ΤΑ ΓΑΝΤΙΑ

ΤΑ ΓΑΝΤΙΑτης Χρύσας Σπυροπούλου

Του είχε πει κάποτε πόσο της αρέσει να παίρνει δώρα στα γενέθλιά της, να τη θυμούνται οι άλλοι και να της προσφέρουν πράγματα που αγαπά, ή είδη που δεν είχε σκεφτεί ποτέ να αγοράσει, αλλά αφού τα αποκτούσε, καταλάβαινε την αξία τους. Έτσι έγινε, άλλωστε, όταν ο φίλος της της χάρισε σε κάποια γενέθλιά της το cd με τα έργα του Ρίχαρντ Στράους Τάδε έφη Ζαρατούστρας μαζί με τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια. Κάθε φορά που τα άκουγε, το μυαλό της γύριζε στον αγαπημένο της και οι συνθέσεις του Στράους είχαν γι’ αυτήν όχι μόνο καλλιτεχνική, αλλά και συναισθηματική αξία. Αλλά γάντια ποτέ δεν περίμενε ότι θα σκεφτόταν να της χαρίσει, αν και το είδος το αγαπούσε και κρατούσε στο δωμάτιό της μια μικρή συλλογή γαντιών, που είχε αρχίσει να συγκεντρώνει από την εποχή των φοιτητικών της χρόνων. Κάθε ζευγάρι έκρυβε τη δική του μικρή ή μεγάλη ιστορία. Εκείνο που είχε πάρει από την Κηφισιά, όταν με τους συμφοιτητές της πήγε για ψώνια τα πρώτα Χριστούγεννα της φοιτητικής της ζωής, τα άλλα από τη Γερμανία, από το Βερολίνο, κάποια άλλα Χριστούγεννα, όταν μαζί με τον πρώτο της έρωτα επισκέφτηκε την πόλη που μόλις είχε ενωθεί μετά την πτώση του Τείχους.

Και τώρα έβλεπε μπροστά της ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι δερμάτινα γάντια, να είναι ακουμπισμένα δίπλα στο φλιτζάνι του καφέ, μέσα στο χαρτί πολυτελείας που ήταν μισάνοιχτο. Τα πήρε στα χέρια της και τα χάιδεψε. Το μαλακό τους δέρμα πιστοποιούσε την καλή τους ποιότητα και το ακριβό γούστο του φίλου της. Δεν ξόδευε πολλά, θα τον χαρακτήριζε τσιγκούνη, αλλά όταν μερικές φορές τής έκανε δώρα, αποδεικνυόταν γενναιόδωρος.

«Το μαύρο χρώμα ταιριάζει με όλα τα ρούχα σου… είναι και αρχοντικό», της είπε τη στιγμή που εκείνη ακόμα τα περιεργαζόταν με ικανοποίηση.

«Ω, σ’ ευχαριστώ! Υπέροχο δώρο! Ό,τι πρέπει για την εποχή».

«Θα κρατούν πάντα ζεστά τα λεπτά σου δάχτυλα».

«Ναι, ναι, και θα είναι σαν να κουβαλώ κάτι δικό σου. Ειδικά τις επόμενες μέρες που θα λείπεις. Πόσο θα μείνεις στο Λονδίνο;»

«Επιστρέφω μετά την Πρωτοχρονιά. Θα σου τηλεφωνήσω για να πάμε στο “σπίτι” μας, στην Αγία Μαρίνα. Μέχρι τότε θα έχουν ολοκληρωθεί οι επισκευές και θα απολαύσουμε τις αλλαγές στη διακόσμηση».

«Θα μου λείψεις, αλλά εφόσον μου λες ότι είναι απαραίτητο να πας, δεν μπορώ να επιμείνω για το αντίθετο… θα έχουμε ευκαιρία να περάσουμε μαζί τις γιορτές την επόμενη φορά…»

«Ναι, την επόμενη φορά», επανέλαβε ο άλλος χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. «Θέλεις να σου φέρω κάτι από το Λονδίνο;»

«Όχι, σ’ ευχαριστώ. Α, ένα ζευγάρι γάντια», συμπλήρωσε ύστερα από λίγα λεπτά αμηχανίας. Θαρρείς και δεν ήθελε να χάσει μία από τις σπάνιες ευκαιρίες να αποδειχτεί γενναιόδωρος ο φίλος της.

«Μα, δε θέλεις κάτι άλλο; Πάλι γάντια;»

«Σαν τι να θέλω;» τον ρώτησε.

«Ένα μαντίλι ή ακόμα κι ένα βιβλίο».

«Θα ήθελα πολλά βιβλία να μου φέρεις, γι’ αυτό και δεν ξέρω ποιο να σου πρωτοζητήσω, ενώ με τα γάντια είναι πιο απλά τα πράγματα. Θα εμπλουτίσω τη συλλογή μου».

«Μάλιστα, θα δω τι μπορώ να κάνω», της απάντησε και άλλαξε τη συζήτηση.

Τον Νίκο η Έλλη τον είχε γνωρίσει σε μια εκδήλωση, μια βραδιά αφιερωμένη σε σύγχρονους ποιητές, που είχε διοργανωθεί από γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό σε κεντρικό βιβλιοπωλείο. Όπως πάντα είχε φτάσει με καθυστέρηση και δεν έβρισκε άδειο τραπέζι γι’ αυτήν και για τη φίλη της, την οποία περίμενε να συναντήσει εκεί. Στάθηκε για λίγο στον πάγκο του μπαρ και έριξε τη ματιά της στο χώρο. Πρόσεξε γνωστούς και φίλους να είναι κι αυτοί στριμωγμένοι στις θέσεις τους, ενώ αντάλλαξε με μερικούς απ’ αυτούς χαιρετισμό με νεύμα. Η φίλη της δε φαινόταν πουθενά και σκέφτηκε ότι θα ήταν περίεργο αν είχε φτάσει στο ραντεβού τους νωρίτερα από εκείνην. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που καθυστερούσε, δεν μπορούσε να φανεί ασυνεπής με τις συνήθειές της, αυτές οι οποίες, κατά τη γνώμη της, την έκαναν γοητευτική. Όταν κάποτε, επιτέλους, είδε να σηκώνεται και να φεύγει κάποιος από ένα τραπέζι που βρισκόταν κοντά στους ομιλητές, έσπευσε να πιάσει τη θέση. Τους άλλους δύο που κάθονταν εκεί δεν τους ήξερε, τους είπε ένα «καλησπέρα, μπορώ να καθίσω;» και, δίχως να λάβει απάντηση, είχε ήδη στρογγυλοκάτσει. Μερικές από τις απαγγελίες των ποιημάτων τής φάνηκαν βαρετές και, τότε, το μόνο που της έμενε ήταν να παρατηρεί διακριτικά τους δύο αγνώστους απέναντί της. Έδειχναν να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα με ενδιαφέρον και από το ύφος τους μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι κάθε άλλο παρά έπλητταν. Όταν ολοκλήρωσε η πρώτη ομάδα των ποιητών τις αναγνώσεις τους και κατέβηκαν από το βάθρο τους για να δώσουν τη θέση τους στους επόμενους, ο Νίκος τη ρώτησε πώς της φάνηκαν. «Καλοί, πολύ καλοί είναι», απάντησε εκείνη, μάλλον τυπικά, αποφεύγοντας κάθε είδους σχόλιο, μια και δεν μπορούσε να περιγράψει με σαφήνεια τις εντυπώσεις της από τα ποιήματα που είχε μόλις ακούσει. Ένιωθε μπερδεμένη, τη μία τα έβρισκε βαρετά, την άλλη πρωτότυπα. Για το μόνο που μπορούσε να είναι βέβαιη ήταν η ευχαρίστηση που ένιωθε κοντά στους δύο άντρες. Όλα τα άλλα τής ήταν αδιάφορα ή γίνονταν το φόντο σε μια καινούργια κατάσταση που ζούσε κατά τύχη. Ο Νίκος ήταν αρρενωπός, με γκρίζα μαλλιά και μακριά λεπτά δάχτυλα, τα οποία θαρρείς και επιδείκνυε όταν κρατούσε στο χέρι του το ποτήρι με το κρασί. Στο τέλος, όταν ολοκληρώθηκε η εκδήλωση και ειπώθηκαν όσα ήταν να ειπωθούν από τους ποιητές και τους κριτικούς, οι τρεις τους ψήφισαν το καλύτερο ποίημα, που δεν ήταν άλλο από το «Βαθέος γήρατος». Και λίγο προτού αποχαιρετήσουν ο ένας τον άλλον, τη ρώτησε ο Νίκος αν έχει προφίλ στο φέισμπουκ και με ποιο όνομα θα μπορούσε να την αναζητήσει για να την κάνει φίλη. Και έκτοτε, από εκείνο το βράδυ του Σεπτεμβρίου ξεκίνησε η επικοινωνία τους που εξελίχθηκε σε σχέση, μια σχέση που δεν είχε τα καθιερωμένα της αληθινής σχέσης, όπως δηλαδή την ονειρευόταν η Έλλη ή την είχε δει στον κινηματογράφο, ο ένας δηλαδή να επιθυμεί τον άλλο, να επιδιώκει να βρίσκεται συνέχεια κοντά του, να κάνουν από κοινού πράγματα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, η σχέση αυτή, παρ’ όλες τις αδυναμίες της, κάλυψε ένα κενό πολλών μηνών μοναξιάς. Πολύ συχνά όταν θα τον ήθελε στο πλάι της, να βγαίνουν και να συναντούν φίλους, εκείνος εξαφανιζόταν ή έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μη συναντηθούν. Σημαντικές υποχρεώσεις, όπως έλεγε, τον κρατούσαν μακριά της, αν και θα επανόρθωνε σύντομα. Οι υποσχέσεις ήταν το φόρτε του, ενώ το «θα» το χρησιμοποιούσε πιο συχνά και από τους πολιτικούς. Τότε η Έλλη μπερδευόταν, αλλά δεν έκανε τίποτε, δε διεκδικούσε, δεν έβαζε όρους. Άφηνε τα πράγματα να κυλήσουν όπως ήθελε ο άλλος.

Τη Ναταλία είχε πολύ καιρό να την δει και ξαφνιάστηκε ευχάριστα όταν την άκουσε στο τηλέφωνο. Της ζητούσε να πάνε για καφέ στο γνωστό στέκι τους στην οδό Βαλαωρίτου, όπως συνήθιζαν παλιά τα πρωινά του Σαββάτου. Η Έλλη δέχτηκε ευχαρίστως αφού θα συνδύαζε αυτή τη συνάντηση με κάτι ψώνια στα μαγαζιά, για να επωφεληθεί από τη παράταση που είχαν πάρει οι χειμερινές εκπτώσεις.

Ήταν αρχές Φεβρουαρίου και το κρύο είχε γίνει τσουχτερό, ο αέρας φυσούσε μανιασμένα και η παρατεταμένη χειμερινή άνοιξη είχε γίνει εντελώς απότομα παρελθόν. Στη Βουκουρεστίου ο άνεμος σήκωνε τη σκόνη και μετέφερε τα άδεια πακέτα των τσιγάρων καθώς και τις χαρτοπετσέτες που έβρισκε στο διάβα του, από τα ελάχιστα τραπεζάκια των καφέ, τα οποία ήταν προφυλαγμένα κι αυτά πίσω από τα πλαστικά διαχωριστικά. Η Έλλη που φορούσε το παλτό της, το καπέλο και τα γάντια, το δώρο του Νίκου για τα γενέθλιά της, λίγο πριν από τις γιορτές, άνοιξε βιαστικά την πόρτα της μπρασερί και μόλις είδε τη φίλη της, την πλησίασε και κάθισε απέναντί της. Η Ναταλία φαινόταν λαμπερή και ανανεωμένη, κάτι που δεν το άφησε η Έλλη ασχολίαστο. Η άλλη την κοίταξε στα μάτια και της είπε ότι στο μεταξύ, από το Μάιο που είχαν να μιλήσουν, είχαν γίνει ανατροπές στη ζωή της.

«Δηλαδή, σου έπεσε το τζακ ποτ, τελικά; Κι εσύ που το απέκλειες; Θυμάσαι;»

«Ναι, το τζακ ποτ είναι ο Νίκος μου», της απάντησε καθώς έβγαζε τα γάντια της και τα ακουμπούσε δίπλα σ’ εκείνα της Έλλης.

«Μα, έχουμε ίδια γάντια. Από πού τα πήρες; Έτσι θα μάθω και πόσο κάνουν, για να ξέρω πόσο ξοδεύτηκε ο καλός μου», της είπε η Έλλη. «Τα δικά μου είναι το δώρο του στα γενέθλιά μου».

«Α, και τα δικά μου δώρο του Νίκου μου είναι για τα γενέθλιά μου. Τελικά δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι όλοι οι άντρες είναι ίδιοι. Κάνουν τα ίδια. Τα Χριστούγεννα πήγαμε στο Λονδίνο και το ρίξαμε στα ψώνια στην Όξφορντ στριτ. Και τι δεν αγοράσαμε! Εκεί μου τα έδωσε, όταν γιορτάσαμε τα γενέθλιά μου σε ένα ταπεινό εστιατόριο, από αυτά που επιλέγουν οι φοιτητές».

«Μόνο γάντια σού χάρισε;» τη ρώτησε η Έλλη. «Στο Λονδίνο ήσαστε και σου χάρισε μόνο γάντια;»

«Ναι, γιατί όχι;» απάντησε η Ναταλία αδιάφορα.

Η Έλλη ένιωσε να γίνεται κάπως νευρική, αλλά προσπάθησε να συγκρατηθεί και να μη φανερωθεί η ανησυχία της. Σαν να της φάνηκαν πολλές οι συμπτώσεις. Από τη μία θα ήθελε να μην ξέρει, από την άλλη όμως η περιέργεια δεν την άφηνε σε ησυχία. Ήθελε να λύσει το μυστήριο που κρυβόταν πίσω από την αγορά των γαντιών.

«Έχεις καμιά φωτογραφία του φίλου σου;» τη ρώτησε.

«Α, ναι, έλα να σου δείξω στο κινητό μερικές από αυτές που βγάλαμε στο Λονδίνο».

Η Έλλη έβαλε τα γυαλιά της και κοίταξε την οθόνη του κινητού. Η φωτογραφία επιβεβαίωσε απλώς την υποψία της.

«Πάρε τα γάντια μου και δώσ’ τα στον Νίκο σου», είπε στη Ναταλία. «Αυτός θα καταλάβει».

Και αφού πήρε το παλτό και το καπέλο της, βγήκε στον πεζόδρομο, όπου ακόμα οι μικροί στρόβιλοι επιδίδονταν στις χορευτικές φιγούρες τους. Έριξε μια βιαστική ματιά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στο περίπτερο της Βουκουρεστίου και ανηφόρισε βιαστικά προς την Κανάρη.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr