«Θεοδοσία» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Θεοδοσία» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Επιστροφή... Κυριακή βράδυ. Ένα φεγγάρι να χωράει όλη τη γη αντανακλάται στα νερά του κόλπου της Επιδαύρου. Μαγεία...

Η μουσική συνηγορεί. «Βύσσινο και νεράντζι του κουταλιού γλυκό».

«Μπαίνω μια νύχτα να βρω αλήθεια».

Η μνήμη και η απουσία σου ορμούν σαν κύμα να με πνίξουν.

«Φέρνω κοντά μου πάλι ό,τι πήρε ο καιρός μακριά».

Μου λείπεις. Ήρθα προχτές στο μνήμα, χαμογελούσες μέσα απ’ τη φωτογραφία σου. Χαμογελούσες πραγματικά. Γύρισα σπίτι με τη σκέψη σου.

Πού εδραιώνονται άραγε οι φιλίες; Τι είναι αυτό που κάνει άλλους ανθρώπους να περνούν από τις ζωές μας αδιάφοροι κι άλλους να μένουν ανεξίτηλες παρουσίες;

Θα σου λείψουν πράγματι οι συναυλίες ή θα είσαι εκεί σε όλες να υπογραμμίζεις τους στίχους με μηνύματα; Δεν ξέρω... δεν πάω ακόμη. Δεν μπορώ. Πενθώ τα τραγούδια που ακούσαμε μαζί.

Μου αντέγραφες δισκάκια και μου τα έστελνες αρωματισμένα... κρατούν ακόμη οι μυρωδιές. Φύλλα δάφνης και δεντρολίβανο, μπαχάρι και κανέλα.

Και η υπογραφή σου Θήτα Ταυ... Κρατάει κι εκείνη το άρωμά της.

«Βρύση του χρόνου στάζει στα μάτια το πιο πικρό νερό».

[Από την υπό έκδοση συλλογή Κείμενα μικρά, σχεδόν ανήλικα.]

 

Εμφανίσεις: 1731

«Ο ιππόκαμπος» του Βαγγέλη Μανουβέλου

«Ο ιππόκαμπος» του Βαγγέλη Μανουβέλου


Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας μου, ένας ιππόκαμπος, με το διπλό μου μπόι, με χτύπησε με την ουρά και με έχωσε στην κοιλιά του. Ζορίστηκε μέχρι να τα καταφέρει. Προσπαθούσε με το ρύγχος να με μανουβράρει, ώστε να με χωρέσει στον ασκό της κοιλιάς, που ήταν γεμάτος αυγά έτοιμα να εκκολαφθούν. Εγώ ήμουν αναίσθητος από το χτύπημα και το μόνο που αισθανόμουν ήταν οι μικρές πιέσεις από τα αυγά του ιππόκαμπου. Στο πρόσωπο, στα χέρια, σε όλο μου το σώμα αισθανόμουν τους μικρούς ιππόκαμπους, έτοιμους να εκκολαφθούν, να χτυπούν με μανία τα κελύφη τους.

Με την ίδια μανία ξέσπασε χαλάζι την επόμενη ημέρα στην κηδεία του. Οι λιγοστοί παρευρισκόμενοι έτρεξαν να προστατευθούν. Εγώ έμεινα πάνω από τον τάφο και άκουγα το χαλάζι να σκάει στο ξύλινο φέρετρο. Κάθε χαλαζόκοκκος ήταν ένα μικρό αυγό του ιππόκαμπου, που έκρυβε μέσα του μια καινούργια ζωή. Κοίταξα στον ουρανό και είδα τον ιππόκαμπο να γεννοβολάει εκατομμύρια αυγά. Μόλις με αντιλήφθηκε, ξεδίπλωσε τη μακριά ουρά του και με χτύπησε στο πρόσωπο. Ζαλίστηκα και έπεσα μέσα στον τάφο. Δύο άντρες, που ήταν υπεύθυνοι του νεκροταφείου και μύριζαν μουχλιασμένο τυρί, κατέβηκαν και με έβγαλαν έξω. Ήρθε η αδερφή μου κλαίγοντας, με χάιδεψε στο πρόσωπο, με αγκάλιασε και με οδήγησε σε ένα υπόστεγο. Όλοι με κοίταζαν έντρομοι, σαν να ήμουν εγώ ο νεκρός, που βγήκε ζωντανός από το φέρετρο.

 

Εμφανίσεις: 1730

Περισσότερα...

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου


Σ’ αυτή τη ζωή, ό,τι έχεις μάθει καλύτερα να κάνεις, αυτό κάνεις. Μ’ αυτό πορεύεσαι και αυτό εκφράζεις, στα εύκολα και στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα.

Έτσι κάποτε και οι Βενετοί, ικανότατοι έμποροι, σκληροτράχηλοι θαλασσοπόροι και κατακτητές, σταματήσανε με την αρμάδα τους στον Άγιο Νικήτα, στα Σφακιά της νότιας Κρήτης, σε μια μικρή παραθαλάσσια πεδιάδα που τη ζώνουνε από παντού οι όγκοι απ’ τα Λευκά Όρη. Σ’ ένα σημείο χωρίς καμιά απολύτως στρατηγική σημασία.

Η άγρια ομορφιά του τοπίου τούς έκοψε την ανάσα. Και επειδή δεν είχαν μάθει τίποτε άλλο να κάνουν καλύτερα παρά κάστρα, έχτισαν ένα μικρό castello για να υπερασπίζεται την ομορφιά του τοπίου απ’ τους επιδρομείς της. Το μικρό αυτό castello οι ντόπιοι το είπαν Φραγκοκάστελλο κι έμελλε να έχει μια πολύ περίεργη ιστορία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, εκεί δόθηκαν περίεργες μάχες, αιματηρές, απελπισμένες, από αλλόκοτους μαχητές, που επέλεγαν συνειδητά να πολεμήσουν μέσα στο castello υπερασπίζοντάς το σε μάχες εκ των προτέρων χαμένες.

Σαν να υποκινούνταν όλοι αυτοί οι μαχητές μέσα στους αιώνες από την ίδια εσωτερική δύναμη, σαν να είχαν ομόσει τον ίδιο βαρύ όρκο, σαν να είχαν υποχρέωση να υπερασπίσουν αυτό το άνευ στρατηγικής σημασίας castello για άλλους λόγους, δικούς του ο καθένας, που χάνονταν σαν σκιές μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής τους.

 

Εμφανίσεις: 1256

Περισσότερα...

«Στην άκρη του παντελονιού» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Στην άκρη του παντελονιού» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Από τη μέση της θαλάσσιας διαδρομής, με ξεφτισμένες λέξεις σού γράφω.

Είδα ένα γλάρο και...

Σου εκβίαζα κάποτε τις λέξεις, θυμάσαι; Κι εσύ μ’ εκλιπαρούσες να σιωπήσω, θυμάσαι; Ή μήπως δεν ήσουν εσύ; Μήπως ήταν ο ίδιος ο Θάνατος που ερχόταν να θερίσει το παρόν; Τιμωρία, είχες πει, είναι η φυγή μας, η αναγκαστική φυγή μας. Μ’ ακόμη δεν ξέραμε τι ήταν η τιμωρία. Τιμωρία θα λέγαμε άραγε ότι είναι ο Θάνατος; Όχι!

Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη μιλάς, να μην γεύεσαι, να μην αγγίζεις... Να δηλητηριάζεσαι σιγά σιγά από τη ζωή, αυτό θα λέγαμε τιμωρία. Είναι αρκετό να αναπνέεις; Να κινείσαι μηχανικά; Να διεκπεραιώνεις τη μέρα; Να συναλλάσσεσαι; Μέσα στα κλειδωμένα δωμάτια της σιωπής, οικογενειακούς τάφους που τους διακόνεψε η σήψη – αρχή του παντός ο μύκητας, θνησιγενής και ζωοδότης, μούχλα παραγωγός κι άλλης μούχλας, απαραίτητο συστατικό της ζύμωσης.

 

Εμφανίσεις: 1105

Περισσότερα...

«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά

«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά


Ο κόσμος είχε αρχίσει δειλά δειλά να συγκεντρώνεται στην εκκλησία. Πρωί σε κάποιον επαρχιακό ναό. Η έκθεση της σορού, κατά το μακάβριο συνήθειο των μικρών κοινωνιών, είχε ξεκινήσει μια ώρα πριν απ’ τη νεκρώσιμο ακολουθία. Εκείνη κείτονταν μέσα στην κάσα στο κέντρο κάτω από τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο. Το σάβανο, τα άνθη, όλα ευτάκτως ερριμμένα γύρω της, ύστατη παράσταση στην ανθρώπινη υπόσταση πριν από την τελική αυλαία. Οι στενοί συγγενείς, πρόσωπα παραμορφωμένα σαν γοτθικά ακροκέραμα, απέναντι παρατεταγμένοι· μάζα ομοιόμορφη απ’ τον πόνο, παραδομένη στη θλίψη. «Τι φτιάνεις; Με θυμάσαι; Βρε, πώς άλλαξες; Δε θα σε γνώριζα, καημένε...» ψιθύριζε το λοιπό συγγενολόι καθισμένο σε πηγαδάκια, αποξενωμένο, συναγμένο από τα πέρατα για το θλιβερό το χρέος. Προσπαθούσαν με λύσσα μέσα σε λίγα λεπτά να αναπληρώσουν τα χρόνια που κύλησαν δίχως να τους ρωτήσουν... Οι συστάσεις μεταξύ των άγνωστων συγγενών έπαιρναν κι έδιναν. Χαρμολύπη· λύπη για την απώλεια, χαρά για τη συνεύρεση, υπενθύμιση της θνητής τους φύσης. Τα νεότερα μέλη της οικογένειας έβγαζαν με τα υπερσύγχρονα κινητά τους «αναμνηστικές» φωτογραφίες της νεκρής και κατευθύνονταν βιαστικά προς το προαύλιο για να καπνίσουν. Η post mortem βικτοριανή παράδοση αναβίωνε χάριν της τεχνολογίας του εικοστού πρώτου αιώνα...

 

Εμφανίσεις: 1219

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr