A+ A A-

Τρία ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

Τρία ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη*
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

[*Auber, Weir: Πιθανή αναφορά στους σύγχρονους με τον Πόε DanielFrançoisEspritAuber, συνθέτη ελεγειακής μουσικής όπερας, και RobertWalterWeir, φημισμένο ζωγράφο τοπίων της Σχολής Hudson River.]

 

ΣΟΝΕΤΟ – ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Πώς αυτός να σ’ αγαπήσει; Ή πώς σοφή να σε θεωρήσει;
Όταν εσύ δε θέλεις στις περιπλανήσεις του
να τον αφήσεις
να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;
Συ δεν είσαι που την Άρτεμη από το άρμα της βίαια έριξες
και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
για να βρει καταφύγιο και γαλήνη
σε μιαν άλλη πιο χαρούμενη σελήνη;
Συ άσπλαχνα δε χώρισες τη Ναϊάδα από τη νερομάνα της,
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της
κι εμένα από το όνειρο το θερινό
κάτω από τον κόκκινο ταμάρινθο;

 

Ο Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849) περιγράφει στα έργα του έναν κόσμο φανταστικό και νοσηρό, ενώ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θεμελιωτές της αστυνομικής λογοτεχνίας. Στην παγκόσμια αναγνώρισή του συνέβαλαν οι μεταφράσεις έργων του από τον Μποντλέρ.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr