«Πράματα και θάματα» της Κατερίνας Ζαρόκωστα

«Πράματα και θάματα» της Κατερίνας Ζαρόκωστα

Αυτή λοιπόν η οδός Αστερόπης είναι ο πιο μικρός δρόμος που εγώ τουλάχιστον γνωρίζω στο κέντρο της πόλης. Ξεκινάει από μια κεντρική αρτηρία, ξεδιπλώνεται με καμιά δωδεκαριά προπολεμικά διώροφα και τριώροφα εκατέρωθεν, και πέφτει πάνω σε μια πέτρινη εκκλησούλα. Μια αόρατη γραμμή χωρίζει το δρομάκι από τη βουή και την αντάρα της πολιτείας. Θες τα σπιτάκια, ενθύμια από ένα κοντινό παρελθόν, θες η εκκλησούλα, πάντως άλλος αέρας πνέει εκεί, που δροσίζει τον νου. Κι αυτό γιατί στην οδό Αστερόπης συμβαίνουν πράματα θαυμαστά. Ενώ για παράδειγμα ο χρόνος, απαλό σύννεφο σ’ όλες τις αποχρώσεις της φωτιάς, αποχαιρετάει την πόλη, στην οδό Αστερόπης μια να κάνεις, αρπάζεις ένα κομμάτι του –έτσι όπως αποσπάς μπαμπακωτές δαγκωνιές απ’ «το μαλλί της γριάς» στα πανηγύρια– και τον σταματάς. Το μενεξελί ξεφτίδι μόλις βρεθεί να πλέει ανεξάρτητο στον ουρανό θεριεύει κι απλώνεται ώσπου καταλήγει να φτιάξει παχύ στρώμα από μπαμπάκι, βαθυκόκκινο στο κέντρο, πορτοκαλί και ρόδινο στις άκρες, που καλύπτει τον δρομάκο απ’ άκρη σ’ άκρη, παρατείνοντας για ώρα τη ρόδινη αχλύ του δειλινού, ενώ η υπόλοιπη πολιτεία βυθίζεται αργά στο σκοτάδι.

Κάτω από τούτη τη ροδοκόκκινη σκέπη, πράματα και θάματα, σας λέω! Να φανταστείτε, ξαναβρήκα την αγαπημένη μου γιαγιά, ντυμένη πάντα στα μαύρα, με κομψά δεμένο κεφαλομάντιλο αλλά χωρίς ρυτίδες! Με κρατούσε, χρονιάρικο μωρό, στην αγκαλιά και με πήγαινε, λέει, στην εκκλησία να μ’ ευλογήσει ο παπάς μπας και μου ανοίξει η όρεξη. Εγώ κλαίω, διότι δεν μου αρέσει καθόλου να μου κολλάνε το προσωπάκι (τόσο δα κατσιασμένο ήμουνα) σ’ ένα πρησμένο κομμάτι σάρκας που μου κόβει την ανάσα και να μου λένε «ρούφα» κιόλας. Η μάνα μου στην απόλυτη ομορφιά της νιότης γέρνει το κεφάλι στον ώμο της δικής της μάνας.

-Τι έχει το γάλα μου, μαμά; Γιατί δεν το πίνει το παλιοκόριτσο;

-Μη λες τέτοιες κουβέντες, γιαβρί μου, δεν είναι παλιοκόριτσο, μωράκι είναι. Πεινασμένο μωράκι. Και το γάλα σου είναι μια χαρά. Ίσως το ζορίσαμε λίγο παραπάνω το κουτούτσικό μας. Σώπα, τζιέρι μου, όλα θα φτιάξουν.

-Δε θέλω παιδιά! Δε θέλω, σου λέω, ωρύεται η γυναίκα του ναυτικού.

Έμεναν στο ισόγειο. Τα παράθυρά τους πάνω στο δρόμο. Τα ακούγαμε όλα, βλέπαμε αρκετά. «Πες καλύτερα ότι δε θες παιδιά για να ξεπορτίζεις όταν μπαρκάρω» φρενιάζει ο σύζυγος.

Ξέραμε τι θα επακολουθούσε. Σκαμπίλια, λόγια βαριά, με αποκορύφωμα τη μισόγυμνη γυναίκα να πετάγεται στο δρόμο με τον ναυτικό στο κατόπι.

Το θέαμα κρατούσε λίγο, φευ, καθώς το μαινόμενο ζευγάρι μάζευε ντροπιασμένο τα σπασμένα του όταν ερχόταν αντιμέτωπο με το ειρωνικό μειδίαμα της αριστοκρατικής κυρίας που έμενε στον πρώτο. Και πώς τύχαινε, λέω, εκείνη την ώρα να βγάζει βόλτα τις αλεπούδες της! Δυο υπέροχα ζώα, δεμένα ένα στο αριστερό, τ’ άλλο στο δεξί της χέρι, που συγχρόνιζαν σαν εκπαιδευμένοι σκύλοι το βήμα τους με το δικό της. Πάνω κάτω την οδό Αστερόπης να ξεμουδιάσουν τα ζωντανά ώσπου μ’ ένα ανεπαίσθητο τράβηγμα στο λουρί που τα κρατούσε στη ζωή να ξαναγίνουν ακαριαία κι αδιαμαρτύρητα δυο ρενάρ αρζαντέ στο μπούστο της κυράς τους.

Στο πλαϊνό μπαλκόνι μια γκριζομάλλα με νεανικό πρόσωπο χτενίζει με ηδονική υπομονή τα μακριά μαλλιά της νεαρής κόρης της που ιδρώνει κάτω απ’ το φορτίο της μητρικής φροντίδας.

Ο ανάπηρος με το κατωκόρμι κρυμμένο σε τσουβάλι –μια οβίδα του είχε φάει τα πόδια στον πόλεμο– πρόβαλε κι αυτός κι άρχισε να σέρνεται πάνω κάτω στην οδό Αστερόπης, να ξεμουδιάσει τι;

Κατά το μεσημεράκι, αν δεν είχε δουλειά, έβγαινε να λιαστεί και η κυρα-Λίζα. Μοδίστρα, καθαρίστρια, πουτάνα, κατά περίσταση, όλους τους βόλευε στο δρομάκι, με απόλυτη εχεμύθεια, εννοείται.

Για την περίπτωσή μου, ο ιερέας έδωσε λύση: «Γάλα γαϊδούρας! Το πλησιέστερο στο ανθρώπινο».

-Είδες που σ’ τα’ λεγα! Γαϊδούρι εγώ δεν κάνω, ξαναπιάνει το τροπάρι η γυναίκα του ναυτικού.

-Μα… τι γαϊδούρι μού τσαμπουνάς;

-Κι αν βγει ζαβό σαν το μωρό… αυτηνής;

Άντε να βρεις γαϊδούρα, να έχει και γάλα. Μάνα και γιαγιά μ’ έτρεχαν κάθιδρες τα καλοκαίρια στην Αγία Παρασκευή –ντιπ εξοχή τότε– εγκαταλείποντας τον μπαμπά στα μοναχικά του καλοκαίρια. Αχ, πώς θα ’θελα να τα σβήσω, να τα πάρω όλα πίσω, να πιω το γάλα μου σαν καλό παιδάκι! Πεισμώνουν άσχημα καμιά φορά τα παιδιά, ξέρετε…

Πώς έγινε και δίπλωσε έτσι ο χρόνος κι όλοι ετούτοι μεταπήδησαν σε κορνίζα ή χάθηκαν σαν πέτρα στο νερό; Κρατώ τη φωτογραφία με τη γιαγιά που με σφίγγει, κλαμένη εγώ, στην αγκαλιά της. Στην ασημένια κορνίζα που έφεραν απ’ την Πόλη η μάνα με το αστραφτερό της χαμόγελο και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά της. Σε άλλη αντίστοιχη ο πατέρας, γουστόζικος, γελάει κρατώντας κάτι αδιευκρίνιστο στα χέρια. Μαύρα μαλλιά, μάτια κάρβουνο, ολόγλυκο γέλιο. Πρώτος στα χωρατά, πρώτος στις παρέες.

Απ’ το βάθος του δρομάκου φτάνει ασημένιος ο ήχος της καμπάνας. Το πορτοκαλένιο σύννεφο αποσύρεται αργά, αφήνοντας όσα έσκεπε στο έλεος της φθοράς τους. Η οδός Αστερόπης βυθίζεται αργά κι αυτή στο βελούδινο σκοτάδι.

Γι’ αυτό κι εγώ τα βράδια την διπλώνω και την στρώνω στοργικά κάτω απ’ το μαξιλάρι μου, να με προστατεύει απ’ τις πεινασμένες νύχτες και τον ανοχύρωτο ύπνο μου.

 

Η Κατερίνα Ζαρόκωστα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951. Πήρε πτυχίο Γαλλικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε έναν κύκλο σπουδών Κοινωνικής Ψυχολογίας στην École Pratique, στο Παρίσι. Μετράει δεκαέξι χρόνια συνεργασίας με την Κρατική Ραδιοφωνία (Τρίτο και Πρώτο Πρόγραμμα) ως παραγωγός πολιτιστικών εκπομπών, ενώ συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά (Ελευθεροτυπία, Νέα Μεσημβρινή, Τέταρτο) καθώς και με λογοτεχνικά περιοδικά (Δέκατα, Εντευκτήριο). Έχει εκδώσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων, δυο νουβέλες και δυο μυθιστορήματα. Πρόσφατο βιβλίο της το μυθιστόρημα Οι αδερφές Ραζή (εκδόσεις Μεταίχμιο 2017). Διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων τα έτη 2007, 2011, 2012.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Στο Καραβάν Σεράι» της Νατάσας Ζαχαροπούλου

Ταξίδευαν ώρες και ώρες διασχίζοντας την έρημο. Μια συνηθισμένη μέρα: άπνοια, ανελέητο λιοπύρι, που άναβε σπινθήρες σε κάποια παράταιρα για εδώ λευκά, γυαλιστερά λιθαράκια, αλλού αποξήραινε ακόμη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το μαύρο φορμάκι» της Βάσως Χόντου

Είδα ένα όνειρο χθες βράδυ. Ο Σπύρος ήταν λέει μωρό και πηγαίναμε στο σπίτι της μάνας μου. Τον είχα σ’ ένα καρότσι από κείνα τα σκεπαστά με τις μικρές ρόδες και του φορούσα ένα μαύρο φορμάκι. Μαύρο, αν έχεις...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο βρικόλακας» του Γιαν Νερούντα

μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη Το εκδρομικό ατμόπλοιο μάς έφερε από την Κωνσταντινούπολη στο νησί της Πριγκήπου, όπου και κατεβήκαμε. Οι επιβάτες δεν ήταν πολλοί: μια οικογένεια Πολωνών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: