Burnt Norton (I), από τα «τέσσερα κουαρτέτα» του T. S. Eliot

Αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει κι αυτό που υπάρχει

δείχνουν ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν.

Πατήματα ηχούν στη μνήμη

στο μονοπάτι που δεν πήραμε

μπροστά στη θύρα που ποτέ δεν την ανοίξαμε

προς τον ροδόκηπο. Οι λέξεις μου ηχούν

έτσι στον νου σας.

Αλλά σε τι σκοπεύω

ταράζοντας τη σκόνη πάνω σε μια γυάλα με ροδοπέταλα

κι εγώ δεν το γνωρίζω.

Άλλοι αντίλαλοι

κατοικούν στον κήπο. Ν’ ακολουθήσουμε;

Γρήγορα, είπε το πουλί, βρέστε τους, βρέστε τους

στρίβοντας τη γωνία. Μέσα από την πρώτη πύλη,

μέσα στον πρώτο μας κόσμο, θα ακολουθήσουμε

το πλάνεμα της τσίχλας; Μέσα στον πρώτο μας κόσμο.

Αυτοί ήταν εκεί αξιοπρεπείς, αόρατοι,

κινούμενοι δίχως βιασύνη, από πάνω στα ξερά τα φύλλα,

στη φθινοπωρινή ζέστη μες στον παλλόμενο αέρα,

και το πουλί κελάηδησε κι απολογήθηκε

στην ανήκουστη μουσική, που ήταν κρυμμένη στα χαμόκλαδα,

και η αόρατη ματιά λοξοδρόμησε, γιατί τα ρόδα

είχανε την όψη λουλουδιών που έχουν κοιταχτεί.

Αυτοί ήταν εκεί ωσάν φιλοξενούμενοί μας, αποδεκτοί κι αποδεχόμενοι.

Έτσι κινηθήκαμε μαζί τους, σ’ έναν επίσημο σχηματισμό,

κατά μήκος της άδειας δεντροστοιχίας, προς τον κύκλο από ζαρντινιέρες,

να δούμε κάτω μέσα στη στεγνή λιμνούλα.

Στεγνή η λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο με καστανόχρωμη άκρη,

και η λιμνούλα είχε γεμίσει με νερό απ’ το φως του ήλιου,

και ο λωτός ορθώθηκε ήσυχα, ήσυχα,

η επιφάνεια άστραψε απ’ την καρδιά του φωτός

κι εκείνοι ήταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι μέσα στη λιμνούλα.

Τότε ένα σύννεφο πέρασε, και η λιμνούλα άδειασε.

Πηγαίνετε, είπε το πουλί, γιατί τα φυλλώματα γέμισαν παιδιά,

που κρύβονταν ξετρελαμένα, πνίγοντας το γέλιο.

Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετε, είπε το πουλί· το ανθρώπινο είδος

δεν μπορεί να σηκώσει πολλή πραγματικότητα.

Παρελθών χρόνος και μέλλων χρόνος,

τι μπορούσε να έχει γίνει και τι έχει γίνει,

δείχνουν προς ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν.

Αθήνα, καλοκαίρι 1978-Παλαιό Φάληρο, καλοκαίρι 2013

[Με τα Κουαρτέτα του Τ. Σ. Έλιοτ ασχολούμαι τέσσερις και πλέον δεκαετίες, από το 1970. Αποπειράθηκα να μεταφράσω Κουαρτέτα για δική μου χρήση και για άσκηση, κυρίως στην κατανόηση της γλώσσας ενός τόσο στρυφνού ποιητικού κειμένου, με πλείστες αναφορές σε παρελθούσες καταστάσεις και βιώματα του ποιητή, που ίσως ελάχιστα ή καθόλου δεν ενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη. Ίσως με τα δυσνόητα γλωσσικά σύμβολα, την περιπλοκή του λόγου, τις αναδιπλώσεις του στοχασμού, τις παλινδρομήσεις και τις πολυδαίδαλες διακλαδώσεις και ανακυκλώσεις του λόγου, τα Τέσσερα κουαρτέτα αποτελούν τη μαγεία αυτής ειδικά της ποιητικής ενότητας του Τ. Σ. Έλιοτ.

Σύμφωνα με τα έργα των μεγάλων τραγικών δημιουργών που απευθύνονταν στον λαό και παρασταίνονταν στη σκηνή για να διαπαιδαγωγήσουν τον λαό, τον δήμο, η μεγάλη τέχνη απευθύνεται στον άνθρωπο κάθε εποχής, κάθε ηλικίας, τουλάχιστο σε πρώτο επίπεδο. Και έχει υποχρέωση και καθήκον ο δημιουργός να δίνει στοιχεία που έχουν επαφή με την πραγματικότητα και αντίκρισμα στη ζωντανή πραγματικότητα. Από εκεί και πέρα ο κριτικός, ο μελετητής, ο αναλυτής έχει το ελεύθερο, και την υποχρέωση ίσως για να στηρίξει τις απόψεις του, να κάνει τη δουλειά του εργαστηρίου. Και φυσικά, ένα μεγάλο έργο τέχνης πρέπει να αντέχει στις δέουσες χειρουργικές επεμβάσεις στο εσωτερικό του σώματός του. Πέρα από αυτό, ο κάθε αναγνώστης και χωρίς τις αναλύσεις των ειδικών, θα βρει αυτό που τον ενδιαφέρει, θα βρει τον τρόπο να ανακαλύψει και την κρυμμένη ομορφιά του έργου τέχνης, αν διαθέτει ανάλογο καλλιτεχνικό, έμφυτο αισθητήριο και, προκειμένου για ποίηση, αίσθηση της μητρικής του γλώσσας.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις καταπιάστηκα με τη μετάφραση των κουαρτέτων και χρησιμοποίησα την έκδοση FourQuartets, byT. S. Eliot, FaberandFaber, 24 RussellSquare, London. χ.χ.]

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω περνώ βουνά σύνορα και φράχτες. Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος το χιόνι κάτω παγωμένο η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει κι αυτή στην αγκαλιά της –...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη Στις ερημιές της αγάπης, αφηγούμαι άλλοτε τους πρόωρους βίους των αργοναυτών και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας των νυχτολούλουδων της Κολχίδας. Στις ερημιές της αγάπης, μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας   (ήΚοιτάζοντας το νερό) Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.   Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό και το γνώριζε.  Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες, τα κόκκινα ψάρια, δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία, ο λαιμός της γυναίκας στα χείλη του. Δεν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER