«Εν καμίνω, Ι» της Νατάσας Ζαχαροπούλου

«Εν καμίνω, Ι» της Νατάσας Ζαχαροπούλου

«Καιγόμαστε! Τρέχα!» Πετάχτηκε. Ήταν περί την αμφιλύκην. Χρειάστηκε μερικές στιγμές, αλαφιασμένος, να καταλάβει τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, ενώ φορούσε ό,τι έβρισκε μπρος του, καθώς φανταζόταν τις φλόγες να ‘χουν αποκάψει το κτήμα γύρωθεν, να περιζώνουν την αγροικία, να λείχουν, ν’ αρπάνε, να καταβροχθίζουν παραθυρόφυλλα, τοίχους, την κεραμοσκεπή.

Είδηση δεν πήρε πότε έφτασε. Η φωτιά, έχοντας κατακάψει εντός τής βορειοδυτικής πλευράς του χτήματος μηλιές, ροδακινιές, τον μικρό ελαιώνα, τα ξινά σχεδόν όλα, πικροδάφνες, αλλά και τον υπερπεντηκοντούτη πευκώνα έξω από τη χοντρή συρματόπλεξη, είχεν έρθει ως το μέσον του δυτικού πλαϊνού κηπαρίου κατατρώγοντάς το, απειλώντας και το μεσημβρινό με τα μυρωδικά, τα ζουμπούλια, τις εκατοντάφυλλες τριανταφυλλιές. Ωστόσο, ένα απροσδόκητο δυνατό γύρισμα του ανέμου τη βούτηξε, την έστρεψε αλλού. Πήραν ανάσα. Μπορούσαν να σωθούν!

Πέντε-έξι άλλοι, άγνωστοί του, κι οι ιδιοκτήτες σκόρπιοι δώθε κείθε, με λάστιχα, κουβάδες, ποτιστήρια κατέβρεχαν σπίτι, δέντρα, τα καμένα, τη στεγνή γη. Πάνω από τα κεφάλια τους διέγραφαν επικίνδυνες τροχιές, σφυρίζοντας όπως οβίδες, φλεγόμενες κουκουνάρες σκάζοντας δίπλα τους, περιΐπταντο, ταξίδευαν με τον αέρα πυριφλεγείς θύσανοι, που προσγειώνονταν οπουδήποτε, μεταδίδοντας την φωτιά με τον ίδιο τρόπο όπως διασπείρεται καταστρέφοντας φιλίες, αγάπες, ζωές ολόκληρες το κουτσομπολιό.

Παθός. Κατάβρεχε τη δυτική πλευρά. Το χώμα εκεί όπου στεκόταν στεγνό. Προχώρησε να μουλιάσει με τη μάνικα δέντρα-λαμπάδες, άγρια ξερόχορτα, πεσμένες κλάρες που κρατούσαν θράκα· αν και το έδαφος έμοιαζε συμπαγές, στο επόμενο βήμα το πέλμα του βούλιαξε· καταπλαγείς, έχασε την ισορροπία του. Η γη κάτω από την επιφάνεια αναμμένο κάρβουνο και στάχτη∙ ρουφούσε ό,τι, όποιον τόλμαγε ν’ ακουμπήσει πάνω της. Τα παπούτσια του λιώσαν μεμιάς, πυρακτώθηκαν οι πατούσες. Η πυρά βούτηξε, περιέφλεγε τις σάρκες, σκαρφαλώνοντας στους αστραγάλους, τις γάμπες, τους μηρούς. Προσπάθησε να μετακινηθεί· να βγει· κάθε κίνηση τον βύθιζε πιο βαθιά.

Ούρλιαξε. Ποιός ν’ ακούσει στον πανζουρλισμό; Η καρδιά του ετήκετο στην ανθρακιά της δικής της. Δεν το ‘κρυψε· δεν περιφρούρησε, η αλήθεια· δεν προφύλαξε. Καθένας μπορούσε να δει, ίσως να θαυμάσει, να ζηλέψει, όπως, πριν τον όλεθρο, κι αυτό το κτήμα. Μπορούσαν να σωθούν;

Στη μοχθηρία, την κακία, διατεινόταν, δεν επίστευε. Κι αν κι ήπιε το φαρμάκι τους πολλές φορές, δεν μίλησε, επ’ ουδενί διανοήθηκε ν’ ανταποδώσει. Όμως όλο και πιο συχνά τον τελευταίο χρόνο διαπίστωνε πόσο αριστοτεχνικά είχε υφανθεί, εδώ και τριάμισι χρόνια, η πλεκτάνη.

Δεν μίλησε ούτε στην αρχή ούτε ενδιαμέσως∙ κατατρόμαζε ακόμη και στην ιδέα πως ό,τι κι αν έλεγε, όσο δίκαιο κι αν είχε, η Γλαύκη του θα ήταν βεβαία ότι ο ίδιος είχε υφάνει τον χιτώνα που της έφερνε πεσκέσι. Η οποία επίστευε στον φθόνο, τη ζήλια, την κακία, δεν την εννόει εν τούτοις από άνθρωπο που θεωρούσε καρδιακό. Έτσι, επέτρεψε στη Μήδεια με τα μαγικά της φίλτρα να φυτρώσει, ν’ αναρριχηθεί, να τυλιχτεί γύρω της περικοκλάδα. Κι οι δύο τους επέτρεψαν, η αλήθεια...

Δεν θα μιλούσε. Σιωπών ας καιόταν στη σιωπή. Αρκεί να μη την έβλαφτε. Την προφύλαττε, ωστόσο; Μπορούσε; Ήταν βέβαιος πως, αφού η κακόκαρδη θα τον απέκτεινε, ερχόταν η σειρά της.

Εξακολουθούσε να βουλιάζει στο καμιναίο υπέδαφος – λαμπάς· αθώρητη λαμπάδα, αφανής∙ να καίεται στον διάπυρό του τάφο∙ μέρα νύχτα να τριγυρνάει δώθε κείθε∙ να περιφέρεται ανήσυχος, ανάστατος με τις περιφλεγείς του σάρκες ανάμεσα στα κάψαλα, τ’ αποκαΐδια∙ να πνίγεται απ’ την δυσώδη οσμή του κάρμαλου...

Πετάχτηκε περίτρομος, κάθιδρος, σχεδόν ψυχορραγών. Χρειάστηκε ώρα να συνέλθει, να καταλάβει σε ποιαν ακριβώς κόλαση βρισκόταν.

Στο σπίτι, στο δωμάτιό του από κάπου ερχόταν βαριά μυρωδιά αποπνιχτική: φασκόμηλο και λιβάνι αποκαμένα.

 

H Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε στη Λιβαδειά Βοιωτίας και σπούδασε Δημοσιογραφία. Βιβλία της που έχουν εκδοθεί: Να σ’ έχω, ποιήματα, 1995 (Λύχνος), Κι ας με ταξιδεύεις όπου, διηγήματα, 1995 (Λύχνος), Ίχνος κραγιόν η νύχτα, μυθιστόρημα, 1996 (Ανατολικός), Όπου ορίζει το φιλί, διηγήματα, 1999 (Ανατολικός), Ατμός, ποιήματα, 2008 (Ανατολικός), Η ζωή είναι εδώ, μυθιστόρημα, 2009 (Ανατολικός), Ρέικι, Η ατραπός της καρδιάς, 2009 (Ανατολικός), 2η έκδοση: Σεπτέμβριος 2010, Πρόσωπα στο νερό, 2013, μυθιστόρημα. Δημοσιεύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά: Βακχικόν, Στιχοδρόμιο, Σοδειά, Φιλοσοφία και Παιδεία, έντυπο και ηλεκτρονικό Φρέαρ, Στέπα κ.α.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Οι πύλες του Ιεζεκιήλ» του Απόστολου Σπυράκη

«Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό, το έφτιαχνε ο Αργυρόπουλος!» είπε η Αφροδίτη «πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Θα σε φωνάζω Λίζα» της Ντίνας Σαρακηνού

Όλα ξεκίνησαν από αυτό το απρόσκλητο κουνούπι που τον κυνηγούσε μέσα στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να το βρει όσο και να έψαχνε. Τα βράδια με το που ξάπλωνε στο κρεβάτι του αποκαμωμένος, το κουνούπι...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η υδροφόρα...» του Πέτρου Γκάτζια

Έτσι ήθελε να τη θυμάται την Τέτα, σαν μια αέρινη φιγούρα του Χόπερ να ατενίζει το πέλαγος μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, ανέκφραστη. Είχε βρει και την ανάλογη εικόνα από το αφιέρωμα ενός περιοδικού...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: