«Νυχτερινό ταχυδρομείο» του Γ. Χ. Όντεν

Διασχίζει μπαμπακοχώραφα και μέρη άγονα, βραχώδη,

Φτυαρίζει πίσω του ατμό και του υγραίνονται οι ώμοι,

Ασθμαίνει με θόρυβο και προσπερνά

Χόρτα που γέρνει ο αέρας για μίλια σιωπηλά.

Απ’ τους θάμνους τα πουλιά στρέφουν το κεφάλι όταν ζυγώνει,

Χαζεύοντας την αμαξοστοιχία και το κατάμαυρο βαγόνι.

Τα τσοπανόσκυλα τη ρότα της δεν την αλλάζουν,

Με τα πόδια σταυρωμένα ήσυχα λουφάζουν.

Στ’ αγρόκτημα που συναντά, κανένας δεν ξυπνά,

Μόνο στο υπνοδωμάτιο μια κανάτα με νερό τρέμει απαλά.

Προβάλλει η χαραυγή, το σκαρφάλωμα τελειώνει,

Παίρνει την κατηφοριά για τη Γλασκώβη,

Προς το ξέφωτο με τα κρένια και των ρυμουλκών τα ουρλιαχτά.

Στην πεδιάδα με τις φάμπρικες, τα φουγάρα τα ψηλά,

Μοιάζουν με πύργους γιγάντιου σκακιού στη σκοτεινιά.

Σ’ ολόκληρη τη Σκοτία το καρτεράνε:

Σε λαγκαδιές ανήλιαγες, σε λίμνες που λαμποκοπάνε,

Οι άνθρωποι μαντάτα λαχταράνε.

Γράμματα ευχαριστήρια, επιστολές τραπεζικές,

Γράμματα για του κανακάρη και της κόρης τις χαρές,

Λογαριασμούς και προσκλήσεις για μπάλους,

εκδηλώσεις κι επισκέψεις συγγενών,          

Κι αιτήσεις με υπογραφές: «Ευπειθέστατος ο αιτών».

Ραβασάκια ερωτευμένων αδέξια, διστακτικά

Και κουτσομπολιά, κουτσομπολιά, από κάθε γης γωνιά,

Ειδήσεις εξεχούσης σημασίας, νέα οικονομικά,

Γράμματα που σε ξεσηκώνουν να φύγεις διακοπές,

Ορνιθοσκαλίσματα μ’ αράδες κυματιστές,

Γράμματα από ξαδέρφια, απ’ τον θείο, απ’ τη θεία,

Γράμματα για τη Σκοτία απ’ τη Νότια Γαλλία,

Γράμματα συλλυπητήρια για πεδιάδες κι ορεινά

Υπερπόντιες γραφές από Εβρίδες, Καναδά.

Γραμμένα σε κάθε απόχρωσης χαρτί,

Ρόδινο, λευκό, γαλάζιο, βιολετί,

Φλύαρα, ανούσια, ανιαρά, λατρευτικά,

Ψυχρά, επίσημα, εγκάρδια ή άκρως διασκεδαστικά,

Έξυπνα, βλακώδη, σύντομα και σχοινοτενή,

Δακτυλoγραφημένα, τυπωμένα ή ανορθόγραφα πολύ.

Χιλιάδες ακόμα κοιμούνται βαθιά

Βλέποντας όνειρα με τέρατα τρομακτικά,

Ή πως πίνουνε με φίλους τσάι στο Κράνστον

Ή στο Κρόουφορντ, ενώ η ορχήστρα παιανίζει απαλά.

Κοιμούνται στην εργατική Γλασκώβη,

Κοιμούνται στο Εδιμβούργο το νοικοκυρεμένο,

Κοιμούνται στο Άμπερντιν το γρανιτένιο

Κι όπου να ’ναι θα ξυπνήσουν για ειδήσεις διψασμένοι,

Κι ούτ’ ένας δεν υπάρχει που ακούει τον ταχυδρόμο να σημαίνει

Χωρίς η καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά.

Γιατί πόσοι αντέχουν να νιώθουν ξεχασμένοι;

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Άδηλον τραύμα» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Πόσο με πληγώνουν οι Κούροι αυτοί που εγκαταλείφθηκαν γιατί ράγισανΠόσο μου βαραίνουν τα μάτια Δεν είναι άγνοια Ανοησία ή ντροπή Είναι που ξέρω καλά Πως αυτά τα ξαπλωμένα αγάλματα Έδειχναν Πολύ...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Περίμενέ με» του Κονσταντίν Σίμονοφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Το 1940, ο Κονσταντίν Σίμονοφ (1915-1979) γνώρισε και ερωτεύθηκε την πολύ αγαπητή στο κοινό ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, για την οποία έγραψε ένα ερωτικό ποίημα που έγινε πασίγνωστο στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Πέντε ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου

Ήρωες της επιβίωσης Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα Με λαιμό...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER