WYSTAN HUGH AUDEN

WYSTAN HUGH AUDEN μετάφραση - παρουσίαση: Belica-Antonia Kubareli

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΤΥΡΑΝΝΟ

Επεδίωκε κάποιου είδους τελειότητα

και η ποίηση που εφηύρε ήταν απλή, κατανοητή.

Ήξερε σαν την παλάμη του την ανθρώπινη παλαβωμάρα,

κι ενδιαφερόταν τρομερά για στρατούς και στόλους.

Όταν γελούσε, σεβαστοί συγκλητικοί ξεσπούσαν σε γέλια,

κι όταν έκλαιγε, τα μικρά παιδιά πέθαιναν στους δρόμους.

 

ΑΝ ΗΞΕΡΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ

Ο χρόνος δε θα δείξει τίποτα, αλλά αυτό σ’ το είπα,

ο χρόνος γνωρίζει μόνο το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε.

Αν μπορούσα να σου πω, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.

Αν είναι να κλάψουμε όταν οι κλόουν κάνουν παράσταση,

αν είναι να σκουντουφλάμε όταν παίζουν οι μουσικοί,

ο χρόνος θα το δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.

Δεν έχω να σου πω κάτι περισπούδαστο, αν και

καθώς σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να πω,

αν μπορούσα να σου πω τι θα γίνει, θα σ’ το έλεγα.

Όταν φυσούν οι άνεμοι, έρχονται από κάπου

και σίγουρα υπάρχει λόγος που τα φύλλα μαραίνονται.

Ο χρόνος θα δείξει ή δε θα δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.

Ίσως τα τριαντάφυλλα να θέλουν στ’ αλήθεια ν’ ανθίσουν

και το όνειρο να θέλει στα σοβαρά να μείνει μαζί μας.

Κι αν ήξερα τι να πω, θα σ’ το έλεγα.

Φαντάσου να έφευγαν όλα τα λιοντάρια,

να στέρευαν τα ποτάμια, να το έσκαγαν οι φαντάροι.

Ο χρόνος θα έλεγε: σας το είπα ότι θα γίνει.

Κι εγώ, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.

 

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ

Ξύπνησα στην αγκαλιά της θέρμης του κορμιού μου κι άκουγα

την καταιγίδα να γλεντάει τον καταιγισμό της στη χειμωνιάτικη σκοτεινιά

όμως το αυτί μου, όπως κάνει πάντα στη λαγοκοιμισμένη μέθη μου,

έπιασε δουλειά, να μεταφράσει τις παρεμβολές της χλαπαταγής,

ερμηνεύοντας τα αέρινα φωνήεντα και τα υδάτινα σύμφωνα

σε ένα ερωτικό τραγούδι συνταιριασμένο για το Δικό σου Όνομα.

Δεν πήγαινε στα δικά μου γλωσσικά γούστα, όμως έστω κι έτσι,

μάλλον άτσαλα και τραχιά, το τραγούδι ήθελε να σε παινέψει,

αναγνώριζε σ’ εσένα το θείο γέννημα της Σελήνης και του Ζέφυρου·

είχες δυνάμεις που δαμάζουν πραγματικά και φανταστικά τέρατα,

κι υμνούσε την επιμονή σου να βρίσκεσαι σε μιαν ορεινή χώρα,

αλλού πράσινη επίτηδες κι αλλού γαλάζια για καλή τύχη.

Ήταν φωνακλάδικο τραγούδι που με βρήκε ολομόναχο

και μου ξανάφερε μια μέρα παράξενης βαριάς σιωπής

που ακόμα κι ένα φτάρνισμα ακουγόταν ένα μίλι μακριά, με πήρε

στην κορφή της λάβας δίπλα σου, σε μια στιγμή άχρονη όσο η ματιά

σ’ ένα τριαντάφυλλο, σπάνιο ακριβώς σαν την παρουσία σου,

τόσο αλλοτινή, τόσο πολύτιμη, τόσο απόλυτα εδώ.

Και όλο αυτό σε μια στιγμή που δυστυχώς πολύ συχνά

ένας είρωνας διάβολος με ενοχλεί ζητώντας κομψά αγγλικά,

προβλέποντας έναν κόσμο όπου κάθε αγιασμένος τόπος

είναι θαμμένος στην άμμο όπως το συνηθίζουν στο Τέξας,

γιατί πήραν λάθος πληροφορίες απ’ τους ξεναγούς

κι οι ευγενείς καρδιές χάθηκαν σαν θρησκευτικές ιδεολογίες.

Κοιμήθηκα όλο το πρωινό με ευγνωμοσύνη δίχως να ομολογήσω

πόσο πίστευα όσα έλεγε η καταιγίδα στο τραγούδι της

και ήσυχα έστρεψα την προσοχή μου σ’ αυτό που όντως γινόταν

–τόσο πολλά κυβικά μέτρα στη δεξαμενή μου, κόντρα

σ’ ένα λιονταρίσιο παλιό καλοκαίρι– κι έβαλα προτεραιότητες:

χιλιάδες έζησαν χωρίς αγάπη, αλλά κανείς χωρίς νερό.

 

Ο Γουάιστεν Χιου Όντεν ήταν Βρετανός ποιητής, από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα, αν και το έργο του δεν είναι ευρέως γνωστό στην Ελλάδα.

Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μετανάστευσε στην Αμερική όπoυ κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για το έργο του The Age of Anxiety. To 1955 πήρε την έδρα της Ποίησης στην Οξφόρδη.

Η κεντρική θεματολογία του αφορά τον έρωτα, την πολιτική, τα πολιτικά δικαιώματα, τη μυθολογία και τις θρησκείες, το ήθος, τις ανθρώπινες σχέσεις και την απρόσωπη φύση. Τα πρώτα ποιήματά του εμφανίστηκαν στα τέλη του 1920 και εντυπωσιάζουν ως σήμερα για το απόλυτα μοντέρνο τηλεγραφικό στιλ που χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα τον 21ο αιώνα συνδυάζοντας την οικονομία, τον πειραματισμό και τον έντονο δραματικό τόνο. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα στην Αγγλία, όπου τον θεώρησαν προφήτη της Αριστεράς.

Τέλη του ’30 άρχισε να δυσφορεί με το ρόλο που του έδωσαν οι Βρετανοί κομμουνιστές και το 1939 μετακόμισε στην Αμερική, όπου το 1946 πήρε και την αμερικανική υπηκοότητα. Τα θέματά του άρχισαν να εξερευνούν τη φρικαλεότητα του πολέμου και του θανάτου, καθώς και μεταφυσικά και ηθικά ζητήματα, ενώ οι φόρμες του ήταν και κλασικές αλλά και δικής του εφεύρεσης, που χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους νεότερους ποιητές. Από το ’60 επικεντρώθηκε στις λέξεις που αποκάλυπταν απαγορευμένες καταστάσεις και άρχισε να γράφει λιμπρέτα για όπερες, γιατί αυτή η φόρμα τού άφηνε περιθώριο να εκφράσει πολύ δυναμικά τα συναισθήματά του.

Αν και ποτέ δεν έκρυψε την ομοφυλοφιλία του, ήξερε ότι ο αμερικανικός συντηρητισμός καθώς και η αγγλική ιντελιγκέντσια αλλά και οι κομμουνιστές θα τον κατηγορούσαν για τις ερωτικές του προτιμήσεις. Ο ίδιος έλεγε: «Πάνω απ’ όλα η agape, ο άνθρωπος πάνω απ’ το φύλο». Ακριβώς επειδή πίστευε στην αγάπη, ζήτησε δύο φορές από δύο γυναίκες να τον παντρευτούν για να τις κρατήσει για πάντα φίλες του.

Ο Όντεν έγραψε επίσης πολλά δοκίμια για τη λογοτεχνία, την πολιτική, την ψυχολογία και τις θρησκείες, καθώς και λογοτεχνικές κριτικές. Του άρεσε καθετί καινούργιο και πρωτότυπο, κι έτσι συμμετείχε σε ποιητικές θεατρικές παραστάσεις, ντοκιμαντέρ και άλλα χάπενινγκ της εποχής. Υπήρξε μια προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις, άνθρωπος μεγαλόθυμος και μεγαλόψυχος, με τεράστια επιρροή στους ομοτέχνους του. Μετά το θάνατό του έγινε περισσότερο γνωστός μέσω ταινιών, ραδιοφωνικών εκπομπών και των ΜΜΕ που ανακάλυψαν, έστω και αργά, το έργο του.

Επηρεάστηκε βαθιά απ’ τον Μαρξ, τον Φρόιντ, τον Καβάφη, τον Έλιοτ, τον Γκαίτε, τον Μπρεχτ. Έγραψε περισσότερα από 400 ποιήματα που καλύπτουν ένα πολύ ευρύτερο θεματολογικό φάσμα απ’ τα έργα του Έλιοτ ή του Πάουντ. Τον χαρακτήριζε μεγάλη εργατικότητα και συνεχώς επέστρεφε στα έργα του για να τα διορθώσει ώστε να φτάσουν στο ιδεατό για εκείνον επίπεδο, ενώ είναι απ’ τους ελάχιστους δημιουργούς που έχει χαρακτηρίσει δημοσίως μερικά ποιήματά του υπερφίαλα και τα εξαφάνισε από μετέπειτα επανεκδόσεις της δουλειάς του.

Ήταν ένας απόλυτα συνειδητός δημιουργός που δεν αρνήθηκε ποτέ τις αριστερές του ρίζες και ενώ το έργο της ωριμότητάς του στρέφεται σε άλλα ενδιαφέροντα, διατηρεί πάντα μια πολιτικοποιημένη συνειδητοποιημένη οπτική και δεν υπήρξε ποτέ ποιητής του κατεστημένου. «Ένας ποιητής είναι κατ’ επάγγελμα κατασκευαστής προφορικών αντικειμένων», συνήθιζε να λέει.

Ο Όντεν έζησε μια αβέβαιη ζωή, χωρίς σταθερό εισόδημα και μόνιμο επάγγελμα, χωρίς ίχνος ματαιοδοξίας, παρά τη φήμη του. Αδιαφορούσε για την εμφάνισή του, φορούσε για χρόνια τα ίδια ρούχα, ήταν πολύ πιο σκληρός με το έργο του από ό,τι με το έργο των άλλων, ενώ η ομοφυλοφιλία του σε μια εποχή πολύ λιγότερο ανεκτική από τη σημερινή δεν τον έκανε ιδιότροπο ή ιδιόρρυθμο. Την ομολογούσε ανοιχτά, θεωρούσε την ομοφυλοφιλία πολιτικό ζήτημα και συζούσε με τους εραστές του, που ήταν λιγοστοί καθώς πίστευε ακράδαντα στις μακροχρόνιες σχέσεις.

Παντρεύτηκε την Έρικα Μαν (Erika Julia Hedwig Mann, 1905-1969), ηθοποιό και συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας. Η Έρικα ήταν η μεγάλη κόρη του συγγραφέα Τόμας Μαν. Το έκανε για να τη γλιτώσει απ’ το χιτλερικό καθεστώς, αφού ήταν και λεσβία και εβραϊκής καταγωγής. Με το γάμο τους η Έρικα απέκτησε αγγλική υπηκοότητα. Το ζευγάρι δεν έμεινε ποτέ μαζί αλλά διατήρησαν θερμή φιλία μέχρι τέλους. Μια ακόμα απόδειξη της γενναιοδωρίας του είναι η περίπτωση του Γιόζεφ Μπρόντσκι. Ο Όντεν τον βοήθησε να το σκάσει απ’ τη Ρωσία το 1972. Μόλις ο Μπρόντσκι βρέθηκε στην Αμερική, ο Όντεν τού στάθηκε ηθικά και οικονομικά κι επιπλέον μετέφρασε μερικά ποιήματά του ώστε να τον γνωρίσουν περισσότερο οι αγγλόφωνοι ποιητές, κριτικοί και αναγνώστες.

Ο πρώτος μεγάλος του έρωτας υπήρξε ο συγγραφέας Κρίστοφερ Ίσεργουντ, φίλος της Έρικα Μαν. Στη διάρκεια του πολέμου ικέτευε φίλους και γνωστούς να σώσουν Εβραίους και ομοφυλόφιλους με λευκό γάμο, ώστε να σωθούν κι άλλοι απ’ τους Ναζί.

Χρόνια μετά τον Ίσεργουντ, ο Όντεν γνώρισε στη Νέα Υόρκη τον δεύτερο μεγάλο του έρωτα, τον ποιητή και λιμπρετίστα Τσέστερ Κάλμαν, κι ο δεσμός τους κράτησε είκοσι χρόνια. Έγραψαν μαζί λιμπρέτα για όπερες του Στραβίνσκι, του Μπρίτεν και του Χανς Βέρνερ Χέντσε, και μετέφρασαν τα λιμπρέτα από τις όπερες του Μότσαρτ Μαγικός Αυλός και Ντον Τζιοβάνι.

Ο Τσέστερ Κάλμαν μετά το θάνατο του Όντεν το 1973, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα κι έκανε παρέα με τους λιγοστούς Άγγλους κι Αμερικανούς που υπήρχαν στην πόλη. Πέθανε το 1975 αλκοολικός, απένταρος και ελάχιστα γνωστός στους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr