ΣΚΥΡΟΣ

ERNST LUDWIG KIRCHNER: LOVERSτου Σωτήρη Παστάκα

στη Δηιδάμεια

Σε στάση προσοχής με τον Εθνικό Ύμνο

όπως ακινητούν ξαφνικά στον παιάνα

όλοι οι παρευρισκόμενοι στην πλατεία

της Σκύρου, έτσι στάθηκα μπροστά σου

σε πλήρη στύση. Όρθιος, σε στάση

προσοχής, καθώς τίναζες στο μπαλκόνι

την καλοκαιρινή πετσέτα,

κρεμούσες όρθια με μανταλάκια

τα αρμυρά μας μπανιερά.

Σε στάση το στα με ύψιλον

σε περίμενα στο ενοικιαζόμενο

δωμάτιο γυμνός, να τινάξεις

από πάνω μου την άμμο,

όπως τίναζες πριν λίγο

την πετσέτα θαλάσσης,

τον ουρανό

να του δώσεις το σούρουπο,

το μαγιό στα ψαράκια

που δάγκωναν τα πόδια σου,

την άμμο που μετέφεραν

οι σαγιονάρες μου,

τις πεταλίδες που δε μαζέψαμε,

τους αχινούς που βρήκαν

ένα αγκάθι να στοχεύσει

την πατούσα σου, τα κύματα

που έβλεπα απ’ την ακτή

να σε διεκδικούν

κι εσύ να γυρίζεις πίσω

νικήτρια κοντά μου, γιατί είχαμε

παραγγείλει ήδη τα πρώτα ούζα

και το χταποδάκι στα κάρβουνα

κι η σκορπίνα βρισκόταν ήδη

μέσα στη χύτρα κι η σαλάτα

μαχαιρωνόταν στον πάγκο

της κουζίνας κι οι φίλες σου

καθυστερούσαν παίζοντας

με τα παιδιά των άλλων: όσες

είχαν παιδιά δεν τα είχαν κοντά τους,

είχαν μεγάλα παιδιά,

κι όσες δεν απέκτησαν ποτέ

υιοθετούσαν ένα απ’ τα έκθετα

στην παραλία. Τους έκλεβαν

τα κουβαδάκια, φτυάριζαν

πιο γρήγορα από εκείνα,

πετούσαν την πέτρα πιο μακριά,

πέτρα γυαλιστερή της Σκύρου.

Αμάδα για θαλάσσιες βουτιές.

Υπερπόντιες πτήσεις.

Με το αντηλιακό να χαϊδεύετε

μηρούς και υπογάστρια,

ξεφλουδισμένες πλάτες,

μ’ ένα καπελάκι να κρατάτε

ψυχρό το περιεχόμενο

κάτω απ’ το τριχωτό της κεφαλής,

να κάνετε ντους στις δημόσιες σωλήνες,

ν’ ανοίγετε τα πόδια σας στο φακό,

να κλείνετε το μυαλό σας

στο ενδεχόμενο, στη στάση

σ’ ένα παγκάκι αγνοώντας

τη στύση που άρχιζε

να διαγράφεται μέσα

στο μποξεράκι, όχι μόνο το δικό μου

αλλά και των αδιάφορων λουόμενων.

Επειδή αυτά τα παντζάρια

έχουν την ίδια γεύση ακριβώς

που είχαν σ’ ένα άλλο τραπέζι,

η αγγουροντομάτα, ο γαύρος,

γεύση παλιών φιλιών

κι αρμυρών εναγκαλισμών

με διάφορους άλλους

μοναδικούς εραστές.

Εδώ, εκεί και παραπέρα,

γιατί η γεύση μένει ίδια

και η ψυχή αλλάζει. Δε χορταίνει

τον εραστή που είναι πάντα

ξεχωριστός κι ανεπανάληπτος,

σαν γεύση καλαμαριού

που είναι πάντα ίδια

όταν το βγάλεις απ’ το τηγάνι.

Όλοι οι άντρες της ζωής σας,

ο ίδιος φελλός που έχει

το «Πλωμάρι», φλοπ,

και το βγάζεις. Όπως μεγαλώνει

ο φαλλός μέσα στην παλάμη σου,

στο στόμα σου, και φτάνει

να χύνει στα μαλλιά σου.

Μια θάλασσα μικρή

όπως εισχωρούν τα νερά

σ’ αυτό τον όρμο, το αιδοίο σου.

Τα δέχεται όλα, τα καταπίνει.

Τη θάλασσα δεν μπορείς

να την αδειάσεις με ένα κουβαδάκι,

αλλά τ’ αρχίδια του άλλου

αδειάζουν κάποια στιγμή

μετά από δεκαπέντε μέρες,

κι είμαστε μόλις στο πρώτο πιάτο.

Τραβήξαμε το τραπεζάκι

δίπλα στη θάλασσα, τις ψάθινες

καρέκλες μέσα στη θάλασσα,

την αιχμή των δακτύλων μου

βαθιά μέχρι τη μήτρα,

κι εκεί που ψήνει ο ήλιος

την κλειτορίδα σου. Δυο σύκα

οι ρώγες σου, να τους ρουφώ

το γάλα. Ένα ρόδι τα χάδια σου,

να με ξεφλουδίζουν συνεχώς

κι εγώ να ψάχνω γι’ άλλα.

Να κοιτάζω το βράχο της χώρας

πάντα στητός εκεί

κι εγώ να παλεύω με την ακατανίκητη

στύση μου νύχτα μέρα,

τη Δηιδάμεια, πρόθυμη στο κρεβάτι μου

να γαμιέται συνέχεια μαζί μου,

να μην ξεκολλάει από πάνω μου,

κι εγώ να μη θέλω

να βγω απ’ το μουνί της,

να πάω στην Τροία να πεθάνω.

Δύω με ένα όνομα

και κάθε μέρα ανατέλλω

με δύο και τρία στο κρεβάτι της,

Διττός με ένα όνομα.

Ένας με δύο ονόματα.

Να κρύβομαι ανάμεσα

στα μπούτια της,

να με κρύβει καλά

γιατί ήθελα να αποφύγω τον πόλεμο,

αφού έκανα ένα γιο,

ντύθηκα γυναίκα,

καθόμουνα μαζί τους,

καθάριζα τα λέπια απ’ τα ψάρια,

τα ’ριχνα στο τηγάνι,

τίναζα τα λινοσκεπάσματα

πάνω απ’ τις ανθισμένες

βουκαμβίλιες, έστρωνα,

ξέστρωνα, ξεσκόνιζα,

μαγείρευα, έπαιζα μπιρίμπα,

καθόμουν μαζί τους

να βλέπω το ολόγιομο φεγγάρι

ν’ ανατέλλει και να δύει,

η μια να κρατάει σφιχτά

το χέρι της άλλης, πανσέληνο

πάνω απ’ τη νήσο Σκύρο,

να βουτάμε γυμνές

στα νερά, η μια δίπλα στην άλλη,

έτσι με τα πόδια ανοιχτά

πάνω στο παγκάκι,

με τα πόδια καβάλα

να πίνουμε σφηνάκι,

το τζιν, την ευρύχωρη πουκαμίσα

με το στητό βυζάκι,

τη ρώγα του σταφυλιού

να τρίζει στα δόντια μας ζάχαρη,

το σύκο να ξεφλουδίζεται

και να δαγκώνεται

από τη μέσα μεριά του ήχου,

εκεί που αντηχούν οι κλαγγές

των αρμάτων, απόμακρες,

σαν τον εθνικό μας ήχο

απ’ τα μεγάφωνα, και μας

σηκώνει σε στάση προσοχής,

ακόμα κι αν δε μας βλέπει κανείς.

Όρθιος κι εγώ στεκόμουνα

στο δωμάτιο με το κλιματιστικό,

και τους βασιλικούς,

να με κλείσεις μέσα σου,

να περιμένω να κάτσεις πάνω μου

όπως ξέρεις μόνον εσύ

να κάθεσαι πάνω σε φαλλό,

νοτιοανατολικά και διαδοχικά

Κόχυλας (792 μ.), Κουμάρι,

Πιριώνες και Φανόφτης.

Καθόταν με τα σκέλη ανοιχτά

η Πύρρα

στα υφάσματα, τα αρώματα

και τα κοσμήματα,

καθόταν

πάνω σε γυμνό σπαθί,

το πιο ακονισμένο.

Μόνο μία στάθηκε

κι εξάντλησε όλο το ενδιαφέρον της

στο σπαθί

σπίθιζε και έψαχνε,

με κατεύθυνση

τις τρεις Μπούκες τον τάφο

μέσα στον ελαιώνα,

στην αριστερή της πλευρά.

Βγαίνοντας από τον κόλπο της

ο Ρούπερτ Μπρουκ

βρέθηκε στον όρμο Αχίλλι.

Ήρωας κι Ημίθεος

κι έτοιμος να πολεμήσει

γίνεται μόνον όποιος

γάμησε καλά

στη Σκύρο.

 

[Από την ανέκδοτη συλλογή Τελετές αναχώρησης που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Παρουσία]

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr