«Σε κλοιό» της Μαρίας Βέρρου
«Σε κλοιό» της Μαρίας Βέρρου

«Σε κλοιό» της Μαρίας Βέρρου

Σκούπισε με τα μάτια το χώρο, στις λεπτομέρειες, έκλεισε το φως, ύστερα την πόρτα, διπλοκλείδωσε, μη και φύγουν τα πράγματα, περπατήσουν, την ακολουθήσουν, ήθελε να τ’ αφήσει όλα πίσω της, το τελευταίο σπίτι, θα σφράγιζε την προηγούμενη ζωή της, όλες τις ζωντανές ανάσες που πότισαν τους τοίχους, με τις χρωματιστές ταπετσαρίες και τα κάδρα έναν πολτό χρωμάτων, αδιαχώριστο, τα έπιπλα, εκείνα τα γερασμένα με τη σκούρα πατίνα, κουβαλούσαν άλλους τόσους χρόνους ζωής, σχεδόν βούλιαζαν από το βάρος, τα κρεβάτια, κλειδωμένα ασφυκτικά θα ξεψυχούσαν, ανέβηκε τα τρία σκαλιά, βρέθηκε στον δρόμο. Το παλτό της κλειστό μέχρι πάνω, έκανε κρύο, την πάγωνε, ο δρόμος μπροστά της χωρίς εμπόδια, μηχανικά τα βήματά της πήγαιναν προς κάποιο προορισμό, ακόμα δεν είχε αποφασίσει. Το χέρι της την έτρωγε, περπατώντας μηχανικά, το έφερε σε επαφή με το οπτικό της πεδίο, μία σκλήθρα είχε μπει μέσα, τα ξύλα, οι μεταποιήσεις τους, οι μεταφορές τα είχαν κάνει ευάλωτα, υποχωρητικά, περπατώντας προσπαθούσε να τη βγάλει, είχε καρφωθεί στο ίδιο εκείνο σημείο, το μπλε σημείο, ποτέ δεν έφυγε αυτό το μπλε, σα τατουάζ, πάνω από το νεροχύτη όταν καθάριζε τα ψάρια. Μια ντουζίνα ψάρια, να ταΐσουν μια ντουζίνα νοματαίους που περίμεναν αργοπίνοντας στη βεράντα, εκείνο το καλοκαίρι. Μύριζε θάλασσα, μύριζε φύκι η θάλασσα, τα ψάρια δεν μύριζαν θάλασσα. Είχε γεμίσει αίμα η γούρνα, λέπια, αίμα και εντόσθια, ξεκοιλιασμένα ψάρια με μάτια κρυστάλλινα, ακόμα ζωντανά, περίμεναν την τελική εκκαθάριση. Έχωσε τα χέρια της, γυμνά, ένιωσε τη μυρωδιά του θανάτου βαθιά στα ρουθούνια της, όλες οι μυρωδιές του θανάτου ίδιες είναι, οι φωνές έξω δυνάμωναν, προσδοκούσαν… Χάζευε τα κόκκινα βράγχια στεγνά, στερημένα, και μετά τις διάφανες απολήξεις της σπονδυλικής στήλης, να βαστούν με δύναμη το νωπό κρέας, αφηρημένη, αποπροσανατολισμένη, μία ξέφυγε, πέρασε μέσα από το μαλακό του νυχιού, φώλιασε λες για να προφυλαχτεί κει από κάτω, που είχε ζέστη και υγρασία, εκείνη που του είχαν στερήσει και περίμενε, να προεξέχει μια τόση δα μυτούλα, αόρατη και σκανδαλιάρα, περήφανη για τη δύναμή της. Στην αρχή δεν την κατάλαβε, μετά από λίγο όμως άρχισε να θυμώνει, πώς ν’ αντέξει τέτοια καταφρόνια, άρχισε να προχωράει, να φουσκώνει, να ρουφάει την υγρασία, να τεντώνεται, όπως εκείνο το αυγό στην κοιλιά της που φούσκωνε, φούσκωνε ώσπου μια μέρα έκανε ένα πλαφ και σωριάστηκε στα πλακάκια της κουζίνας σα μύξα, σα να άνοιξε απόστημα. Είχε σκύψει να το μαζέψει αλλά εκείνο όλο έφευγε, όλο γλιστρούσε, όλο προχώραγε, μέχρι που το πάτησε με το πόδι της κι έφυγε το πόδι της παρασυρμένο από τη μύξα και ήρθε ανάσκελα. Την έτρεχαν στα νοσοκομεία, γεμάτη αίματα και χωρίς το αυγό. Άλλαξε την κουζίνα, άλλαξε τα πλακάκια να μη βλέπει το σημάδι από το αυγό, έτσι κίτρινο που ήταν και είχε σημαδέψει τα πλακάκια και την καρδιά της. Όμως εκείνη δεν μπορούσε να την αλλάξει. Έτσι το διάφανο εκείνο και ευλύγιστο κόκκαλο-απόληξη βρήκε ευκαιρία, ίσως και να την περίμενε, και αόρατο καθώς ήταν έτρεχε κατευθείαν προς την καρδιά. Άρχισε να το κυνηγάει, το ’βλεπε, το ’νιωθε να κυλάει στη φλέβα της. Πήρε το μαχαίρι να την κόψει, να το προλάβει. Και πάλι την έτρεχαν στα νοσοκομεία. Είχε χάσει την κανονική ποσότητα αίματος που της αναλογούσε. Και μαζί μ’ αυτό είχε χαθεί και το διάφανο κόκαλο-απόληξη. Ευτυχώς είχε σώσει την καρδιά της. Η είσοδος όμως στο νύχι της είχε γίνει μπλε, απ’ το ίδιο σημείο ήθελε να μπει και η σκλήθρα όμως την πρόλαβε, πίεσε πίεσε το νύχι, ήθελε να την ακινητοποιήσει, κάποιος την πίεζε, την πίεζε πολύ στο μπράτσο, ένιωθε να πνίγεται, πού βρισκόταν, πόσος κόσμος αλήθεια, ένα γκρίζο σύννεφο την τύλιξε, πολύς κόσμος την πίεζε, πού πήγαιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κάποιος πίεζε και το κεφάλι της, όλα είχαν γίνει πολύ γκρίζα, δεν έπρεπε να είχε βγει με τόσο κρύο, κάποιος της τράβαγε τα μαλλιά, τούφες έφευγαν, «δεν φταίω εγώ» «συγχωρήστε με», άκουσε τον εαυτό της να φωνάζει, την πόνεσε ο λαιμός της να φωνάζει, μα γιατί ζητούσε συγγνώμη, γιατί φώναζε έτσι δυνατά, της είχαν πει, αυτό το θυμόταν, ότι δεν έπρεπε να πιέζεται, έβλεπε την καρδιά της να φουσκώνει να φουσκώνει, δεν ήθελε να πέσει κι αυτή όπως το αυγό, μάζεψε τις τούφες από τα μαλλιά της, μαζεύτηκε σ’ ένα κουβαράκι, χώθηκε σε μια γωνιά και περίμενε. Δεν έπρεπε να είχε βγει με τόσο κρύο, δεν έπρεπε…

 

Η Μαρία Βέρρου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γαλλική γλώσσα και φιλολογία στο ΑΠΘ. Έχει συμμετάσχει σε λογοτεχνικές μεταφράσεις, έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής και επιμέλειας κειμένου και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Φρέαρ και Fractal.

 

Τα σχόλια σας  

#1 Μαρία Βέρρου 26-03-2018 19:25
Σας ευχαριστώ για τη δημοσίευση και να επισημάνω ότι είναι πολύ πετυχημένη η εικόνα.
Παράθεση

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το σημείωμα» του Νίκου Μικρόπουλου

Έφτασε περπατώντας με δυσκολία, αρκετά νωρίτερα, πριν το πρώτο φως. Όλη νύχτα στριφογύριζε βογκώντας στο κρεβάτι, παλεύοντας να βρει μια στάση για να ξεχάσει λίγο τους σουβλερούς πόνους. Αλλά και...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο Γιάννης Αγιάννης της Αθήνας» του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

Η ψιλή βροχή είχε γεμίσει τους δρόμους με νερά, που σαν ρυάκια γέμιζαν την άσφαλτο και σου δημιουργούσαν πρόβλημα να περάσεις. Οι πεζοί προτιμούσαν τη ζεστασιά των σπιτιών ή να πιουν τον καφέ τους...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δευτέρα ή Τρίτη» της Βιρτζίνια Γουλφ

μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου Οκνηρός κι απαθής, τινάζοντας χαλαρά το κενό απ’ τα φτερά του, γνωρίζοντας για πού τραβά, ο ερωδιός πετάει πάνω από την εκκλησία, κάτω απ’ τον ουρανό. Λευκός κι απόμακρος,...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Ηλίας Γκρης - Σαν άλλος Οιδίποδας - εκδήλωση

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: