Τέσσερα ποιήματα της Παυλίνας Παμπούδη

 

ΑΛΙΚΗ

Μικρή, ζούσε κυρίως μέρα:
Μόλις σκοτείνιαζε έσκιζε μια σελίδα

Έχασε πολύ μαύρο
Μέτρησαν στο μισό τα χρόνια της
Στο ενδιάμεσο ταξίδεψε, μεγάλωσε
Γέννησε κόρη με σημάδι

Έκθαμβη
Πάντα
Τραγουδά κάτω απ’ τα φώτα
Με κόμη φλεγομένη

Τραγούδια περγαμόντο, βύσσινο
Στην ασημένια της φωνή τρατάρει
Γλυκόπικρο νεράντζι με τη στάχτη του

Όταν δεν τραγουδά, ταράζεται?
Βγάζει επιφωνήματα οξέα
Πουλιών σε πανικό

(Ανέκαθεν είχε φερσίματα πουλιού:
Ως θήραμα
Έβλεπε πάντα δυο ανθρώπους
–ή περισσότερους, καμιά φορά– στο ίδιο πρόσωπο
Αδυνατώντας με την πλευρική της όραση
Ν’ αντιληφθεί μόνο τον ένα)

Όταν λοιπόν δεν τραγουδά, τρομάζει:
Μιλάει πολύ γρήγορα
Σαΐτα η ασημένια της φωνή
Μια προς το μέλλον, μια στο παρελθόν
Στα δυο λευκά κουβάρια, πάντοτε
Να πλέκεται κι η ίδια
Μία καλή, μία ανάποδη,
Να παγιδεύει την ηχώ της στον ιστό

Στη γλώσσα των ανθρώπων, όχι,
Δεν τα κατάφερε ποτέ
Γι’ αυτό και τραγουδά συνέχεια.
Κάτω απ’ τα φώτα και, κρυφά, στον ύπνο της

ΒΕΡΟΝΙΚΗ

Η Βερονίκη είναι μια μεγάλη έφηβη
Επιφυλακτική κι αδέξια
Κινείται άτολμα στο έδαφος
Με δισταγμό
Και μοιάζει σαν να μην αναγνωρίζει
Βλέποντας τα μέλη της
Σαν η μισή να βρίσκεται κρυμμένη πάντα
Στην αθέατη πλευρά της

Ίπταται πάντως άνετα, ή λάμνει
Ποντοπορώντας με ασφάλεια
Κι ας χάνει, διαρκώς, προσωπικά της αντικείμενα
Στα σκοτεινά άλλων ανθρώπων

Όλους τους εκπεσόντες αγαπά αγγέλους
Ιδιαίτερα τα ζώα
Εάν η Βερονίκη ήταν ζώο, θα ήταν αίλουρος ανήλικος?
Αν ήταν άνθος, γλαδιόλα πορφυρή?
Αν ήταν έντομο, μάντις η ευλαβική?
Αν ήταν δέντρο, κλαίουσα ιτιά
Αν ήταν έρωτας, απόλυτη καταστροφή

Δεν είναι, όμως, παρά μια ποιήτρια:
Παθητική, φύσει ερωμένη του ανέφικτου
Δόκιμη μοναχή
Αγνή, διακορευμένη και ανέραστη

ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Άτολμα μ’ αγκαλιάζουν στις φωτογραφίες
Ή δοκιμάζουν
Να σηκώσουνε το βάρος μου

Καμιά δεν μπόρεσε πολύ καιρό

Ποια να ’ταν, ποια;

Η Άλκηστη ή η Μυρσίνη
Μ’ έχει στους ώμους της ανεβασμένη;
Κόκκινο Λιμανάκι στη Ραφήνα
Ή Μεγάλο Πεύκο;

Ανέβηκε κι η θάλασσα, βυθίστηκαν τα πάντα
Ως τα ονόματα

(Ίσως και να ’ταν η Κλειώ, η τρυφερή,
Που τραγουδούσαμε μαζί τη Φλαμουριά

Ακούγεται ένα μικρό φάλτσο στη μνήμη)

Αυτή θα είναι η Emmy
Κατάξανθη, αέρινη,
Σε περιβόλι δροσερό
Που εξατμίστηκε

Γύρισε στην πατρίδα της
Μου έστειλε ένα ροζ φουρό
Μια κασετίνα με χρωματιστά μολύβια

Την Αργυρούλα την αναγνωρίζω
Με το αυστηρό της χτένισμα
Πλεξούδα γύρω απ’ το κεφάλι
Σαν μαύρο φωτοστέφανο από έρωτα μεγάλο
Μικρή, εξόριστη στο Τρίκερι
Γενναία κοπέλα

Μου διάλεξε τα πρώτα μου γυαλιά
Το σκελετό σε σχήμα πεταλούδας – τα μισούσα

Στη φλου, την τελευταία, είναι σίγουρα η Βάσω
Θολό τοπίο, θαμπά δέντρα
Χωρίς πρόσωπο κι οι δυο μας
Με ντρεπόταν, την ντρεπόμουν, είχα μεγαλώσει

Η Άλκηστη, η Emmy, η Μυρσίνη,
Η Βάσω, η Αργυρούλα, η Κλειώ

Όλες, καλές μου φιλενάδες
Όλες τις είχα αγαπήσει που τον αγαπήσανε

(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Το μοβ άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ροές).

Η Παυλίνα Παμπούδη είναι συγγραφέας και εικονογράφος. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην ΑΣΚΤ και στο κολέγιο Byam Shaw School of Art του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει δυο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, έχει γράψει αρκετά σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

 

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας   (ήΚοιτάζοντας το νερό) Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.   Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό και το γνώριζε.  Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες, τα κόκκινα ψάρια, δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία, ο λαιμός της γυναίκας στα χείλη του. Δεν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER