«Γαύρος τηγανητός» της Εύας Μ. Μαθιουδάκη και του Δημήτρη Παπακώστα

«Γαύρος τηγανητός» της Εύας Μ. Μαθιουδάκη και του Δημήτρη Παπακώστα

Γύρισαν απ’ το σχολείο η καθηγήτρια γαλλικών Αγγελική και ο μαθητής της Γ΄ Γυμνασίου Αποστόλης, ή Τολ, ή Τολίτο.

Την ίδια ώρα, ο μεγάλος γιος, οΑντρίκος, έτρωγε στη φοιτητική λέσχη στο Ληξούρι, δεν ξέρουμε τι.

Εμείς είχαμε γαύρο τηγανητό, φτιαγμένο από τη γιαγιά Σοφία, τη μάνα της Αγγελικής, που τώρα ζει μόνη της στη Μαγούλα, πόλη-δορυφόρο της άλλοτε ιερής Ελευσίνος και τώρα απλής, ηρωικής εργατούπολης, χωρίς μύστες, κυκεώνες και Μυστήρια, με μόνα παράσημα δύο προ πολλού κοιμώμενες: εκείνο το παλιό «Κορίτσι μου που αγαπούσα» και την «Περσεφόνη» του Γκάτσου.

Η κυρα-Σοφία πέρασε όλη της τη ζωή στη Γερμανία και κυρίως στο Βέλγιο, μαγειρεύοντας σ’ εστιατόρια για Έλληνες και ξένους πελάτες κι ακούγοντας νοσταλγικά τις «Φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές» απ’ τον Καζαντζίδη. Επί 30 χρόνια έκανε υπομονετικά ό,τι της έλεγε ο Στελάρας, «Κάνε κουράγιο, μετανάστη», ώσπου αξιώθηκε να γυρίσει σαραβαλιασμένη συνταξιούχος στην πατρίδα. Τώρα μαγειρεύει για μας, κι από τη σύνταξη του ΙΚΑ, εξευτελιστική γι’ ανθρώπους που φτύσανε αίμα μια ζωή για να χτίσουνε μια ζωή χωρίς αίμα και ζωή, τσοντάρει κι από πάνω για να βοηθήσει παιδιά κι εγγόνια που, αντίθετα από κείνη, ποντάρανε στη μόρφωση για μια καλύτερη ζωή. Άλλο λάθος ποντάρισμα. Το τάχαμου θυελλώδες άτι της μόρφωσης απεδείχθη ψωράλογο, καθότι δεν εκτιμάται και πολύ στα καθ’ ημάς, και τερματίζει πάντα κάπου πίσω, στο σωρό. Στην κοινωνικοοικονομική επιτυχία προηγούνται αεριτζήδες και κάθε είδους «τεχνίτες» που σπουδάσανε οι περισσότεροι στου κασίδη το κεφάλι.

Ο μακαρίτης ο άντρας της κυρα-Σοφίας έλεγε πως ήταν ένας ακόμη Έλληνας μετανάστης που τραβιότανε στην κακούργα ξενιτιά εκείνα τα χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα παλιόπαιδο, ένας αλήτης, όπως τα λέτε, κυρία Μπέλλου, επαγγελματίας χαρτοπαίκτης με μυθιστορηματικές διήμερες-τριήμερες παρτίδες στο πίσω μέρος-λέσχη ελληνικών καφενείων του Βελγίου.

Το παράδοξο με τους παίκτες είναι ότι, βυθισμένοι σε πάθη που ίσως μόνον ο Μπαχ κι ο Ντοστογέφσκι κατάφεραν να περιγράψουν κάπως ικανοποιητικά, μπορούν να αναστείλουν, για εικοσιτετράωρα, ακόμη και τις στοιχειωδέστερες ανθρώπινες λειτουργίες. Δε σηκώνονται απ’ το τραπέζι ούτε για κατούρημα. Το παιχνίδι δε σηκώνει αστεία κι αδυναμίες. Στο παιχνίδι δεν παίζεις λεφτά. Στο παιχνίδι παίζεις τα ίδια σου τα χέρια. Το διακύβευμα είναι σοβαρό. Αυτό που δεν ξέρει ο παίκτης είναι ότι στο τέλος τα χάνεις τα χέρια σου. Μαθηματικά. Και χωρίς χέρια δεν μπορείς να μπεις ούτε καν σε γεμάτες τσέπες. Αυτό που ξέρει καλά ο παίκτης είναι ότι δεν τη θέλει τη ζωή χωρίς το παιχνίδι. Homoludens. Δεν του λένε τίποτα η δουλειά, η σύζυγος, τα παιδιά, τα οικογενειακά μεσημέρια γύρω απ’ το τραπέζι, με ή χωρίς προσευχή, και πάει και προσεύχεται σ’ άλλα τραπέζια, σ’ άλλους ναούς. Δεν του λέει πολλά ούτε μια Στέλλα ή μια Σύλβια (αχ, ένα μαράζι) που γνώρισε προ ετών και τραβιέται (στον πάτο) μαζί της.

Επίσης, ο μακαρίτης ο άντρας της κυρα-Σοφίας ακολουθούσε (όπως τα κοράκια στον Λούκι Λουκ και στα γουέστερν) κατά πόδας άλλα ρεμάλια, ματσωμένα, της Λεγεώνας των Ξένων, στις περιπλανήσεις τους ανά την υφήλιο και τα μάδαγε στο πόκερ.

Απ’ αυτή την περιπέτεια δεν έμεινε τίποτα, ο παίζων χάνει και ο πίνων μεθά, απλώς βοηθάγανε όλοι να κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι το χρήμα, ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα.

Στην κυρα-Σοφία όμως έμεινε μια αλλεργία για τα χαρτιά κι ένας φόβος μην καταλήξουνε τα εγγόνια της σαν τον προκομμένο. Ακόμα κι όταν βλέπει τον Αποστόλη (που πήρε τ’ όνομα του παππού) να κάνει με την τράπουλα κάτι ωραία ταχυδακτυλουργικά που έχει μάθει από το ίντερνετ, να εξαφανίζει ή να βρίσκει κρυμμένα φύλλα, της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, γιατί η πεζότης και η σκυφτή ζωή εξαφανίζουν και το χιούμορ. Εμείς γελάμε και θαυμάζουμε, μ’ ανοιχτό το στόμα, με τα μαγικά του Αποστόλη, κι εκείνη πίνει χάπια για την πίεση. Πίνει κι ένα σωρό άλλα χαπάκια ημερησίως, σε διάφορα χρώματα, γιατί είναι μεγάλη πια και κουβαλάει διάφορα ιατρικά, και πολύ συχνά τα μπερδεύει και παίρνει άλλ’ αντ’ άλλων.

Η ιστορία της κυρα-Σοφίας μού θυμίζει πάντα μια άλλη μικρή ιστορία από την ανθρώπινη κωμωδία. Το Σπυράκο.

Ο Σπυράκος, μακρινός συγγενής απ’ τη μεριά της μάνας μου, αγρότης σ’ ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου, είχε κι αυτός το ανυπότακτο πάθος των χαρτιών. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση της υγείας του υπερήλικα τότε πατέρα του, όλο ζήταγε δανεικά από συγγενείς, φίλους και γνωστούς («για τα φάρμακα του γέρου») και πήγαινε και τ’ ακούμπαγε στις λέσχες. Όπως έλεγε όμως η άλλη σοφή γιαγιά, η δική μου, «εκεί που πήγαινε ο Σπυράκος, οι άλλοι το ξέρανε τι λογής ήτανε το χαρτάκι προτού γυρίσει», με αποτέλεσμα να ταΐζει επί χρόνια ο καημένος ο Σπυράκος άλλα, πιο έξυπνα πουλιά. Και η γιαγιά έκλεινε πάντα την αναφορά στο Σπυράκο με τον αφορισμό: «Κακιά πουτάνα το χαρτάκι».

* * *

«Κακιά πουτάνα το χαρτάκι, αλλά σαν τις κανονικές τις παστρικές της Αμβέρσας τίποτα» της είπε μια μέρα και μπάρκαρε μαζί μ’ εκείνο τον κολλητό του απ’ το Γυμνάσιο.

Στο τέλος του διαδρόμου τις είχαν βάλει και τις δυο. Ο ανιψιός της κυρα-Θεώνης είχε λαδώσει τον περιπτερά, που ήξερε τον υπεύθυνο θαλάμου και της βρήκαν μια ήσυχη γωνιά μπροστά σε παράθυρο με παραβάν. Ελαφρύ εγκεφαλικό η κυρα-Θεώνη. Για την κυρα-Σοφία δεν είχε λαδώσει κανείς. Είχε έρθει για το ετήσιο τσεκάπ. Μοναχή τα κανόνιζε όλα. «Αύριο μπαίνω για τσεκάπ. Άμα χρειαστώ κάτι, θα σου πω» δήλωνε στη μοναχοκόρη, έπαιρνε το βαλιτσάκι και γραμμή για Ευαγγελισμό. Το ’χε δηλώσει εξαρχής, αυτή από γιατρό σε γιατρό δε θα παράδερνε. Μια κι έξω να τελειώνει.

Είχε σουρουπώσει για τα καλά, μοναχές τους ήτανε, πάνω στην αλλαγή της βάρδιας.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε η κυρα-Σοφία τη διπλανή της, που κείτονταν με αναμαλλιασμένες δυο χοντρές ψαρές πλεξούδες και το μαύρο κεφαλομάντιλο απλωτό στο μαξιλάρι.

«Θεώνη».

«Κι από πού κρατάς;»

«Σάματις κατέχω μπλιο; Από την Κρήτη, αλλά έχω πολλά χρόνια στα ξένα, ξέχασα, με ξεχάσανε, ποιος τα ξέρει...»

Γύρισε πλευρό η κυρα-Σοφία, την είχε πιάσει πάλι ο πόνος στο γοφό. Δε μίλησε, τι να ’λεγε.
Κατά τις πέντε ξύπνησε. Είχανε ξεχάσει να κλείσουν την κουρτίνα κι ο ήλιος άρχιζε ν’ αχνοφέγγει απ’ τον Υμηττό. Έριξε μια ματιά στη διπλανή της: δυο τεράστια πράσινα μάτια κολλημένα στο ταβάνι.

«Θέλεις να σου βρέξω τα χείλη;» τη ρώτησε. «Νερό δε σου δίνουν, έχεις τον ορό, αλλά έλα λίγο το χειλάκι σου».

Έγνεψε με τα μάτια η Θεώνη. Η κυρα-Σοφία πήγε και κάθισε δίπλα της.

«Έχεις καμιά πετσετούλα να σε δροσίσω;» ρώτησε.

Έγνεψε πάλι με τα μάτια. «Στο συρτάρι» είπε, και στράβωνε λίγο το στόμα απ’ την προσπάθεια.

Στο συρταράκι του κομοδίνου, τυλιγμένο δίπλα σε μια πολυκαιρισμένη πλαστική σακούλα του Inno, βρήκε ένα μικρό λευκό πετσετάκι. Το ’βρεξε με νερό από το θερμός και πήρε να της σκουπίζει το μέτωπο. «Θεώνη, είπαμε, ωραίο όνομα.Κρητικιά, ε; Και το σακουλάκι από το Inno πού το βρήκες, κυρα-Θεώνη, πεσκέσι από το Βέλγιο; Έκανα κι εγώ πολλά χρόνια εκεί πέρα».

Σήκωσε το κεφάλι η άλλη αλαφιασμένη, «Φέρ’ το δω!» της είπε και το ’χωσε κάτω απ’ το μαξιλάρι.

«Καλά ντε, ησύχασε, κλέφτρα δεν είμαι, αλλά καλά κάνεις και φυλάγεσαι, λένε ότι όλο και κάτι ξαφρίζουν πέρα δώθε οι νυχτερινές. Κι εγώ κάτι λίγα κουβαλώ, μπας και πέσω σε κανένα στραβάδι».

Σηκώθηκε, πήρε τη χτένα, χτένισε το μαλλί, πέρασε λίγο με οινόπνευμα τα χέρια. Είχε ώρα ακόμη για το πρωινό. «Έλα να τον ξαναπάρουμε» είπε, αλλά ο ύπνος της λίγος. Την έπιασ’ ένα βηχαλάκι κι η αγωνία για τις πρωινές εξετάσεις.

«Στο Βέλγιο πού;» ρώτησε η άλλη.

«Γιατί, ξέρεις;» απάντησε η κυρα-Σοφία. «Έφαγα τη ζωή μου στις Βρυξέλλες, αλλά και στη Μονζ, στο Μπορινάζ, σε ταβέρνες κι ανθρακωρυχεία. Παιδιά έχεις;» τη ρώτησε.

Ακούστηκε ένα «όχι» σαν καημός. «Είχα ένα γιο, αλλά έμπλεξε από μικρός με τη θάλασσα και τις παστρικές της. Στο χωριό είχε αρραβωνιαστεί μ’ ένα καλό κορίτσι. Του μπήκε όμως στο μάτι κι η αδερφή της και τα ’κανε μαντάρα, και κλέφτηκε με τη μικρή και ξενιτευτήκανε. Τώρα τι απογίνανε, δεν ξέρω. Είπανε πως τη στεφανώθηκε και πως δουλεύανε μαζί, εκειά που λες στα ανθρακωρυχεία. Άλλοι λένε πως την παράτησε και μπάρκαρε χρόνια πολλά, και πήρε το κορίτσι αμοναχό του τον κακό το δρόμο στα ξένα. Στέλλα τη λέγανε, την κατέχεις; Έμαθα ότι έγινε μεγάλη και τρανή».

Μαζεύτηκε η κυρα-Σοφία, κουλουριάστηκε η ψυχή της σαν το κουλούκι μέσα της και λούφαξε. «Ακουστά την είχα» ψέλλισε.

Η άλλη δεν άκουσε και συνέχισε. «Να γιαγείρει στο χωριό δε θ’ άντεχε, κι εμείς με το που μαθεύτηκε το κακό πήραμε των ομμαθιών μας κι ήρθαμε δώθε. Ήτανε και φοβητσιάρης ο άντρας μου και τα παράτησε όλα, χωράφια, σπίθια, κι ήρθαμε στο Περιστέρι σ’ έναν πρωτοξάδερφό του. Οικοδόμος χρόνια πολλά, κι εγώ ανήμπορη από τον καημό. Με ξέκαναν οι σκάλες και η καρδιά μου.Ούτε μια φορά το καράβι του δεν έπιασε Πειραιά, να το πιστέψω;»

Συνέχισε το παραλήρημα:

«Να, τούτο δω μου ’χε στείλει μια φορά η Στέλλα, ένα χρυσό ρολόι, μια φωτογραφία του Γιαννιού μου κι ένα γράμμα. Ότι τον πήραν τα κύματα και δε ματαγυρίζειμπλιο». Τράβηξε κάτω από το μαξιλάρι το κομψό σακουλάκι: «GaleriaInno, Nieuwstraat» έγραφε.

Μπα, ίδιο με το ρολόι της! Σε προσφορά θα το ’χε αγοράσει στη ρέντα του ο Απόστολος, o Απόστολός της, που της τον είχε βγάλει τον Απόστολο από το Α ώς το Ω. Δύο στην τιμή του ενός. Τα συνήθιζε κάτι τέτοια το Inno. Δαγκώθηκε. Ο Απόστολος και η Στέλλα. Ακόμη βουίζανε τα στενά από τα τερτίπια τους.

Ανακάθισε στο κρεβάτι η κυρα-Σοφία, πνιγότανε. Κρέμασε τα πόδια, άλλαξε θέση στο μαξιλάρι. Ήρθε κι η πρωινή με τα θερμόμετρα και τα αίματα. Άλλαξαν τον ορό της κυρα-Θεώνης, της μπήξανε και δυο ενέσεις για τη θρόμβωση.

«Ησυχάσατε καθόλου;» ρωτήσανε αργότερα τα γιατρουδάκια. Δεν απάντησε ούτε η μία ούτε η άλλη. «Καλά, το βράδυ να ζητήσετε φάρμακο» είπαν και τράβηξαν λίγο το παραβάν.

Εγώ φεύγω αύριο, σκέφτηκε η Σοφία, μια και καλή στο σπίτι μου. Τετάρτη κι έχει λαϊκή. Αν βρω γαύρο, θα τηγανίσω λίγο, τον τρώει κι ο Απόστολος.

 

Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη είναι τραπεζικός υπάλληλος και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Το Ροδακιό κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Μικρά Πείσματα (2016) και από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη η νουβέλα Αυτός ο ένας, ο Αρίστος (2014).

Ο Δημήτρης Παπακώστας είναι επιμελητής εκδόσεων και ποιητής. Από τις Εκδόσεις Ποταμός κυκλοφορεί το βιβλιό του Αδέσποτα Σκυλιά (2015).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Στο Καραβάν Σεράι» της Νατάσας Ζαχαροπούλου

Ταξίδευαν ώρες και ώρες διασχίζοντας την έρημο. Μια συνηθισμένη μέρα: άπνοια, ανελέητο λιοπύρι, που άναβε σπινθήρες σε κάποια παράταιρα για εδώ λευκά, γυαλιστερά λιθαράκια, αλλού αποξήραινε ακόμη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το μαύρο φορμάκι» της Βάσως Χόντου

Είδα ένα όνειρο χθες βράδυ. Ο Σπύρος ήταν λέει μωρό και πηγαίναμε στο σπίτι της μάνας μου. Τον είχα σ’ ένα καρότσι από κείνα τα σκεπαστά με τις μικρές ρόδες και του φορούσα ένα μαύρο φορμάκι. Μαύρο, αν έχεις...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο βρικόλακας» του Γιαν Νερούντα

μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη Το εκδρομικό ατμόπλοιο μάς έφερε από την Κωνσταντινούπολη στο νησί της Πριγκήπου, όπου και κατεβήκαμε. Οι επιβάτες δεν ήταν πολλοί: μια οικογένεια Πολωνών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: