«Η κάτω φωνή» της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη
«Η κάτω φωνή» της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

«Η κάτω φωνή» της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

της Μάγδας Δ. Τσιρογιάννη

Λούστηκε και τον περίμενε, είχε να τον δει δεκαπέντε μέρες. Όταν χτύπησε το κουδούνι, χτένιζε ακόμη τα μαλλιά.

«Πού είσαι;»

Τη χαιρέτησε ψυχωμένα κι εκείνη του απάντησε:

«Εδώ επίορκε».

Το βλέμμα του ήταν νοητικό και υψιτενές το παράστημά του. Τα άκρα τα είχε λεπτά και τα μέλη γυμνασμένα, αυτός ο φιλόδοξος ηθοποιός που έπαιζε το ρόλο του Σταυρόγκιν σε μια μεταγραφή των Δαιμονισμένων για έναν πειραματικό θίασο. Ήταν νωρίς το απόγευμα και η ζέστη έξω βοούσε. Άνοιξε το πουκάμισο να δροσιστεί και κάθισε στην πολυθρόνα, απ’ το φωτόφωνο ακουγόταν ένα πρελούδιο του Μπαχ, στη μεταγραφή του, για πιάνο.

«Αυτό και μόνον αυτό, αν υπήρχε στον κόσμο, θα ήταν δικαιολογημένα τα πάντα όλα, όλος ο κόπος και όλα τα βάσανα».

Του είπε συγκινημένη και η απάντηση του πέταξε μες στη συνήχηση των κραδασμών και την υπόρρητη ένταση των εξομολογήσεών τους, καθώς ανέβαινε ο τόνος σαν στύλος νοητός. Το μουσικό θέμα επανερχόταν κάθε φορά ψηλότερα ενώ η κάτω φωνή κατέβαινε σε συμπαντικά βάθη.

«Πού χάθηκες, τόσον καιρό;»

«Εγώ, δεν χάθηκα, εδώ είμαι!»

Της αποκρίθηκε και σηκώθηκε αλλοπαρμένος, από φράση σε φράση, η μελωδία ισορροπούσε μετάρσια.

«Σ’ άρεσε το πρελούδιο αυτό; Αυτό άκουγα τόσον καιρό που σε περίμενα. Δεν μοιάζει με το δακρυσμένο γέλιο, με τη χαρμολύπη;»

«Ανοησίες, το ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσουν οι μεταγραφές».

Αντιγύρισε εκνευρισμένος και την ίδια στιγμή, σαν από ακούσια συναίσθηση, την κάλεσε κοντά του ενώ ένα χαμόγελο πήρε να χαράζει πάνω στο γνόφο του προσώπου του.

«Όχι, δεν θέλω έτσι… Πάλι αυτά… Να χάνεσαι τόσες μέρες…»

Μουρμούρισε εκείνη, μα πριν σιγήσει, τον είχε καθισμένο στην ποδιά της με το πρόσωπό της, ανάμεσα στις ωμοπλάτες του.

«Να σ’ έχω μωρό…»

Του ψιθύρισε κι εκείνος αναζήτησε τα χείλη… Τα έλα… Τα όχι… Τα δεν και τα μη… Δεν το κατάλαβε πώς αγκαλιάστηκαν, το πώς βυθίστηκε στη μυρωδιά του. Πώς άρχισε να νοιώθει τη δύναμή του, ακρώρεια του βάθους τρυφερή.

«Όχι, δεν γίνεται έτσι…»

Του φώναξε και πετάχτηκε επάνω, ενώ την ίδια στιγμή τα γόνατά της χτυπούσαν στο πάτωμα. Εκείνος έμεινε άναυδος και σηκώθηκε παραζαλισμένος, με όψη που πετούσε φλόγες. Όταν γύρισαν στο σαλόνι, ο θυμός του είχε φτάσει σε πυρηνική πύκνωση.

«Χρυσέ μου, άρχισε, δε γίνεται να συνεχίσουμε έτσι, έχει πολύ πόνο, θέλω μόνο να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ…»

«Δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναδείς».

Τη σταμάτησε και ξεκίνησε να φύγει, ο διασκελισμός του της μάτωσε την καρδιά. Θα ήθελε να μείνει κοντά της, να περπατήσουν το σούρουπο, να της διαβάσει, να πιουν τον καφέ τους, ν΄ ακούσουν μουσική. Όμως εκείνος ήταν ήδη στο δρόμο με τα μέλη σκληρά και τα μάτια κατακόκκινα. Η καρδιά του χτυπούσε να σπάσει, ο θόρυβος του έπαιρνε το μυαλό. Μπήκε στο διπλανό άλσος κι ακούμπησε σ’ ένα δέντρο, σε μια αλληλοσυμπληρούμενη ροή, η ανάμνηση της μουσικής εκτόπιζε μέσα του τις κλαγγές των τροχοφόρων. Με τρεμάμενα δάχτυλα, ξεκούμπωσε τη ζώνη, το ωραίο μέλος πρόβαλε σε πλήρη ακμή. Αυτό και μόνον αυτό να υπήρχε στον κόσμο, ξανάρχονταν στο νου του τα λόγια, ενώ ανέβαινε η αναπνοή του και οι μηροί γίνονταν αλύγιστοι.

Ένα Δύο Τρία   Συνεχώς   Μια Κίνηση Σύρριζη Πάλι   Βαθύρριζοι   Βαρύθυμοι Ανασασμοί   Πάνω   Και   Κάτω   Και Κάτω   Και   Πάνω Και Προς Τα Πάνω Μαζί Με Τις   Μεγάλες   Κινήσεις   Πραγματώνεται Ο   Ρυθμός   Μωρό Μου Αυτές   Είναι Οι   Αξίες Παραμιλούσε   Και   Σαρκωνόταν   Ο   Ρυθμός   Αυτός   Είναι   Ο   Στύλος   Της Σοφίας Η Κάτω Σκάλα   Η Κάτω   Φωνή   Άνω   Και   Κάτω Και   Μια   Και   Η Αυτή Και   Αδιόρατες Φρικιάσεις   Διέτρεχαν   Τις   Παρειές Και   Γλυκασμοί   Διέπλεκαν Τα   Ματόκλαδά   Του Ενώ   Τραντάζονταν   Οι   Αρμοί   Του Και   Ο   Πολύτιμος Οπός Του ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΟΠΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ   ΤΟΥ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΠΟ ΔΙ   ΔΟ ΤΑΝ   ΣΤΗ   ΓΗ.

Η Μάγδα Δ. Τσιρογιάννη γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Άνω Βόλου και ζει στην Αθήνα. Γράφει ποιήματα και πεζά και έχει εκδώσει πέντε βιβλία ποίησης και τέσσερα βιβλία πεζογραφίας.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Οι πύλες του Ιεζεκιήλ» του Απόστολου Σπυράκη

«Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό, το έφτιαχνε ο Αργυρόπουλος!» είπε η Αφροδίτη «πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Θα σε φωνάζω Λίζα» της Ντίνας Σαρακηνού

Όλα ξεκίνησαν από αυτό το απρόσκλητο κουνούπι που τον κυνηγούσε μέσα στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να το βρει όσο και να έψαχνε. Τα βράδια με το που ξάπλωνε στο κρεβάτι του αποκαμωμένος, το κουνούπι...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η υδροφόρα...» του Πέτρου Γκάτζια

Έτσι ήθελε να τη θυμάται την Τέτα, σαν μια αέρινη φιγούρα του Χόπερ να ατενίζει το πέλαγος μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, ανέκφραστη. Είχε βρει και την ανάλογη εικόνα από το αφιέρωμα ενός περιοδικού...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: