«Βασιλοφανουρόπιτα» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Βασιλοφανουρόπιτα» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου


Κατά την πρόσκληση ενδιαφέροντος την οποία είχα απευθύνει στους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου στην Δραματική Σχολή, πριν από τρία χρόνια, προκειμένου για την συμμετοχή τους σε ένα πρόγραμμα συγκέντρωσης θεατρικών, μονολογικών ή διαλογικών κειμένων, προοριζόμενων να παιχτούν μελλοντικά στην ερασιτεχνική σκηνή μας, είχα χρησιμοποιήσει την ακόλουθη γνωστή λαϊκή διήγηση, η οποία θα έλεγε κανείς πως συνδυάζει στην πράξη τις παραδόσεις τις σχετικές όχι μόνο με την βασιλόπιτα, αλλά και με την φανουρόπιτα (εφόσον η τελευταία θεωρείται ως μέσον, μεταξύ άλλων, για να «φανερωθεί» κάτι).

«Οι παλιοί λένε πως όταν ο Αϊ-Βασίλης ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο διοικητής πήγε εκεί για να εισπράξει πολύ βαρείς φόρους. Οι κάτοικοι, απελπισμένοι, πήγαν να ζητήσουν την βοήθεια του Αϊ-Βασίλη.

»“Φέρτε μου ο καθένας ό,τι πολύτιμο έχει”, τους είπε εκείνος.

»Έφερε, λοιπόν, ό,τι πολυτιμότερο είχε ο καθένας κι όλοι μαζί πήγαν στον διοικητή. Ο Αϊ-Βασίλης κατάφερε να μαλακώσει με τα λόγια του την αγριεμένη ψυχή του διοικητή και τον έπεισε να φύγει, χωρίς να πάρει τίποτε.

»Οι κάτοικοι χαρούμενοι γύρισαν πίσω. Όμως, όταν ο Αϊ-Βασίλης πήγε να δώσει πίσω στον καθένα αυτό που είχε φέρει, δεν μπορούσε να βρει ποιο είναι ποιανού, γιατί πολλοί είχαν φέρει τα ίδια αντικείμενα.

 

Εμφανίσεις: 974

Περισσότερα...

«Η παραλία μου» της Ανθούλας Δανιήλ

«Η παραλία μου» της Ανθούλας Δανιήλ


Γενικώς, εμφανίζεται μόλις στρίψω στον Ισθμό, μόλις πάρω την παραλιακή λεωφόρο Επιδαύρου, αφήσω στα δεξιά μου, πάνω στο λοφάκι, τον αρχαιολογικό χώρο, το Παλαιμόνιο, με τα εκπληκτικά ψηφιδωτά, κάτω από τον επιβλητικό ίσκιο του Ακροκόρινθου. Ειδικώς όμως, βρίσκεται αρκετά παρακάτω. Ο δρόμος, κομψό φιδάκι, χώνεται μες στα πεύκα και προσπερνά το αρχαίο λιμάνι των Κεγχρεών… Στοπ, εδώ απαιτείται μικρή στάση. Όχι για μπάνιο, που και αυτό δεν αποκλείεται, αλλά για το ίδιο το λιμάνι που θα σε ανταμείψει, αν θελήσεις να δεις από κοντά το αρχαίο μεγαλείο του. Γιατί εκείνα τα «γκρεμίσματα», που βλέπεις από μακριά, στα αριστερά του μυχού, θα σου αποκαλύψουν τα επιβλητικά λείψανα του βυθισμένου αρχαίου λιμανιού. Κι αυτοί οι βράχοι που εξέχουν στα δεξιά είναι ο γκρεμισμένος από το σεισμό ναός της Ίσιδας. Αν σκύψεις, θα δεις κάτω από τα νερά τη διάταξη των αρχιτεκτονικών μερών του. Πιο πλάι, δεξιότερα, σκύψε, αν μπορείς ακόμα, και θα δεις στο βουλιαγμένο δάπεδο τις ομοιόμορφες μικρές τετράγωνες ψηφίδες που ο χρόνος διαφύλαξε γιατί εκεί, ακριβώς, τα νερά είναι ακατάλληλα για να κολυμπήσει κανείς και να παίξει μαζί τους, να πάρει τις ψηφίδες στο χέρι, να τις εκσφενδονίσει στα βαθιά και να ανατρέψει την αρμονική τους διάταξη. Κι έτσι, η φύση διαφύλαξε την τέχνη.

Στον ελικοειδή δρόμο εξακολουθεί να ανταποκρίνεται λικνιστικά η δαντελένια παραλία. Πιο πέρα είναι τα Λουτρά της Ωραίας Ελένης. Και μην αρχίσεις τώρα να μου λες, πού τα λουτρά και πού η Ελένη;[1] Λουτρά υπήρχαν, κάποτε∙ η Ωραία Ελένη, όμως, πώς ερχόταν από τη Σπάρτη εδώ για να λουστεί; Τέλος πάντων. Το επόμενο χωριό είναι η Αλμυρή. Εντωμεταξύ, η λεωφόρος τρέχει ανάμεσα σε κήπους με νεραντζιές, λεμονιές, μανταρινιές, πορτοκαλιές, ελιές, συκιές, πεύκα και κυπαρίσσια, σκίνα, θυμάρια και ρίγανες κι όλα της Ελλάδας τα μυριστικά, ανηφορίζει στα βουνά και ορμά ακάθεκτη για την Επίδαυρο, για το αρχαίο κοχύλι, όπου επαναλαμβάνεται το δράμα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια, τώρα.

 

Εμφανίσεις: 1968

Περισσότερα...

«Μπλουζ» του Παναγιώτη Ρίζου

«Μπλουζ» του Παναγιώτη Ρίζου


Εμείς σκαφτιάδες ήμασταν. Πηγαίναμε κάθε πρωί αχάραγα στην πλατεία στο καφενείο του κουτσού με τις τσάπες και τα ξινάρια μας και λίγο προσφάι που μας δίνανε απ’ το σπίτι, όποιος είχε. Δεν είχε κρύα ή ζέστες, πηγαίναμε κάθε μέρα με τις τσάπες μας και τα ξινάρια μας στου κουτσού και κει μας βρίσκανε κείνοι που θέλανε κάποια δουλειά να κάνουν, κήπους, κτήματα, μπετά, ή και πιο δύσκολες, να χώσουμε κανέναν... τα κάναμε όλα, αφού άλλες δουλειές δεν ύπαρχαν και έπρεπε ψωμί να φάμε και μεις και οι φαμελιές μας.

Να γράφει από εμάς κανείς δεν ήξερε, μόνο λίγοι είχαν μάθει να βάζουνε την υπογραφή τους, σιγά σιγά, άμα δεν τους ζόριζες, αλλιώς όλοι κάναμε ένα σταυρό τρεμουλιαστό κι άλλες φορές σκίζαμε το χαρτί που μας βάζανε κι υπογράφαμε, απ’ τη δύναμη που πιάναμε το μολύβι, σαν τσάπα λιανή στο χέρι μας, άμαθοι όλοι και μας βρίζανε τότε ζώα και γ’μάρια, οι υπάλληλοι και ο Γεωργίου, ο γραμματέας, που κανόνιζε τα χαρτιά πού γεννιόμασταν, πού βαπτιζόμασταν, πού παντρευόμασταν και πού πεθαίναμε, αυτοί που τα υπέγραφαν δηλαδή γιατί ήταν κι άλλοι που κόβανε πέρα, κι αυτοί –λέει– δεν υπήρχαν υπηρεσιακώς ήταν ανύπαρχτοι και απέθαντοι –λέει– κι εμείς κρυφά τους ζηλεύαμε και τους μνημονεύαμε, μετά, στα λεγούμενά μας και στις ορμήνειες στα παιδιά μας.

 

Εμφανίσεις: 1433

Περισσότερα...

«Τα χαρτάκια» της Χριστίνας Φραγκεσκάκη

«Τα χαρτάκια» της Χριστίνας Φραγκεσκάκη


Μαύρο παντελόνι, κόκκινο κραγιόν, αδύνατη, μπαλαρίνες, τζιν φούστα, μπλούζα ναυτική, μακριά μαλλιά, παχουλή, ποιος δίνει τα χαρτάκια, μαργαριταρένιο κολιέ, ανταύγειες, γυαλιά, σκελετός χρυσός, 180, άντρας ψηλός, γυαλιά ηλίου, τσίχλα, 181, 182, 183, προχωρά, ευτυχώς προχωρά, βερμούδα υπόλευκη, πράσινο μπλουζάκι, καπέλο μοβ, μετρίου αναστήματος, ριγέ πουκάμισο, βιβλιάριο τραπέζης, 184, πού είμαστε, 184, δεν άκουσα, αργεί η σειρά σας, άσπρο φόρεμα, τριαντάφυλλα στο στήθος, μη βιάζεστε, ψηλός, αδύνατος, φραπέ με καλαμάκι, 185, 186, 187, καρότσι με μωρό, θα πούνε ότι το ’φερα για να μπω, κύριε άμα είναι για κατάθεση είναι άλλο; εμένα να ’ρθουνε να το πούνε, όχι, δεν είναι άλλο, τη Δευτέρα θα ’ρθουν και τα παιδιά, έφθασε στο 190, πόσο πάει σήμερα το καρπούζι, η σειρά σας, δεν πήγα ακόμα, 191, βλέποντας και κάνοντας, 192, 193, δεν έχω όρεξη, δεν πάω πουθενά, φύγανε γι’ αυτό προχωρά, τέτοια ξεφτίλα, πέρασα έρπη, δεν είχαμε ξαναφάει στη ζωή μας, την περασμένη εβδομάδα, κου-πε-πε, κου-πε-πε, πιο πίσω, 194, σας λυπάμαι, μαλάκες, δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε, ψεύτες, αν πήρα τα 60 χθες, απατεώνες, θα φτάσει 40 λέει, βγάλε τη βεντάλια, 195, 196, 197, θα καούμε, κοκκίνισες, μπορώ σήμερα; θέλω κι εγώ ένα χαρτάκι, δύο πεπόνια στην τιμή του ενός, πιο πίσω, κου-πε-πε, μπορείτε 240, Μαρία εντάξει, σάπια, θέλω να πάρω 500, όλα σάπια, σήμερα 38, τώρα, πάω να πάρω κρέας, τελειώνουμε, ελάτε προς την Άλφα, περάστε, αλίμονο, 198, 199, 200, δόξα σοι ο Θεός, πού να τον έχω, στο καροτσάκι, γριά με ρόμπα, παντόφλες φαρμακείου, εγχειρισμένος είναι, το 203 το ’πε; γρήγορα περνά, ευτυχώς, κοιλιά έξω, χθες με τίποτα, δεν το ’πε, το ’πε, το ’πε, είναι με τις μέρες, πόσα δίνει το μηχάνημα, δεν τον βλέπετε πώς είναι, 50, να περάσει, στην Εμπορική 60, τώρα, δεν μπορώ κύριε παραπάνω, θα πήξετε μέσα, ναι, 204, τα κολοκυθάκια; τατουάζ στο πόδι, από δω για ATM, από κει για τα νούμερα, πολύ χοντρή γυναίκα, γυαλιά ταρταρούγα, η κάρτα ακόμα, για το μηχάνημα από δω, κι εγώ ένα χαρτάκι, σταυρουδάκι στον λαιμό, 205, από τις 5 Ιουλίου, δεν πήρα ένα μπουκαλάκι, σορτς καυτό, 206, 207, έκανα την αίτηση, για το μηχάνημα από δω, όχι, ευχαριστώ, άδικο, σ’ άλλες την παίρνεις σε είκοσι λεπτά, να ’στε καλά, τι λέει εδώ, το χαρτάκι σας κύριε, αν μπείτε όλοι πού θα πάτε, δόξα σοι ο Θεός, σήμερα παίρνουμε 60; δεν τον βλέπετε, τι σας πειράζει, 208, 209, 210, ελάτε να σας βοηθήσω, μπορώ να πάρω 300; βάζετε την κάρτα, μάνα με δυο παιδιά, πατήστε το πιν, 211, θα χάσω τη λαϊκή, δεν το θυμάμαι, αν δεν πήρατε καθόλου μέσα στην εβδομάδα, πεινάω, πάρτε τηλέφωνο, δε σου ’λεγα να φας, μετά πατήστε ανάληψη, ευχαριστώ, 212, 213, στο θεό, αν πήρα 120, μην ξεχάσετε την κάρτα σας, πόσα μένουν, 180, μαμά, θ’ αργήσουμε, ζευγάρι ηλικιωμένων, 214, το μπαστούνι σου, περάστε, την άλλη εβδομάδα 420, τι μας έμεινε, σήμερα 300, μια καλοσύνη, την άλλη 420, αφήστε μας και μας, 215, η σειρά, κάντε πίσω, δεν τον βλέπετε τον άνθρωπο, μεσήλικας τρώει πίτα γύρο, λαδωμένο πουκάμισο, κάντε πίσω, πίσω, πίσωωωω, μπορώ και με κάρτα; κοκκίνισε, παντζάρι, και με βιβλιάριο, 216, 217, 218, θέλω κι εγώ ένα χαρτάκι, αυτό που σας λέω είναι ότι μπορείτε να πάρετε ως φυσικό πρόσωπο τρία κατοστάρικα, κι εσείς εδώ, ευτυχώς προχωράει σήμερα, αν έρθει και η γυναίκα σας άλλα 300, τι να κάνουμε, όλοι εδώ, 219, 220, ανάπηρος στο καροτσάκι, βερμούδα, αθλητικά παπούτσια, πάω να τη φέρω, τι είναι τα capital controls, περάστε, 221, το ίδιο είναι, είτε από δω, είτε από κει, εδώ είναι για κάρτες, βαθύ ντεκολτέ, παγωτό πύραυλος, 50 ή 60 δίνει, 222, 223, πληρώνεται η ΔΕΗ εδώ; φόρμα γκρι, ριγέ πουκάμισο, μπλε σορτς, πορτοκαλί μπλούζα, εγώ τα πήρα, τι είναι sms, πάρε και της μάνας σου, 224, δεν απαντά ποτέ, θέλω να πάρω 500, 181818, σήμερα 300, θέλω την κάρτα μου, κου-πε-πε, την άλλη Παρασκευή 420, τι να κάνει και το μωρό, σήμερα 38, αύριο 39, θα πάμε στις κούνιες σε λίγο, την Κυριακή 40, πόσο είναι, 90, να τα χιλιάσει, 225, 226, 227, προχωράμε, στο τέλος δεν βρίσκεις τίποτα, ποιος δίνει τα χαρτάκια, οι ντομάτες στα ύψη, πόσα εγγόνια έχει, τους πούστηδες, 228, τώρα δεν υπάρχουν λεφτά, αυτή η ουρά είναι για το μηχάνημα; εκμεταλλεύονται την κατάσταση, περάστε, μη μας κερνάς τώρα κουλούρι, γύρω στα εβδομήντα, μαύρα, ροζ γιακαδάκι, τώρα όλοι το βρήκανε, αλλάξαν οι καιροί, ο Θεός μού τα δίνει, το παιδί έχει πυρετό, ΦΠΑ 23 τοις εκατό, γι’ αυτό δεν ήρθε, από πού θα πάρω χαρτάκι, περιμένουμε, 300.000 κάρτες, 229, είστε πολύ ευγενικός, σε είκοσι μέρες θα ’ρθει, υπομονή, 300, μπορεί και σε μήνα, δόξα σοι ο Θεός, τα σάπια μένουνε, προχωρά, τουλάχιστον μέσα έχει κλιματισμό, κου-πε-πε, δεν μπορώ να εκφραστώ, γι’ αυτό, και τα φασολάκια ακόμα 2 ευρώ, καθίστε, με το ίδιο χαρτάκι περιμένω; 230, 231, τι να κάνουμε, ας είμαστε καλά, άντρας χοντρός πίνει μπίρα, καλά περιμένω; 232, δεν κοιμάμαι τις νύχτες, έχω πανικό, ποιος δίνει τα χαρτάκια, μην τα λέτε αυτά, αμαρτία, πεινάσαν τα παιδιά, εγώ χάνω τον άντρα μου, κου-πε-πε, 233, 234, γι’ αυτό σας λέω, τι να τους φτιάξω σήμερα, πάνω απ’ όλα η υγεία, την κάρτα σας και τα μάτια σας, την Κυριακή 40 λέει, καρκίνο του παγκρέατος, ιδρώσαμε και δεν κρατώ νερό, τηγανητές πατάτες, μέσα σε ένα μήνα, τι ζέστη είναι αυτή σήμερα, ποιος δίνει τα χαρτάκια, πίσω, πίσω, 235, τον πνίξατε, πίσωωω, λίγο νερό, 55 χρονών, τι κάνει αυτή εκεί, 236, 237, 238, για όλα φταίει ο γιος μου, φαίνεται έφυγαν πολλοί, προχωρά, τα χάλια μας, τι νούμερο έχετε, 400, παράτησε το Μαθηματικό, σιγά σιγά, κου-πε-πε, μη βιάζεστε, μια παροιμία λέει, σκασμός, πονάω, το κεφάλι μου, η υπομονή είναι χρυσός, έγινε μουσικός, μας παρακολουθεί, σκασμός, 239, ποια, δεν του ρίχνουμε ευθύνη, εδώ ήρθατε να τα πείτε, 240, αυτή, ήταν ευαίσθητος, πίσω, πίσω, πίσωωω, πώς μιλάτε έτσι, δυο μήνες ζωής μάς δίνουνε, πανταλόνι κάπρι, και πολύ μορφωμένος, ποιος δίνει τα χαρτάκια, ίδρωσε το παιδί, 241, ακόμα η κάρτα, στην Πειραιώς αμέσως, μακριά σκουλαρίκια, κου-πε-πε, κου-πε-πε, περιμένω 20 μέρες, ρε μαλάκα, κου-πε-πε, κου-πε-πε, όλοι αυτοί για μέσα, κου-πε-πε, κου-πε-πε, γι’ αυτό σας λέω, κου-πε-πε, κου-πε-πε, κου-πε-πε, αυτά δεν είναι τίποτα, 242, κου-πε-πε, κου-πε-πε, κου-πε-πε, κου-πε-πε, πώς θα το πω στον γιο μου, λίγο νερό, 243, 244, δίπλα τούς δίνουν μπουκαλάκια, πάνω απ’ όλα η υγεία, μαλάκες, από παιδιά μαζί, λίγο νερό, το παιδί, κου-πε-πε, κου-πε-πε, κου-πε-πε, κου-πε-πε, λίγο νερό, κου-πε-πε, λίγο νερό, λίγο νερό, κου-πε-πεεεεεεεεεεε, 245...

 

Εμφανίσεις: 1238

«Ορφανός γάμος» της Ευρυδίκης Νικήτα

«Ορφανός γάμος» της Ευρυδίκης Νικήτα


Ήθελα να παντρευτώ από μικρή. Όχι για να φορέσω νυφικό, ούτε καν για να πιω σαμπάνια σταυρωτά με τον καλό μου. Γιατί δεν είχαν παντρευτεί οι άλλες· η μάνα μου και οι αδερφές της. Γιατί είχαμε όλες μια ελιά δεξιά στο λαιμό, ακριβώς πάνω στην κλείδα που χαρακτήριζε το σόι μας. Γιατί δεν άντεχα να την έχω πια, δε γούσταρα να είμαστε οι Ρούτσενες με κλειδωμένη τη μοίρα στο mode των ανύπαντρων. Γι’ αυτό. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας που μεγάλωσα χωρίς πατέρα. Είδα και την κολλητή μου που έφαγε όλα της τα λεφτά στους ψυχίατρους από τις φωνές και το ξύλο. Εκείνη δε θέλει να παντρευτεί. Θα γίνει κουμπάρα μου, όμως.

Ο πατέρας μου την παράτησε τη μάνα μου μόλις πήρε είδηση την κοιλιά της να φουσκώνει. Εκείνη δεν του το ’πε αμέσως μήπως και λακίσει, αλλά αυτός την έβρισε κι από πάνω ότι τάχα τον εξαπάτησε και πήρε δρόμο χαμογελώντας· έτσι τον φανταζόμουν πάντα. Επτά χρόνια έκανε να με αναγνωρίσει και να με πάρει απ’ το χέρι να με πάει στο πάρκο, εξίσου αμήχανος μ’ εμένα και σίγουρα πιο φοβισμένος, το έβλεπα στα μάτια του που με κοιτούσαν δίχως να με βλέπουν. Έτρωγα παγωτό χωνάκι καθώς ταΐζαμε τις πάπιες κι εκείνος κάπνιζε. Δε μιλούσε πολύ και προσπαθούσε να με πλησιάσει έτσι άγαρμπα, όπως μου έσπρωχνε την κούνια κάθε Κυριακή που βλεπόμασταν. Σιγά σιγά, αυτό γινόταν κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο μέχρι που μας είπε ότι μετακόμισε στη Γερμανία και μου έστελνε καμιά κάρτα πού και πού. Μια φορά μάς ήρθε κι ένα πακέτο μ’ ένα ξύλινο αλογάκι. Ήμουν κιόλας δεκαπέντε – ούτε αυτό δε θυμόταν. Το πέταξα και δεν τον έχω ξαναδεί γι’ άλλα τόσα χρόνια. Παντρεύομαι, όμως, τώρα και τον «δικό μου» δεν τον αγαπάω και πάρα πολύ, γιατί η μάνα μου που αγαπούσε κείνον έμεινε μόνη με ένα ξύλινο αλογάκι, σαν τα συναισθήματα του πατέρα.

 

Εμφανίσεις: 1257

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr