A+ A A-

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟτου Γιώργου Μπλάνα

Ω, τίποτα δε γίνεται, ασύστατοι· τίποτα· παραείναι

ανήσυχη η ουρά της Ιστορίας, για να την αγνοήσει –

η Ιστορία. Τι βγαίνει από αυτή την τετράποδη μανία

να έχει συνεχώς στα δόντια της το παρελθόν;

Κατά τη γνώμη μου, ο θάνατος

–γαβγίσει δε γαβγίσει– η σάρκα συνεχίζει

να κρέμεται από την ψυχή,

και κανείς δεν μπορεί να δει στην ομορφιά

το ισοδύναμο της αλήθειας,

με την παλιά, χάλκινη σημασία.

Φυσάει μέταλλο αρπακτικό το σκοτάδι,

η νύχτα αιμάτωμα στη ράχη του ύπνου

και ξαφνικά κάτι σαν φόβος ξεπερνάει τους αγγέλους.

Βγαίνει καπνός απ’ τα ρουθούνια του ανεβαίνει, τυλίγει

ίσκιους, απουσίες, υποψίες: «Αν η γη

κινείται εκ των πραγμάτων, δεν μπορούμε

ν’ αλλάξουμε το γεγονός πως ο Αβραάμ

είχε παιδί και ο Τοβίας σκυλί.

Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι με παιδιά

και σκυλιά. Όμως αυτός,

αυτός ο βροχερός πάνω απ’ την άμμο –Τι παραλογισμός!–

δεν απαίτησε ποτέ από κανέναν να θυσιάσει το σκυλί του –

για ποιο πράγμα δεν έχει σημασία».

Γυμνός από τη σύνεση και κάτω ο άλλος:

«Η ζωή των ανθρώπων καθορίζεται μόνο

από το δίκαιο της μνήμης.

Αυτό, ωστόσο, είναι μόνο η μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή: το δικαίωμα ν’ αποφασίζουμε

με ποιον τρόπο δεν είμαστε τίποτα, τίποτα.

Ενώ, τόσα παράδοξα:

ερπετά των ουρανών και γουρούνια των νερών,

θηρία που απαιτούν απ’ τη ζωή

την ακεραιότητα των λέξεων.

Αλλά τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί

με κλόουν που προσπαθούν να πείσουν

πως είναι κοινοί δολοφόνοι».

Κόκκινα ράμφη, γυάλινα τα βλέμματα

από τρόμο σε τρόμο. Οι γυναίκες

και τα παιδιά των εργατών

σάλευαν ανάμεσα στα πτώματα,

σαν πτώματα, έκλαιγαν ωστόσο,

έκλαιγαν ελεύθερα… Ελεύθερα! Στο κέντρο

της πόλης, φωνή ψηφιακή: «Να καταστεί σαφές

πως όλες οι νόμιμες δραστηριότητες

είναι κατά κύριο λόγο ασύμβατες

προς τη φύση, αλλά θα πρέπει

κατά καιρούς να ερχόμαστε σ’ επαφή

με ορισμένα στελέχη στην επιφάνεια.

Αυτό απαιτεί μια πολύ αυστηρή στεγανοποίηση

στα σπλάχνα των υποβαθμισμένων συνοικιών».

Ένας πρόχειρα εκτυπωμένος Ντουρούτι:

«Οι δρόμοι είναι ζωντανοί! Μια σφαγή

κρύβει πάντα μιαν άλλη σφαγή,

ξεφτιλισμένοι, αρουραίοι».

Ακόνιζαν τα ράμφη τους στη σκουριά

των σκοταδιών. Φταρνίζονταν,

τα μάτια τους πετάγονταν,

τα έπιαναν ο ένας του άλλου

φλεγόμενα στον καύσιμο αέρα,

τα ξανάβαζαν στις θέσεις τους…

«Γιατί ο πόλεμος; Ποιος χρειάζεται τον πόλεμο;»

«Αυτοί που δεν μπορούν να φτάσουν μέχρι τον Όμηρο».

«Εμείς τουλάχιστον ξέρουμε τι θέλουμε: να είμαστε ελεύθεροι!»

«Ωστόσο σε καθέναν αναλογεί μια Σφίγγα. Η Σφίγγα του».

«Δε διαφωνώ. Οι συνθήκες είναι δύσκολες

όταν δεν αναγνωρίζεις ούτε πειθαρχία, ούτε Θεό.

Αλλά μοιάζουν τόσο πολύ με τέχνασμα όλα!

Ξέρεις τι κάνει ένας λαγός που το χιόνι

έκλεισε για τα καλά την τρύπα της φωλιάς του;

Παραδέχεται πως η αλήθεια είναι πολύ

χειρότερη από κάθε ψέμα…»

Φάνηκε να ’ρχεται ο αιώνας, οδηγώντας ένα παλιάλογο

που έσερνε ένα κάρο από καιρό ρημαγμένο και τώρα

ένας απίστευτος σωρός ξύλα, που απορούσες

πώς κατάφερνε να κινείται

κι έλεγε ο αιώνας: «Έλα, Λόγε, τελείωνε,

πάρε τα πόδια σου. Επειδή ένας νόμιζε πως σε οδηγούσε,

ενώ τον οδηγούσες εσύ,

κι άλλος πως σε χρησιμοποιούσε,

ενώ η μόνη ελευθερία που απολάμβανε

τ’ απογεύματα ήταν η συμβατική δουλεία

που του επέβαλλες,

θα πρέπει να οργώσουμε όλα τα βουνά των Βαλκανίων;

Όποιος δει ένα τεράστιο πλοίο και νομίσει πως πλέει

ανάμεσα στα ηλιοτρόπια της Νότιας Γαλλίας,

ενώ δεν πλέει παρά σ’ έναν ακόμα μεγάλο ποταμό,

από εκείνους που εξασφάλισαν οι αβράκωτοι στο Καπιταλισμό,

έχει περισσότερες ελπίδες ν’ απαντήσει…

Το ερώτημα: Ονειρεύομαι ή όντως δεν υπάρχω;»

«Δε γίνονται αυτά· δεν προλαβαίνω», ο βροχερός

όταν ψήνει ο ήλιος την πέτρα,

κάπου ανάμεσα στα ξύλα και τα σίδερα του κάρου.

«Σε λίγο θα ’ναι νύχτες οι μέρες μου.

Δε θα μπορώ να ξεχωρίσω

μια δυσκολία από μιαν αποτυχία.

Δυο βήματα να κάνω απ’ τη φωλιά μου

θα τσακιστώ πάνω στην πρώτη ελπίδα

που θα βρεθεί στο δρόμο μου.

Όταν κουτσαίνεις την ουσία σου τόσον καιρό,

σχεδόν δεν έχεις ουσία. Εκτός αν μετράει

εκείνη η ενοχλητική δυσκολία στην πίστη:

μια παραλίγο απόρριψη κάθε φορά·

ποτέ μια ολόκληρη απόρριψη

κι η γη να κοροϊδεύει: “Ξεπέφτοντας,

δοξάζεται ο θεός, σακάτη των αστέρων!”»

 

Σαν να προσπαθούσε το σκοτάδι ν’ ανοίξει

δρόμο προς το σκοτάδι, με δικά του

έξοδα. Στεκόταν εκεί, στην άκρη του γκρεμού,

κι ο άνεμος που έτριζε φθαρμένες αποστάσεις

στο κατάρτι της νύχτας, η αμμουδιά,

κάτω, που προσπαθούσε

να βολευτεί στο πέτρινο κατάστρωμα του σύμπαντος,

αδιαφορούσαν γι’ αυτό που κυρίως υπήρξε:

ένας ξένος ανάμεσα στους ξένους που τον γέννησαν.

«Αντιστέκεται, ακόμα αντιστέκεται!»

«Το βάζουν κάτω οι νεκροί;»

«Πόσο νόημα μπορεί να πάρει μαζί του;»

«Έτσι λεπτό σαν σκόνη που το κατάντησε,

καθόλου, καθόλου νομίζω. Απλά

θα τριγυρίζει δίχως λόγο

–που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής–

ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,

σαν ολοφάνερη αλήθεια».

«Κι ο αέρας, η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές

που ησυχάζουν σαν λευκά νεροπούλια

στη σκιά των βράχων;

Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος

που καβγαδίζει με τη νύχτα

πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;

Ψέματα όλα αυτά;»

«Ψέματα; Όχι, βέβαια, αλλά…

Αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι

που τρέχουν πάνω κάτω

σαν δηλητηριασμένα ποντίκια,

νομίζοντας πως προοδεύουν…

Αυτοί… Αυτοί…

Θα πρέπει ν’ αφορμίσουν

τα σπλάχνα της θάλασσας,

να μην ξέρουν πια οι ακτές τι να κάνουν

τα αισχρά πτώματα των ιδεών τους, κανείς

να μη θυμάται πως θήλαζε κρυφά θεσμούς

στο κουφάρι του…»

Ούρλιαζε, στην άκρη του γκρεμού:

«Να πάτε να πνιγείτε! Να γεμίσει

η θάλασσα αστέρια, ο ουρανός

να ζητήσει με χέρι τυφλό

από τα δέντρα και τις πέτρες να χορέψουν,

στις ακτές των αγρών… πέτρινο μένος…

 

ανάπηρα λιμάνια…

κατασφαγμένοι όρκοι των πλατειών…»

Άνοιξε ο ουρανός και βγήκαν τρεις δαίμονες:

«Καλύτερα να διαλέξεις,

με την άνεση του γενετικά αποτυχημένου αυτόχειρα,

ανάμεσα σε μια κόλαση φανταστικών αγγέλων

κι έναν παράδεισο πραγματικών δαιμόνων,

έτσι που κατάντησες την πραγματικότητα –εσύ, ναι!–

κι έτσι που κατάντησες τη φαντασία –ναι, εσύ!–

προσπαθώντας ν’ αποδείξεις

πως ο πίθηκος κατάγεται απ’ τον άνθρωπο…»

 

Ρίχτηκε γρήγορος και ξαφνικός,

όπως όλα τα έρποντα κι οι συναφείς θεότητες.

 

Ο Γιώργος Μπλάνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959 και είναι ποιητής, μεταφραστής και κριτικός. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την ποιητική συλλογή Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή. Το τελευταίο βιβλίο του, Στασιωτικά [1-50], βραβεύθηκε από το περιοδικό Διαβάζω.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr