«Το τελευταίο σημείωμα» του Στράτου Φουντούλη

«Το τελευταίο σημείωμα» του Στράτου Φουντούλη


Πρωί. Για καφέ. Τη συνάντησα στον γνωστό κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο. Τα οπίσθιά της παρέμεναν θεσπέσια. Μου είπε ότι είναι ερωτευμένη με τη Λ. –μια παλιά, δικιά μου γνωριμία από την οποία ακόμη αποθεραπεύομαι–, δεν υπήρχε λόγος να της το αναφέρω και στο άκουσμα του δικού της έρωτα, αντέδρασα με το κλασικό, διφορούμενο ανασήκωμα των ώμων. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρουμε με ποιον π ρ α γ μ α τ ι κ ά είμαστε ερωτευμένοι και·δεν εξαιρώ ούτε τον ίδιο τον Έρωτα. Καθίσαμε. Εσπρέσο. Έγειρε στον ώμο μου κι άρχισε ψιθυριστά: «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα που αντικρίζω τη μαγεία του κόσμου. Ο πόνος μου θα λάμψει περιπαίζοντάς με, πλήρης τεχνασμάτων. Πολύχρωμα πουλιά θα εμφανιστούν και θα εξαφανιστούν. Η ψευδαίσθηση θα συγκρουστεί με την πραγματικότητα. Η χαρά μου θα είναι τόσο επώδυνη όσο κι ο πόνος. Θα δω και θα αισθανθώ πράγματα που δεν θα πιστεύει κανείς».

 

Εμφανίσεις: 1671

Περισσότερα...

«Θοδωρής» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Θοδωρής» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Τον θυμόμουν με ένα καρό μπλε πουκάμισο, σκούρο, που ίσως να είχε και μια ριγούλα κίτρινη. Τον θυμόμουν πράγματι ή η σημερινή συνάντηση γέννησε μνήμες ανύπαρκτες; Κάθε φορά που πέρναγα από το σπίτι των γονιών του θυμόμουν, κάπως αόριστα, την ύπαρξή του. Τον θυμόμουν αλλά δεν τον ανέφερα ποτέ, απλώς ήξερα ότι υπήρξε στη ζωή μου.

 

Εμφανίσεις: 1321

Περισσότερα...

«Φόβοι» του Απόστολου Σπυράκη

«Φόβοι» του Απόστολου Σπυράκη


«There’s a killer on the road»
The Doors

Μικρός φοβόμουν τον δυνατό αέρα, είχα δει ένα τρομακτικό ντοκιμαντέρ για έναν τυφώνα που είχε σκοτώσει όλους τους ενοίκους ενός ξενοδοχείου εκτός από ένα παιδάκι, ακόμα θυμάμαι τις εικόνες με τους φοίνικες να λυγίζουν απ’ τον μανιασμένο αέρα, όποτε φυσούσε δυνατά κι η κερασιά στην αυλή μας υποχωρούσε και τραντάζονταν μ’ έπιανε ένας φόβος. Όταν πάλι άστραφτε και βροντούσε έπιανα ένα βιβλίο με προσευχές και διάβαζα κλαίγοντας ώσπου να κοπάσει η καταιγίδα, ο μικρός μου αδελφός με κορόιδευε. Η μάνα μου με πήγε στον παπά του χωριού, γονάτισα μπροστά στα σκαλιά του ιερού κι εκείνος έριξε απάνω μου το πετραχήλι του και διάβασε μια ευχή, όμως οι φόβοι δεν έπαψαν. Τις νύχτες όταν επισκεπτόμασταν έναν γέρο στην άκρη του χωριού, αυτόν που είχα δει κάποτε να πελεκά μια τεράστια πέτρα στην αυλή του και που ‘χε κορνιζαρισμένο τον βασιλιά καβάλα στ’ άλογο, φοβόμουν πάλι. Ακουγόταν ότι κάποιος που φορούσε ένα μακρύ παλτό γύριζε τις νύχτες στο χωριό και χτυπούσε τις πόρτες. Η μάνα μου με έσφιγγε απάνω της και με τύλιγε με τη ζακέτα της. Τα βράδια της Ανάστασης φοβόμουν τους κρότους και τα πυροτεχνήματα και ξανά η μητέρα μου με έσφιγγε κοντά της. Όταν πάλι είχα ακούσει για ένα παιδί που σκοτώθηκε με το μηχανάκι κάποια νύχτα και το βρήκε το ξημέρωμα ένας φορτηγατζής μες τα τριφύλλια, απόφευγα να περνώ απ’ το σημείο εκείνο. Με τον αδελφό μου πηγαίναμε στο λάκκο, ένα μυστήριο ρέμα έξω απ’ το χωριό όπου μαζεύαμε αλουμίνια και μπακίρια που κατέβαζε το νερό. Κάτι μας τρόμαζε εκεί, ίσως ο αντίλαλος σε κάποια στενά σημεία ενός φαραγγιού που στα μάτια μας φάνταζε πελώριο κι απειλητικό· εκεί κοντά σ’ ένα πλάτωμα υπήρχαν και κάτι τρύπες σκαμμένες στο κόκκινο χώμα από ζώα που δεν βλέπαμε ποτέ. Μια φορά πάλι είχαμε δοκιμάσει να χαϊδέψουμε ένα νεογέννητο μοσχαράκι έξω από ένα κτήμα εκεί κοντά κι η παλαβή αγελάδα που το πρόσεχε είχε ορμήξει στον αδελφό μου, τον έβαλε κάτω και τον κρατούσε ανάμεσα στα κέρατά της με τα μάτια γουρλωμένα κι αφρούς να βγαίνουν απ’ το στόμα της· πετάχτηκε ευτυχώς ο Πόντιος ιδιοκτήτης της μ’ ένα φτυάρι και την έδιωξε με βρισιές, απειλές και χτυπήματα, ο αδελφός μου ήταν χλωμός σαν πεθαμένος, σ’ ένα σπίτι τον πήγανε όπου οι γυναίκες τον έπλυναν με αγιασμό και τον συνέφεραν...

 

Εμφανίσεις: 1441

Περισσότερα...

«Η ανασκαφή» της Μαρίας Κουγιουμτζή

«Η ανασκαφή» της Μαρίας Κουγιουμτζή

Είχα καθυστερήσει και το σκοτάδι μουτζούρωνε τους δρόμους έτσι που δεν ξεχώριζα τις φυσιογνωμίες των ανθρώπων. Πλησιάζοντας στο οίκημα όπου γινόταν η δεξίωση, προσπέρασα έναν άντρα ο οποίος είχε σταθεί και με κοίταζε. Μετά άκουσα τα βήματά του να με ακολουθούν κι ένιωσα μια ανατριχίλα απειλής. Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος του, σταμάτησε για λίγο και μετά κατευθύνθηκε προς τα μένα, λίγο δισταχτικά, λίγο συνωμοτικά, οι κινήσεις του μου φάνηκαν ύποπτες. Φορούσε ένα παλτό που σκέπαζε το σώμα του ως κάτω, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ την ποιότητά του, για να εκτιμήσω κάπως το ποιόν του ανθρώπου. Όταν άνοιξα τη σιδερένια πόρτα της έπαυλης, πάλι στάθηκε και με κοίταζε, γλίτωσα σκέφτηκα, αλλά ακόμα δεν ήμουν σίγουρη ότι απέφυγα τον κίνδυνο, γιατί πριν κλείσει η βαριά πόρτα αυτός τάχυνε το βήμα και μπήκε. Χτυπούσα το κουδούνι με αγωνία, αργούσαν να μου ανοίξουν. Το φως της εξώθυρας έπεφτε πάνω μου, αφήνοντας εμένα ορατή κι αόρατο εκείνον. Σταμάτησε σε μικρή απόσταση πίσω μου. Επιτέλους μια νεαρή άνοιξε και το φως από τα πολλά και δυνατά φώτα που έρχονταν από μέσα με ηρέμησαν. Άκουσα τα βήματά του να μ’ ακολουθούν.

 

Εμφανίσεις: 917

Περισσότερα...

«Νόρμα» του Πέτρου Γκάτζια

«Νόρμα» του Πέτρου Γκάτζια


Υπάρχει μια παλιά οικογενειακή ιστορία, με πρωταγωνιστή κάποιον μακρινό θείο του. Την άκουγε απο παιδί. Θυμάται τη μάνα του να τη διηγείται, ποτέ όμως δεν έμαθε το τέλος. Κάποτε μάλιστα πίστευε πως δεν θα την ξεχνούσε ποτέ, όμως να που την ξέχασε, τουλάχιστον για λίγο. Είναι μια ρομαντική ιστορία, πέρα για πέρα αληθινή, και όλοι στο σόι του τη θεωρούν πολύ σημαντική.

Ο Τίμος την ξέχασε γιατί ξαφνικά την άφησαν στην άκρη όλοι οι άλλοι, όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και άρχισαν να ρωτούν επίμονα για το τέλος που δεν άκουγαν όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί είναι αλήθεια πως κανείς τους δεν έλεγε ποτέ το τέλος. Έδιναν την εντύπωση ότι είχαν διηγηθεί ολόκληρο το ρομάντζο, αλλά σταματούσαν στο καλύτερο ή στο χειρότερο, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Τα παιδιά επέμεναν βέβαια, αλλά μπορείς πολύ εύκολα να τα ξεγελάσεις με μια άλλη ιστορία ή και μ’ ένα γλυκό απο τα χέρια της πιο καπάτσας θείας.

Το 1938, ένας ερωτευμένος Έλληνας πιλότος ξεκίνησε απο τη Βρετανία με ένα σμπαραλιασμένο αεροπλάνο και έφθασε παράνομα στην τότε Σοβιετική Ενωση. Μπήκε στη χώρα σαν εισβολέας για να δει και πάλι τη γυναίκα του, που ζούσε στο Καλίνιν. Οι Σοβιετικοί τον συνέλαβαν σαν κατάσκοπο, όμως εκείνος είχε προσπαθήσει. Την είδε μόνο μια φορά προτού τον απελάσουν, όταν κατάλαβαν ότι ήταν ακίνδυνος, στα υπόγεια της KGB, στην οδό Λουμπιάνκα στη Μόσχα.

 

Εμφανίσεις: 1061

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr