Δύο ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Να ’ν’ στο ίδιο το ύψος, να κινούνται με την ίδια βιάση

πουλιά και νέφη φαίνεται πως κάποιος τα ’χει βάλει.

Ο γερανός με τη νεφέλη του έχουνε μοιράσει

τον όμορφο ουρανό που ανέχεται το πέταγμά τους

και που κανένας τους στιγμή δεν πρόκειται να χάσει

και δεν χασομεράει, μόνο κοιτά το ζύγιασμά τους

στον άνεμο: κι οι δυο τον νιώθουν πως μαζί τους πάει,

και στα φτερά του επάνω αυτοί διπλώνουν τα φτερά τους

και προς το τίποτα ο άνεμος μ’ αυτούς τους δυο πετάει,

αφού το απολαμβάνουν, όντας ενωμένοι εν πτήσει,

και το ταξίδι τους καμιά αύρα ή πνοή δεν το χαλάει,

κι αφού να παν αλλού κανείς δεν είν’ να τους τ’ ορίσει:

σε μέρη που χαλάν με σμπάρα των πουλιών τα σμήνη.

Στους δίσκους του ήλιου και του φεγγαριού που έχουν φωτίσει

πετάνε τώρα και ο ένας μες στον άλλον τελειώνει.

Πού πάτε; – Πουθενά. – Ποιους αποφεύγετε; – Τους πάντες.

Ρωτάς: και πόσο μένουνε μαζί και δίπλα μόνοι;

Λίγη ώρα τώρα. – Θα χωρίσουν; – Ο δεσμός σαν σπάσει!

Για τους ερωτευμένους ο έρως, άρα, είναι στάση.

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΣΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 78

Εκείνην, αχ, τη νύχτα των ερώτων

κοιμήθηκα σαν ψόφιος, σαν σανίδα,

κι ένα δεντρί στ’ αμάλγαμα των φώτων

δονούμενο και βαθυπράσινο είδα.

*

Και μέσα εκεί σκεφτόμουν (στ’ όνειρό μου)

δεντριά, που μες στον ήλιο θε ν’ ανάψουν.

Να γράφει θα ’θελα το ριζικό μου

στη ρίζα τέτοιου δέντρου να με θάψουν.

*

Σαν ξύπνησα μετά μ’ εσένα δίπλα

σε πεντακάθαρα λινά σεντόνια,

λινό είπα ας με τυλίξει, με τη δίπλα

του ατσάκιγη, σαν φύγω με τα χρόνια.

*

Κι εφάνηκε και πάλι το φεγγάρι

στη σιγαλιά μέσ’ από τις κουρτίνες,

καθώς σκεφτόμουν πότε θα με πάρει

ο χάρος για τ’ αλλού – σε πόσους μήνες;

*

Και σαν απάνω στο ζεστό κορμί σου

ακούμπαγα και στο γλυπτό σου πόδι,

στην αγκαλιά σκεφτόμουν τη δική σου,

αχ, ας γινόταν το δικό μου ξόδι!

*

Κι εσάς, τους κληρονόμους που είστε πάνω

από την κλίνη μου και κλαίτε λίγο,

σας είδα και σας είπα: όταν θα πεθάνω,

αφήστε με τουλάχιστον να φύγω!

*

Πολλά αν μου δώσατε, θα μετανιώστε

που δεν μου τα ’χατε όλα εμένα δώσει.

Και ουδέποτε τη χάρη θα ’χετε, ώστε

το φέρετρό μου να ’χετε σηκώσει!

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας   (ήΚοιτάζοντας το νερό) Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.   Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό και το γνώριζε.  Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες, τα κόκκινα ψάρια, δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία, ο λαιμός της γυναίκας στα χείλη του. Δεν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER