«Τζόνιβαν» της Ελένης Λάππα-Οικονόμου

Να όμως που η τύχη το έφερε να λυθεί η απορία μου άπαξ διά παντός.

Όταν μου τη φέρανε «οι τρεις τους» στο σπίτι, δεν ήταν παρά ένα πεταμένο κακόμοιρο πλασματάκι oλίγων ημερών, με κλειστά τσιμπλιασμένα μάτια και ένα κατσιασμένο τρίχωμα απροσδιόριστου χρώματος, μάλλον προς το μαύρο έκλινε. Ήταν βέβαια το τελευταίο που με ενδιέφερε εκείνες τις στιγμές. Προείχε η ζωή.

Έτσι, με μπιμπερό με γάλα, κρεμούλες και ψαρόσουπες και αλοιφές ειδικές για τα μάτια, το αθώο μαυριδερό ζωάκι δεν άργησε να στρογγυλοκαθίσει στους καναπέδες μας και στις καρδιές μας. Δεν ξέρω, αν ήταν ολόλευκο ή λευκό με πορτοκαλιές αποχρώσεις στο κεφαλάκι του, αν θα το αγαπούσα περισσότερο. Μετριέται άραγε η αγάπη, ακόμα και των ζώων, με τo χρώμα;

Όταν ήρθε η στιγμή του ονόματος, αφού το φύλο είχε προσδιοριστεί από μια καλή γειτόνισσα, έμπειρη περί αυτών, είναι αλήθεια πως δυσκολευτήκαμε. Πέντε διαφορετικές γνώμες. Μοιρασμένοι, όπως ήμαστε εκείνη την εποχή, οι μισοί κοίταζαν προς τα αριστερά και οι άλλοι μισοί προς τα δεξιά –εξαιρείται ο μικρότερος που κοίταζε μόνο μπροστά– αποφασίσαμε σε ένα κοινό μορατόριουμ, κάτι σαν αυτό που κάνουν ορισμένα ζευγάρια για να μη δυσαρεστήσουν τη μια από τις δυο γιαγιάδες και δίνουν ονόματα όπως: Μαριλένα, Ελεάννα, Χριστίνα-Αγγέλα και πάει λέγοντας…

Έτσι προήλθε το μοναδικό εις τους αιώνες όνομα γάτας: Τζόνιβαν. Μια προσπάθεια σύζευξης του Τζον (Κένεντι) και του Ιβάν (του Τρομερού). Ένιωθα μάλιστα ιδιαίτερα περήφανη, γιατί, για να αποφύγω τη σύρραξη, βρήκα αυτή τη διπλωματική λύση, παρόλο που δε φημίζομαι για τις διπλωματικές μου ικανότητες.

Οι μέρες περνούσαν ειρηνικές με τον Τζόνιβαν ανάμεσά μας να λύνει τις μικρές ή μεγάλες διαφορές, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, φυσικά εν αγνοία του. Αρκούσε ένα παραπονιάρικο νιαούρισμα ή ένα χασμουρητό με τη ροζ γλωσσίτσα του να προβάλλει ανενδοίαστα, ή ένα καμπυλωτό ανασήκωμα της πλατούλας του με ταυτόχρονο τέντωμα σε ευθεία γραμμή των ποδιών του, ή μια στάση υπναλέας μακαριότητας στις ακτίνες του ήλιου που τρύπωναν από το παράθυρο και χάιδευαν το στιλπνό κατάμαυρο τρίχωμά του, για να μας γεμίσει με τρυφερότητα και να απορροφήσει σαν σφουγγάρι κάθε μορφή έντασης ή τουλάχιστον μικροέντασης. Ήταν σαν να μπήκε στο σπίτι μας ένας διαιτητής. Υπερβολές; Ίσως. Λένε πως ο χρόνος δεν είναι μόνο γιατρός αλλά εξωραΐζει καταστάσεις και πρόσωπα. Γιατί να μην ισχύει και για τα ζώα; Μπορεί να είναι και έτσι.

Ήρθε κάποτε η στιγμή που έπρεπε να τον δει κτηνίατρος για τα σχετικά εμβόλια. Και τότε πέσαμε από τα σύννεφα. Ο Τζόνιβαν δεν ήταν ο Τζόνιβαν αλλά… η Τζόνιβαν. Να που μας προέκυψε γένους θηλυκού. Προφανώς δεν είχε γίνει αλλαγή φύλου αλλά η καλή «έμπειρη περί αυτών» γειτόνισσα δεν ήταν τόσο έμπειρη. Λίγο το κακό, ή μάλλον καθόλου. Γιατί με τόση τσαχπινιά και χάρη που διέθετε σε κάθε της στάση και κίνηση θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από τους ομόφυλούς της γάτους. Θέλω να πω πως ήταν πλασμένη ως θηλυκό ον, οι ορμόνες της ήταν κραυγαλέες. Όσο για το όνομα, ποιος το υπολόγιζε, παρέμεινε όπως ήταν με το άρθρο ή χωρίς.

Με τις ορμόνες όμως δεν ήταν το ίδιο.

Πλησίαζαν οι μέρες του Πάσχα και η μετακίνησή μας λίγο πιο έξω από την πόλη σε ένα μικρό εξοχικό με κήπο και αυλή, ασφαλώς παράδεισος για… Τζόνιβαν. Έπρεπε, λοιπόν, να πάρουμε τα μέτρα μας για να μην έχουμε δυσάρεστες καταστάσεις. Ο γιατρός μάς εξήγησε πως η στείρωση εγκυμονεί κινδύνους σοβαρούς στην υγεία της και πως προτιμότερη ήταν μια προσωρινή κατασίγαση των ορμονών με κάποια ένεση, αφού μετά την επιστροφή μας στην πόλη, θα κλειστεί και πάλι στο διαμέρισμα, φυλακισμένη, μακριά από επικίνδυνους επίδοξους εραστές.

Η εξέλιξη ήταν εντελώς διαφορετική. Ο μικρός παράδεισος του εξοχικού σπιτιού εξελίχθηκε σε κόλαση.

Ο Τζόνιβαν ήταν το μόνο κυρίαρχο τετράποδο πλάσμα στο συγκρότημα. Είχε όλη του την άνεση να ανεβοκατεβαίνει σε δένδρα, να σκαλίζει με τα νυχάκια της γούρνες για να κρύβει τα περιττώματά της, λες και της το δίδαξε κάποιος, να λιάζεται με τις ώρες στον ήλιο καθαρίζοντας με τη γλωσσίτσα της το τρίχωμά της, να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου στη βεράντα διαβάζοντας μαζί μου τις απογευματινές εφημερίδες, ρίχνοντας πλαγίως υπεροπτικές ματιές σε κάποιες άλλες γάτες που προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά συναντούσαν την αντίδραση όλων μας.

Ξεχώριζε από το σινάφι τους ένας μεγάλος γκριζόμαυρος γάτος, που δεν υποχωρούσε εύκολα παρά τις πετριές που έτρωγε, νιαουρίζοντας κάθε φορά, παράξενα για μας, με κάποιο ιδιαίτερο όμως νόημα για τη δική τους γλώσσα, ίσως ερωτικό κάλεσμα. Έβλεπα τον Τζόνιβαν που έτρεχε να κρυφτεί στην ασφάλεια του σπιτιού ή της αγκαλιάς μου. Δεν τον θεωρήσαμε επικίνδυνο, τι θα μπορούσε να κάνει; Όλα ήταν υπό έλεγχο.

Διαψευστήκαμε.

Ένα βράδυ όπως όλα τα άλλα, που δεν έβρεχε, που δεν είχε πανσέληνο, που δεν ήταν το φεγγάρι στη χάση του, που δε φύσαγε αγέρας και δεν είχε ούτε κρύο ούτε ζέστη, ένα τόσο κοινότοπο βράδυ έμελλε να γίνει το κακό.

Κανένας μας δεν πρόσεξε την απουσία του.

Όταν ακούσαμε τα ουρλιαχτά του ήταν αργά.

Τον εντοπίσαμε αμέσως.

Ένα κουρέλι.

Στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου της διπλανής μεζονέτας είχε κατορθώσει ο νταής γάτος της γειτονιάς έπειτα από κυνηγητό να ξεμοναχιάσει και να αποκλείσει σε αδιέξοδο το τρυφερό και άδολο πλάσμα, ένα παιδί σχεδόν, που δεν υποχωρούσε στις ορέξεις του, που δεν ήξερε και δεν ήθελε να μάθει τι είναι σεξ, γιατί εμείς, τα αφεντικά του, εγωιστικά του είχαμε στερήσει αυτό το δικαίωμα. Είχαμε επέμβει στη φύση του, σαν καλοί κηδεμόνες, και την παραβιάσαμε. Μήπως και η φυλακή του διαμερίσματος δεν ήταν κιόλας μια πρώτη παραβίαση;

Και τώρα; Τώρα είχαμε μπροστά μας ένα πλάσμα βιασμένο. Πληγωμένο, καταματωμένο, με τις άγριες νυχιές του βιαστή στην πλατούλα του, ανίκανο να κινηθεί, με τον πόνο διάχυτο στο κορμί και τον τρόμο στα μάτια.

Το μεγάλο διπλό κρεβάτι ήταν το καταφύγιό του για τις υπόλοιπες μέρες της παραμονής μας στο εξοχικό. Κάτω ακριβώς από το κεφαλάρι ένιωθε, όσο μπορούσε να νιώσει, ασφαλής. Τα βράδια οι ανάσες μας έσμιγαν και πότε πότε κάποια βογκητά –πόνος; εφιάλτες;– τάραζαν και τον δικό μας ύπνο. Την τάιζα, όσο μπορούσα, οριζοντιωμένη, στο ελάχιστο κενό κάτω από το κρεβάτι. Ήταν αδύνατο να ξεμυτίσει. Με μεγάλη δυσκολία, την ημέρα που θα φεύγαμε, τη βγάλαμε για να την πάρουμε μαζί μας.

Οι μήνες πέρασαν και το καλοκαίρι ήταν στο φόρτε του, όταν φορτώσαμε το αμάξι για τις θερινές διακοπές στο ίδιο εξοχικό μας σπίτι. Μαζί μας φυσικά και ο Τζόνιβαν, μια ώριμη πια γάτα, αυτάρκης και προπάντων ακέραια, με τις αισθήσεις της και τα ένστικτά της φυσιολογικά, χωρίς αλλότριες επεμβάσεις. Ήταν ο εαυτός της. Το πάθημα μας είχε γίνει μάθημα και αφήσαμε τη φύση ανεξέλεγκτη να κάνει τη δουλειά της.

Όλα εξελίχθηκαν φυσιολογικά.

Προφανώς η τραυματική εμπειρία της άνοιξης δεν της είχε αφήσει ψυχικά κατάλοιπα και ο βιαστής της δεν άργησε να γίνει ο εραστής της. Ένας σπάνιος εραστής, υποθέτω εγώ βέβαια, για γάτες. Ξημεροβραδιαζόταν στο απέναντι οικόπεδο, κάτω από μια μεγάλη ελιά, μέσα στο λιοπύρι του Αυγούστου, περιμένοντας να εμφανιστεί η καλή του. Δεν ξέρω αν του έκανε εκείνη κόνξες ή εκείνος ήταν ή εμφανιζόταν πως ήταν –μεταμελημένος ίσως για την προηγούμενη συμπεριφορά του– τόσο ρομαντικός, ώστε να της κάνει καντάδες, αφού ένα συνεχές νιαούρισμα σε διαφορετικούς τόνους ακουγόταν παράξενα.

Δεν ξέρω τι ακριβώς συγκίνησε… τον Τζόνιβαν. Ίσως αυτό το τραγούδι, ίσως η επιμονή και η αφοσίωση του γκριζόμαυρου γάτου, ίσως πάλι τίποτε από όλα αυτά, παρά μόνο ο έντονος γατίσιος… αντρισμός του, οι μυρουδιές του και ίσως κάπου στο βάθος του υποσυνείδητου του Τζόνιβαν η ανάμνηση του βιασμού.

Το αποτέλεσμα; Ένας τρελός έρωτας νυχθημερόν πια, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του οριοθετημένου χώρου της δικής μας γάτας, ακόμα και μέσα στην κουζίνα μας, ασυγκράτητα και βιαστικά, πριν προλάβουμε καλά καλά να αντιληφθούμε τι γινόταν πίσω από την πλάτη μας.

Δεν άργησε βέβαια να ’ρθει και το ξεπόρτισμα, χωρίς την άδειά μας. Τη χάναμε για ώρες τη μέρα και τη νύχτα. Πάντοτε όμως επέστρεφε, περίπου την ίδια ώρα, γύρω στα μεσάνυχτα, σαν να είχε κάνει κάποια συμφωνία μαζί μας. Ζούσε μια έντονη γατίσια ζωή, απόλυτα φυσιολογική, που, παρά τους φόβους μας, δεν μπορούσαμε να της στερήσουμε.

Ήταν ευτυχισμένη.

Το κακό ήρθε όχι από δίποδο αυτή τη φορά αλλά από τετράτροχο.

Το καλοκαίρι τέλειωνε και σε λίγες μέρες θα επιστρέφαμε. Η βραδιά εκείνη, αποχαιρετιστήρια, κύλησε ευχάριστα στη βεράντα με φίλους. Θα ξαναβλεπόμασταν το επόμενο καλοκαίρι. Δεν έδωσα σημασία στην αναμπουμπούλα που κάποια στιγμή δημιουργήθηκε και στην απουσία για λίγο του Τηλέμαχου. Δεν ανησύχησα ούτε όταν άρχισε να δικαιολογείται, προφασιζόμενος διάφορα.

Άρχισα όμως να ανησυχώ όταν η ώρα είχε σημάνει προ πολλού μεσάνυχτα και ο Τζόνιβαν δεν είχε εμφανιστεί. Έμεινα ξάγρυπνη περιμένοντας. Προφανώς κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα και, όταν ξύπνησα, ξημέρωνε. Ο Τζόνιβαν πουθενά.

Ήταν πια η στιγμή που απαίτησα να μάθω.

Προσπάθησα να φανώ γενναία, όταν ο Τηλέμαχος με πήρε από το χέρι για να με οδηγήσει στο διπλανό οικόπεδο, κάτω από την ελιά.

Και τότε εκεί, στη σιγαλιά της νύχτας που ξεψυχούσε, μείναμε άφωνοι, όταν είδαμε πάνω από τον μικρό νιόσκαφτο τάφο του Τζόνιβαν τον γκριζόμαυρο γάτο με την παρέα του, να έχουν ξενυχτήσει την αγαπημένη του, μοιρολογώντας τη με ένα θλιβερό, μονότονο νιαούρισμα.

Τα παιδιά μας δεν έμαθαν ποτέ την αλήθεια.

Η Ελένη Λάππα-Οικονόμου γεννήθηκε στο Νησί των Ιωαννίνων. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΜΕ. Εργάστηκε ως καθηγήτρια σε σχολεία της Μ.Ε. στην Ελλάδα και στο Βέλγιο. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε φιλολογικά περιοδικά και στον ομογενειακό Τύπο του Βελγίου. Από τις εκδόσεις Σοκόλη κυκλοφορεί συλλογή διηγημάτων της με τίτλο Εντολή άνωθεν. Ίδρυσε και είναι υπεύθυνη της λειτουργίας της Λογοτεχνικής Συντροφιάς (Λέσχη Ανάγνωσης) της Βιβλιοθήκης του δήμου Χολαργού-Παπάγου, με πολλές δραστηριότητες στο χώρο της λογοτεχνίας.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER