«Χωρίς παζάρι» της Νίκης Τρουλλινού

Μπαίνουμε στο δρόμο των σουκ, πρόλαβαν κιόλας και ανακαίνισαν την περιοχή, βοτσαλωτό οδόστρωμα, και οι κανόνες από τα πριν συμφωνημένοι, δηλαδή, με το βλέμμα θα τον καθοδηγούμε στα πράγματα –μπιχλιμπίδια όλα, άχρηστα αλλά μαγικά κομμάτια να κρατούν τα ιστία της Μνήμης– κι αυτός θα κάνει το παζάρι. Έχουμε και λέμε: μία κούπα από ορείχαλκο δουλεμένη με το ματσακόνι στο χέρι, λουλούδια κι αστέρια πάνω στον τρούλο του ναού οι σκαλισμένες ζωγραφιές της, πόσο; Ένα δολάριο; Καλά, οι τρεις, να τις πάρουμε μαζεμένες, ένα δολάριο. Βάλε τώρα δίπλα και την καράφα από φυσητό γυαλί, τρελή είναι, καλά, πέντε δολάρια, καλά, και τα ποτηράκια, εντάξει, βάλε τα και τα έξι, μισή ντουζίνα, να κερνάνε σωστά οι γυναίκες, σύνολο εφτά, άντε, επειδή έχεις ωραίο μαγαζί, είσαι κι Αρμένης, δικό μας αίμα, Γιουνάν εμείς, όλα μαζί εφτά, περίμενε, δεν τέλειωσε, σου είπα τρελή Ελληνίδα, κι αυτό, μα τι λες τώρα, αυτό ακριβό, γιατί, φίλε μου, μόνο του δέκα δολάρια, δεν είσαι καλά, άνθρωπέ μου, παλαιολιθική εποχή, απολίθωμα ψαριού πάνω στον κομμένο βράχο, αυτό κομμάτι για Μουσείο, καλά, πονάει η κοπέλα χωρίς το ψάρι, ναι, μπράβο, είναι Ιχθείς, συμφωνούμε λοιπόν να μην την πικράνουμε, δεκαπέντε δολάρια όλα. Και όσο τα πράγματα πλήθαιναν πάνω στον πάγκο, τόσο οι δυο άντρες έλαμπαν, άστραφταν, γελούσαν, σταματούσαν το παζάρεμα κι έπιαναν τις ιστορίες, άντε τώρα κι αυτό, βάλε και το άλλο, στη Μαύρη Θάλασσα η ρίζα σου, η δική μου στην Ασμάρα, είχες πελάτες επί Χαϊλέ Σελασιέ από κει κάτω, σοβαρά μου λες, μη με τρελαίνεις τώρα, ναι, και το κουτάκι-μινιατούρα με τους καβαλάρηδες πάνω στο όστρακο θα πάρουμε, φως, γέλιο, τα μάτια σε ένταση, λέξεις να πατάνε στον αέρα εύφορες, πώς πέρασες στον εμφύλιο, α, τα παιδιά στην Ευρώπη, και το βεδουίνικο καλάθι, σου τα φέρνει, λες, Σύριος στρατιώτης από την έρημο της Παλμύρας, ακριβώς πίσω από το Όρος, πάρτε όλο το μαγαζί, κοπέλες, ή μήπως χορτάσατε; Ευτυχισμένος ο ψηλός Ριχάρδος, πανευτυχής ο Αρμένης, είχαν κρατήσει τους ρόλους σε μια εξαιρετική παράσταση, γραμμένη από τα γονίδιά τους αιώνες τώρα, o Αρμένης έχωσε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη χωρίς να τα μετρήσει, δε χρειαζόταν άλλωστε, τόσην ώρα δεν είχε χάσει στιγμή το λογαριασμό, και του άπλωσε το χέρι σε μια δυνατή χειραψία. Χώριζαν πια σαν παλιοί γνώριμοι. Ο ταξιτζής παραπέρα γελαστός, μέσα στο αμάξι, στο δρόμο του γυρισμού, με τον Μπλε Οδηγό σφηνωμένο πίσω από το λεβιέ του χειρόφρενου, δεν άντεξε, στα γαλλικά, όπου ο ενικός και ο πληθυντικός κρατούν την ευγένεια του λόγου, ρώτησε: Από τα μέρη μας κι εσείς; Ύστερα τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι, μπαίναμε πάλι στη Βηρυτό, στα ερείπια και τον πόνο, είμαστε, βλέπεις, στο χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα. Ο εμφύλιος, πορφυρά τσουράπια στο σώμα της ωραίας πολιτείας.

Και επειδή κάποιες ιστορίες αξίζουν να λέγονται ολόκληρες, άκου και τούτο: Ο Ριχάρδος με το ιπποτικό όνομα και το εβραϊκό επίθετο γεννήθηκε στην Ασμάρα της Αιθιοπίας. Από Ελληνίδα μάνα. Ο πατέρας είχε ακούσει πως από την Ισπανία των Σεφαρδίμ είχαν ξεκινήσει κάποτε, μετά Ιταλία, κυλούσαν οι αιώνες, Πολωνία μιαν άλλη φορά, Αφρική στο τέλος. Τα κτήματα μεγάλα, δούλοι και γαλλόφωνες νταντάδες. Να πάει το παιδί να σπουδάσει μηχανικός στην Ελλάδα, στη Σαλονίκη, είπε η μάνα. Τον έβαλαν στα δεκαοχτώ του στο αεροπλάνο από το Χαρτούμ, στην εταιρία του Ωνάση, του έχωσε η μάνα στην αγκάλη μια μικρή ξύλινη βαλίτσα, «λεφτά», του λέει, «να μη σου λείψει τίποτε, ποτέ δεν ξέρεις…» Πάνω από το Νείλο γέλασε με την ξεροκεφαλιά της μάνας, πάνω από τη Μεσόγειο πάγωσε. Είπε ταραγμένη η αεροσυνοδός πως πάει, έπεσε ο Χαϊλέ Σελασιέ, ο επαναστατικός στρατός του Μεγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ κατέλαβε την εξουσία και λοιπά, και λοιπά. Φθάνει στη Σαλονίκη το παλικάρι, τι είναι αυτά, παιδί μου; ρωτά ο υπάλληλος της Τράπεζας. Τι να σου δώσω; Ολόκληρη βαλίτσα λεφτά δεν πιάνει ούτε ένα δολάριο. Τράβα στα παλιατζίδικα στο Μπιτ Παζάρ να τα παζαρέψεις με κάνα συλλέκτη.

Έβρεχε, πρωί, χρόνια μετά το ταξίδι στο Λίβανο, τον βλέπω στο δρόμο με τα δικηγορικά γραφεία. «Πάω στην Ασμάρα», μου λέει. «Να θάψω τη μάνα μου. Ποτέ δεν έφυγε από κει, ούτε τώρα θα θέλει να το παζαρέψει».

Η Νίκη Τρουλλινού γεννήθηκε στα Χανιά το 1953. Έκανε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, άσκησε τη δικηγορία και δίδαξε στο ΤΕΙ Ηρακλείου, ενώ σήμερα ασχολείται με τον τουρισμό υπαίθρου. Έχει εκδώσει τα Ένα μολύβι στο κομοδίνο, Μαράλ όπως Μαρία, Και φύσηξε νοτιάς (διηγήματα), Μ' ένα καφάσι μπίρες (μυθιστόρημα), και άλλες εργασίες.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER