φύση έδωσε τον τελευταίο ασπασμό της
κι άνοιξε τρυφερή την αγκαλιά
να την υποδεχτεί φιλάνθρωπο το χώμα.
Είκοσι έξι Οκτωβρίου δύο χιλιάδες δέκα τρία,
ώρα έντεκα, κηδεύτηκε,
ανήμερα της εορτής του Μυροβλήτη.

Ποιος ξέρει πόσο πόνεσε κι αν πόνεσε,
πώς βγήκε, πώς δραπέτεψε από μέσα της,
πώς έφυγε μέσα στην άθλια νύχτα η ψυχή της
αφήνοντας το σώμα αδειανό,
ένα σαρκίο άψυχο, θρυμματισμένο,
και πέταξε πουλί πετούμενο
να ανταμώσει τους αναπαυμένους στη σιωπή.

Ξόδεψε μια ολόκληρη ζωή μες στο κελί
που έχτιζε περίτεχνα και με υπομονή
ίσαμε που απόμεινε σκιά μαυροντυμένη,
προτού το τέλος κλείσει οριστικά τη θύρα στο πλατύσκαλο
και το παράθυρο προς τη μεριά του δρόμου.

Τώρα μια σκιά ερημική, μαυροντυμένη εκείθε περιφέρεται
στην ερημιά, στο κλειδαμπαρωμένο σπίτι
που ήταν πάντα ανοιχτό, γελούμενο, περήφανο,
λεβέντικο μ’ όλα τα βάσανα, τους κόπους,
τον ιδρώτα του πατέρα που ξοδεύτηκε,
τα βάσανα της μάνας,
της Βαγγελής το διαρκές μαρτύριο στα χέρια της,
– μοίρα και βάλσαμο,
παρηγοριά και συντροφιά και έγνοια της καθημερνή.

Τώρα, μια ερημιά ολόρθη ενοικεί
και περιφέρεται στο έρημο,
στο κλειδαμπαρωμένο σπίτι του πατέρα.

Π. Φάληρο, 3/7 Ιανουαρίου 2014
Των Θεοφανείων

 

 


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας   (ήΚοιτάζοντας το νερό) Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.   Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό και το γνώριζε.  Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες, τα κόκκινα ψάρια, δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία, ο λαιμός της γυναίκας στα χείλη του. Δεν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER