Έξι ποιήματα του Χρήστου Αντωνίου

MAIL ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΔΙΚΤΑΙΟ
Θυμάσαι κείνο το βράδυ που βγήκες
μια βόλτα μαζί μου
χωρίς τον αληθινό εαυτό σου
και δεν μπορούσες να μιλήσεις
σαν κανονικός άνθρωπος;
Μπερδευόσουν στις απλές κουβέντες.
Μπλεδιασμένες πετάγονταν οι φλέβες σου
από την πίεση της αμηχανίας σου
σαν τα μπαλόνια του γυρίνου
και ίδρωνες γιατί δεν άντεχες
την καθημερινή ζωή συνηθισμένος
στις εξάρσεις της ποιητικής σου αμεριμνησίας!

ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ!
Το '89 πετάξαν όλα τα πουλιά
Και γλίστρησαν από τα δάχτυλα τα νοήματα
σαν χέλια.
Η άμμος των -ισμών μετακινήθηκε
και εγένετο χάσμα μέγα!
*
Εθελοντές ποιητές να πάρουν πια τη θλίψη μας
απ' την καρδιά μας και να τη βάλουν στο πανέρι
της πράσινης ανάπτυξης των αισθημάτων
και να το φωνάξουν σ' όλους δυνατά
πως είμαστε χαρούμενοι.
*
Η Αλίσια φόρεσε το μενεξελί φουστάνι της
που το 'ραψε κάποια νεράιδα του βυθού
με βότσαλα και αστερίες
κι έριξε στους ώμους της τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της.
*
Να το φωνάξουν δυνατά οι ποιητές:
Είμαστε χαρούμενοι!

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΒΑΝΙΤΙΑ
Περπατούσαμε στην Αρβανιτιά πιασμένοι χέρι χέρι
κάτω απ' τα βράχια με τις φραγκοσυκιές
με το τελευταίο φως του δειλινού
να ροδίζει τη θάλασσα δίπλα μας.
Το χέρι μου έτρεμε μες στο δικό σου
κι η ανάσα μου χοροπηδούσε, φοβισμένος
λαγός να γλιτώσει το κυνηγόσκυλο του Έρωτα.
Πάνω μας το επιβλητικό Παλαμήδι!
*
Σε αντίθεση με το περήφανο τοπίο
έχασα την πίστη μου, διαλύθηκα!

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ
Και δεν είναι μόνο οι λέξεις
ξεχάσαμε το αίμα που δε γίνεται μελάνη,
το κόκκινο χαλί
που μας τυλίγει σαν το σάβανο ή σαν το δίχτυ
κι ενώ ετοιμάζεσαι να πλύνεις τα χέρια σου
στο λουτρό –ξέρεις ποιο εννοώ– για την τελετουργία
δέχεσαι το μαχαίρι στην πλάτη
και μένεις έτσι –πόσα χρόνια τώρα– με το μαχαίρι
βυθισμένο στην πλάτη
με την κραυγή του Φιλοκτήτη στο στόμα.
*
Αυτή τη χρόνια κραυγή πώς να την εμπιστευτείς σ' ανήμπορες
διαμαρτυρίες.
Και να 'ναι νύχτα, χειμώνας και σιωπή
να τραβάς αθόρυβα τις κουρτίνες
να γυρίζεις το διακόπτη του ηλεκτρικού για συσκότιση
να δένεις βιαστικά την πληγή σου από την προηγούμενη ανάκριση
να μεταμφιέζεσαι... να μεταμφιέζεσαι...
μέχρι την τέλεια διάλυση. Γι' αυτό την πνίγεις μέσα στο ποίημα
όπως σβήνεις βιαστικά το τσιγάρο για να φύγεις κρυφά
από ταράτσα σε ταράτσα μη σε προλάβουν οι χωροφυλάκοι.
*
Οι τραβηγμένες κουρτίνες
ο κατεβασμένος διακόπτης
το σβησμένο τσιγάρο
δεν είναι το ποίημα, είναι μόνο οι λέξεις.
Το ποίημα έχει δραπετεύσει μαζί σου
ακολουθώντας την αιμάτινη γραμμή
εκείνη την κραυγή που λέγαμε,
τη μόνιμη.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ
Τα βράδια του φθινοπώρου περιμένω τις τελευταίες
σταγόνες της βροχής πάνω στην τσίγκινη τέντα
μια μια – υγρά τύμπανα μιας αδιόρατης αίσθησης.
Με πολιορκούν όλες μαζί οι τεθλασμένες γραμμές των τοίχων
τα φύλλα της κληματαριάς κινούμενα φαντάσματα
τα σπασμένα μου ρόδια ανοιχτοί λογαριασμοί με τ' άστρα
κι η τρέλα μου που ξοδεύει το πάθος μου σα μια παλιά δραχμή
υποτιμημένη σαν τις λέξεις μου
που τυραννούν το αρνητικό πρόσωπο της νύχτας,
το λευκό χαρτί.
Τ' ακροκέραμα στις απέναντι στέγες μοιάζουν με μπάντα
του παλιού καιρού που δε θα ξαναπαίξει
μυρίζουν τα τριαντάφυλλα, τ' αλεξίπτωτα γιασεμιά
που αυτομόλησαν από τη διπλανή βεράντα
κι ο άγγελος χωρίς ρομφαία
χωρίς κρίνο
χωρίς φτερά.
*
Παρακολουθώ ευλαβικά τη συνεχιζόμενη ροή αίματος.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας   (ήΚοιτάζοντας το νερό) Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.   Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό και το γνώριζε.  Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες, τα κόκκινα ψάρια, δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία, ο λαιμός της γυναίκας στα χείλη του. Δεν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER